Βελτίωση της «υγείας» του ελληνικού μεταποιητικού τομέα τον Μάρτιο

Βελτίωση των λειτουργικών συνθηκών του ελληνικού μεταποιητικού τομέα τον Μάρτιο υπέδειξαν τα δεδομένα της τελευταίας έρευνας της IHS Markit. Συγκεκριμένα, ο κύριος δείκτης υπευθύνων προμηθειών της IHS Markit για τον τομέα μεταποίησης στην Ελλάδα (Purchasing Managers’ Index – PMI) έκλεισε στις 51,8 μονάδες τον Μάρτιο, τιμή υψηλότερη από τις 49,4 μονάδες του Φεβρουαρίου, υποδεικνύοντας την πρώτη βελτίωση της υγείας του ελληνικού μεταποιητικού τομέα που έχει καταγραφεί από τον Φεβρουάριο του 2020.

Ωστόσο, ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν οριακός σε γενικές γραμμές και αισθητά βραδύτερος από τους ρυθμούς που παρατηρήθηκαν αμέσως πριν από την έξαρση της πανδημίας. Στην αύξηση της τιμής του κύριου δείκτη συνέβαλε η περαιτέρω επιδείνωση της απόδοσης των προμηθευτών τον Μάρτιο (η οποία, κατά κανόνα, αποτελεί ένδειξη βελτίωσης των συνθηκών ζήτησης).

Σύμφωνα με την έρευνα της IHS Markit, οι συνεχιζόμενες διαταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού, που οφείλονταν σε καθυστερήσεις στις μεταφορές και σε ελλείψεις πρώτων υλών ως αποτέλεσμα της πανδημίας του κορονοϊού (COVID-19), επιμήκυναν τον χρόνο παράδοσης προμηθειών. Οι χρόνοι παράδοσης προμηθειών αυξήθηκαν σημαντικά και στον μεγαλύτερο βαθμό που έχει καταγραφεί από τον Απρίλιο του 2020. Λόγω των ελλείψεων προμηθειών, το κόστος εισροών που κλήθηκαν να καταβάλουν οι Έλληνες παραγωγοί αγαθών αυξήθηκε με πρωτοφανή ρυθμό στο τέλος του πρώτου τριμήνου.

Ορισμένες εταιρείες επεσήμαναν, στο πλαίσιο της έρευνας, ότι οι υψηλότερες τιμές εισροών συνδέθηκαν με το επιπρόσθετο κόστος που προέκυψε λόγω Brexit. Οι εταιρείες κατάφεραν να αυξήσουν τις τιμές πώλησης τον Μάρτιο και με τον δριμύτερο ρυθμό που έχει καταγραφεί από την αρχή συλλογής των συγκεκριμένων στοιχείων, τον Νοέμβριο του 2002. Οι ερωτηθέντες στην έρευνα απέδωσαν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, την αύξηση των χρεώσεων στη μετακύλιση του υψηλότερου κόστους στους πελάτες. Παράλληλα, η παραγωγή και οι νέες παραγγελίες συρρικνώθηκαν περαιτέρω, μολονότι ηπιότερα και με οριακούς ρυθμούς. Σύμφωνα με αναφορές, οι μειώσεις οφείλονταν στην εξασθενημένη ζήτηση από την πλευρά των πελατών και στα μέτρα σχετικά με το συνεχιζόμενο κλείσιμο των επιχειρήσεων που ανήκουν στον κλάδο φιλοξενίας και τουρισμού. Κατ’ αναλογία με τις υποτονικές συνθήκες ζήτησης, ο όγκος αδιεκπεραίωτων εργασιών μειώθηκε έντονα τον Μάρτιο. Παρόλ’ αυτά, οι εταιρείες ήταν αισιόδοξες σχετικά με τη μελλοντική παραγωγή και αύξησαν τον αριθμό εργαζομένων τους με τον ταχύτερο ρυθμό που έχει καταγραφεί από τον Φεβρουάριο του 2020. Η εμπιστοσύνη σχετικά με τις προοπτικές ως προς την παραγωγή το 12μηνο βελτιώθηκε επίσης και κυμάνθηκε στο δεύτερο υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί από πέρυσι μετά την έξαρση της πανδημίας.

Τέλος, οι προσπάθειες δημιουργίας αποθεμάτων και αποφυγής μελλοντικών ελλείψεων στις προμήθειες οδήγησαν σε νέα άνοδο των αγορών προμηθειών τον Μάρτιο. Η αύξηση της αγοραστικής δραστηριότητας συνέβη παράλληλα με την περαιτέρω συρρίκνωση των αποθεμάτων προμηθειών και ετοίμων προϊόντων, δεδομένου ότι οι εταιρείες κατέβαλαν σκληρές προσπάθειες για να ανανεώσουν τα αποθέματα εισροών και ετοίμων προϊόντων, λόγω των καθυστερήσεων στις παραδόσεις.