Βόμβα από την Γερμανία: «Μερικώς αντισυνταγματικό» το QE της ΕΚΤ λέει το Ανώτατο Δικαστήριο

Απόφαση – κόλαφος του Ανωτάτου Γερμανικού Δικαστηρίου σχετικά με τη συνταγματικότητα του προγράμματος αγοράς κρατικών τίτλων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς αποφάνθηκε ότι ορισμένες ενέργειες της ΕΚΤ είναι παράνομες και αντίκεινται στο Σύνταγμα της Γερμανίας.

Αν και το δικαστήριο δεν διαπίστωσε παραβίαση της απαγόρευσης της νομισματικής χρηματοδότησης των προϋπολογισμών των κρατών μελών,  αναφέρει ότι «η Bundesbank δεν μπορεί  να συμμετέχει πλέον στην εφαρμογή και εκτέλεση των επίμαχων αποφάσεων της ΕΚΤ, εκτός εάν το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ εκδώσει νέα απόφαση που να αποδεικνύει με κατανοητό και τεκμηριωμένο τρόπο ότι οι στόχοι νομισματικής πολιτικής που επιδιώκει το Προόγραμμα Αγοράς του Δημόσιου Τομέα  (PSPP) δεν είναι δυσανάλογοι με τις επιπτώσεις της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής που προκύπτουν από το πρόγραμμα».

Με απλά λόγια ότι οι αποφάσεις της ΕΚΤ δεν υποστηρίζεται από τη Συνθήκη της ΕΕ, άρα δεν ισχύουν στη Γερμανία.

Σημειώνεται ότι το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης εφαρμόστηκε το 2015, για την αγορά κρατικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά προκειμένου το κόστος δανεισμού να διατηρηθεί σχετικά χαμηλό, ανεστάλη το 2018 και ξεκίνησε ξανά τον Νοέμβριο του 2019, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι οικονομικές συνέπειες της πανδημίας.

Τον Μάρτιο, η ΕΚΤ ανακοίνωσε το Έκτακτο Πρόγραμμα Αγοράς Ομολόγων για την Πανδημία (PEPP), στο πλαίσιο του οποίου η Τράπεζα θα αγοράσει φέτος ομόλογα κρατών της Ευρωζώνης ύψους 750 δισεκατομμυρίων ευρώ, πέρα από τα ομόλογα αξίας 20 δισεκατομμυρίων ευρώ που ήδη αγόραζε κάθε μήνα η ΕΚΤ από τον Νοέμβριο.

Το σημερινό πρόγραμμα συνοδεύεται από πολύ λιγότερους όρους από ό,τι το προηγούμενο, γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τον γερμανό οικονομολόγο, Χόλγκερ Σμίντινγκ, επικεφαλής οικονομολόγος της τράπεζας Berenberg, το καθιστά πιο ευάλωτο σε πιθανές δικαστικές προσφυγές.

Όπως σημειώνει το Bloomberg, το γερμανικό δικαστήριο δίνει τώρα περιθώριο τρεις μήνες στην ΕΚΤ να συμμορφωθεί στις επιταγές του γερμανικού Δικαίου και να αναπροσαρμόσει το πρόγραμμα αγιράς ομόλογων ύψους  2,7 τρισ. ευρώ..

Οπως σημειώνει το Ανώτατο Δικαστήριο:

«Οι επίμαχες αποφάσεις απλώς ισχυρίζονται ότι ο στόχος πληθωρισμού των κατωτέρω αλλά πλησίον του, 2% που επιδιώκει η ΕΚΤ δεν έχει ακόμη επιτευχθεί και ότι δεν διατίθενται λιγότερο παρεμβατικά μέσα.
Δεν περιέχουν ούτε πρόγνωση ως προς τις επιπτώσεις της οικονομικής πολιτικής του PSPP ούτε αξιολόγηση του κατά πόσον τέτοιες επιπτώσεις ήταν ανάλογες με τα επιδιωκόμενα πλεονεκτήματα στον τομέα της νομισματικής πολιτικής.
Δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ στην πραγματικότητα έλαβε υπόψη και εξισορρόπησε τις επιπτώσεις που είναι εγγενείς και άμεσες συνέπειες του PSPP, καθώς αυτές οι συνέπειες προκύπτουν πάντοτε από τον όγκο του προγράμματος άνω των 2 τρισ. ευρώ και η διάρκειά του τώρα περισσότερο από τρία χρόνια.
Δεδομένου ότι τα αρνητικά αποτελέσματα του PSPP αυξάνονται όσο αυξάνεται ο όγκος και όσο περισσότερο συνεχίζεται, μια μεγαλύτερη διάρκεια του προγράμματος δημιουργεί αυστηρότερες απαιτήσεις ως προς την απαραίτητη εξισορρόπηση των συμφερόντων.
Το PSPP βελτιώνει τους όρους αναχρηματοδότησης των κρατών μελών καθώς τους επιτρέπει να λαμβάνουν χρηματοδότηση στις κεφαλαιαγορές με πολύ καλύτερες συνθήκες από ό, τι θα συνέβαινε διαφορετικά.
Επομένως, έχει σημαντικό αντίκτυπο στους όρους δημοσιονομικής πολιτικής υπό τους οποίους λειτουργούν τα κράτη μέλη.
Συγκεκριμένα, το PSPP θα μπορούσε να έχει τα ίδια αποτελέσματα με τα μέσα χρηματοοικονομικής βοήθειας σύμφωνα με το άρθρο. 12 επ. Συνθήκη ESM.
Ο όγκος και η διάρκεια του PSPP ενδέχεται να καταστήσουν τα αποτελέσματα του προγράμματος δυσανάλογα, ακόμα και όταν αυτά τα αποτελέσματα αρχικά συμμορφώνονται με το πρωτογενές δίκαιο.
Το PSPP επηρεάζει επίσης τον εμπορικό τραπεζικό τομέα μεταφέροντας μεγάλες ποσότητες κρατικών ομολόγων υψηλού κινδύνου στους ισολογισμούς του Ευρωσυστήματος, γεγονός που βελτιώνει σημαντικά την οικονομική κατάσταση των σχετικών τραπεζών και αυξάνει την πιστοληπτική τους ικανότητα.
Οι επιπτώσεις της οικονομικής πολιτικής του PSPP περιλαμβάνουν επιπλέον τον οικονομικό και κοινωνικό της αντίκτυπο σε όλους σχεδόν τους πολίτες, οι οποίοι επηρεάζονται τουλάχιστον έμμεσα, μεταξύ άλλων ως μέτοχοι, ενοικιαστές, ιδιοκτήτες ακινήτων, αποταμιευτές ή ασφαλιστές.
Για παράδειγμα, υπάρχουν σημαντικές απώλειες για ιδιωτικές αποταμιεύσεις.
Επιπλέον, καθώς το PSPP μειώνει τα γενικά επιτόκια, επιτρέπει στις οικονομικά μη βιώσιμες εταιρείες να παραμείνουν στην αγορά.
Τέλος, όσο περισσότερο συνεχίζεται το πρόγραμμα και όσο αυξάνεται ο συνολικός όγκος του, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος το Ευρωσύστημα να εξαρτάται από την πολιτική των κρατών μελών, καθώς δεν μπορεί πλέον απλά να τερματίσει και να αναιρέσει το πρόγραμμα χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη σταθερότητα της νομισματικής ένωσης».
Θα ήταν υποχρέωση της ΕΚΤ να σταθμίσει αυτές και άλλες σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομική πολιτική και να τις εξισορροπήσει, βάσει εκτιμήσεων αναλογικότητας, έναντι των αναμενόμενων θετικών συνεισφορών στην επίτευξη του στόχου νομισματικής πολιτικής που έχει θέσει η ίδια.
Δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί ότι πραγματοποιήθηκε τέτοια εξισορρόπηση, ούτε όταν το πρόγραμμα ξεκίνησε για πρώτη φορά ούτε σε οποιοδήποτε σημείο κατά την εφαρμογή του.
Εκτός εάν η ΕΚΤ παρέχει τεκμηρίωση που να αποδεικνύει ότι πραγματοποιήθηκε τέτοια εξισορρόπηση, και με ποια μορφή, δεν είναι δυνατόν να διενεργηθεί αποτελεσματικός δικαστικός έλεγχος ως προς το εάν η ΕΚΤ παρέμεινε εντός της εντολής της.