Τζεντιλόνι: Θα έχουμε ύφεση τον χειμώνα – Κορυφώνεται ο πληθωρισμός

Ύφεση αναμένεται αυτό τον χειμώνα στην Ευρωζώνη, με την οικονομία να αρχίζει να έχει θετικές επιδόσεις από την άνοιξη του 2023, τόνισε ο Ευρωπαίος Επίτροπος Οικονομίας, Πάολο Τζεντιλόνι, προσερχόμενος στο Eurogroup. Ο ίδιος σημείωσε όμως ότι σύμφωνα με τις προβλέψεις, η ανάπτυξη αυτή θα είναι χαμηλή.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους, ανέφερε για τον πληθωρισμό ότι κορυφώνεται και αυτό επιβεβαιώνεται από τα πρόσφατα δεδομένα. Σημείωσε επίσης, ότι το 2023, οι πληθωριστικές πιέσεις ναι μεν θα αποκλιμακωθούν, αλλά «πολύ, πολύ σταδιακά». Σε κάθε περίπτωση όμως εκτίμησε πως οι φθινοπωρινές προβλέψεις της Κομισιόν έχουν ήδη αρχίσει να επιβεβαιώνονται.

Ο Π. Τζεντιλόνι παραθέτοντας την ατζέντα της σημερινής συνεδρίασης δήλωσε επίσης ότι θα ξεκινήσουν οι συζητήσεις για τον προϋπολογισμό του 2023. Παρότι θα συνεχιστούν και σε επόμενες συνεδριάσεις, εκτιμά ήδη πως η αναλογία των κρατικών επενδύσεων είναι θετική σε όλα τα κράτη μέλη, ιδίως σε ό,τι αφορά την πράσινη μετάβαση και την ενέργεια, παρά την κρίση. Τόνισε όμως ότι υπάρχει κίνδυνος για διαμόρφωση μεγαλύτερου δημοσιονομικού ελλείμματος από το προσδοκώμενο λόγω της πιθανής παράτασης των μέτρων στήριξης για την ενέργεια.

Επιπλέον, ανέφερε ότι θα πραγματοποιηθεί και η πρώτη συζήτηση για την οικονομική διακυβέρνηση. «Προσπαθούμε να φέρουμε σταθερότητα και ανάπτυξη στο ίδιο επίπεδο», δήλωσε λέγοντας ότι τα κράτη μέλη έχουν διαφορετικές προσεγγίσεις, αλλά και ότι θα πρέπει να πάρουν μία απόφαση στους επόμενους μήνες. Είναι σημαντικό να τεθούν νέοι δημοσιονομικοί κανόνες, θα είναι ένα μήνυμα στις χρηματοπιστωτικές αγορές για την ώθηση της οικονομίας μας, δήλωσε χαρακτηριστικά ο Τζεντιλόνι.

Για το πλαφόν 60 δολαρίων στο ρωσικό πετρέλαιο, το οποίο επετεύφχθη την Παρασκευή, ο Ευρωπαίος Επίτροπος σημείωσε ότι συνολικά, το μέτρο είναι σημαντικό και ότι είναι αρκετά ευχαριστημένος, διότι μετά από μία μεγάλη συζήτηση συνήφθη μία συμφωνία σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το πλαφόν αυτό κατά την εκτίμησή του θα δώσει πλεονέκτημα σε διαφορετικούς «παίκτες» της αγοράς από την G7 και την Αυστραλία.