Ελεύθερα Αγαθά- Ελεύθερη Ισοτιμία- Ελευθερία Επιλογής- Ελεύθερος Ανταγωνισμός

  • Ελεύθερα Αγαθά (Free goods)

Ελεύθερα αγαθά είναι τα αγαθά που δεν υπόκεινται στον περιορισμό της στενότητας και των οποίων οι ποσότητες είναι μεγαλύτερες από εκείνες που χρειάζονται για να ικανοποιηθούν οι αντίστοιχες ανάγκες.

  • Παράδειγμα:
    Το νερό της θάλασσας και ο ήλιος αποτελούν αγαθά τα οποία μπορούν να καταναλωθούν χωρίς τον φόβο εξάντλησης τους.

Το αντίθετο των ελεύθερων αγαθών είναι τα οικονομικά αγαθά.

  • Ελεύθερη Ισοτιμία (Free float)

Ελεύθερη ισοτιμία είναι ένα σύστημα καθορισμού της ισοτιμίας το οποίο βασίζεται στις δυνάμεις της προσφοράς και της  ζήτησης.

Η συναλλαγματική ισοτιμία δηλαδή είναι το σημείο ισορροπίας της προσφοράς και ζήτησης για ένα νόμισμα. Οι συμμετέχοντες στην αγορά συνεχώς αναπροσαρμόζουν τις προσδοκίες και ανάγκες τους για συνάλλαγμα αξιολογώντας και αντιδρώντας σε κάθε διαθέσιμη πληροφορία ή καινούριες ειδήσεις.

Σαν αποτέλεσμα, όταν αλλάζουν οι προσδοκίες για τους ρυθμούς πληθωρισμού, τα επιτόκια, την οικονομική ανάπτυξη, οι σχετικές κυβερνητικές πολιτικές, κ.λ.π., δηλαδή μεγέθη τα οποία επηρεάζουν την προσφορά και ζήτηση για ένα νόμισμα, θα αναπροσαρμόζεται και η ισοτιμία ισορροπίας.

Σε ένα τέτοιο σύστημα οι διακυμάνσεις των ισοτιμιών θα είναι τυχαίες, εφ’ όσον θα καθορίζονται από την τυχαία ροή της πληροφορίας στην αγορά.

Γενικά υπάρχουν τέσσερα διαφορετικά συστήματα καθορισμού της συναλλαγματικής ισοτιμίας:

  1. Σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών
  2. Ζώνες διακύμανσης συναλλαγματικών ισοτιμιών
  3. Διαχείρισης συναλλαγματικών ισοτιμιών
  4. Ελεύθερα κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών
  • Ελευθερία Επιλογής (Economic freedom)

Ελευθερία επιλογής και άσκησης των διαφόρων οικονομικών λειτουργιών θεωρείται ότι έχουν άτομα και επιχειρήσεις στο οικονομικό σύστημα της ελεύθερης αγοράς εφόσον μπορούν να επιλέξουν ελεύθερα τα αγαθά που αγοράζουν οι καταναλωτές, τα εμπορεύματα που παράγουν οι επιχειρήσεις, τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα στα οποία επενδύουν οι επενδυτές, ο τρόπος διάθεσης των αποταμιεύσεων κ.ο.κ.

Η ελευθερία όμως αυτή δεν είναι πάντοτε ανεξέλεγκτη αλλά υπάρχουν ορισμένοι γενικοί νομικοί περιορισμοί καθώς και ειδικότεροι περιορισμοί για την προστασία του κοινωνικού συμφέροντος.

  • Πλήρης / Ελεύθερος / Τέλειος Ανταγωνισμός (Perfect competition)

Πλήρης / Ελεύθερος / Τέλειος ανταγωνισμός επικρατεί στην αγορά όταν υπάρχουν πολλοί αγοραστές και πωλητές που δρουν ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο και δεν έχουν τη δύναμη, σε ατομικό επίπεδο, να επηρεάσουν την τιμή του προϊόντος. Το ίδιο πρέπει να ισχύει και για κάθε συντελεστή παραγωγής.

Επιπλέον πρέπει να είναι ελεύθεροι οι αγοραστές και οι πωλητές να εισέλθουν σε συγκεκριμένες αγορές ή να εξέλθουν από αυτές χωρίς να αντιμετωπίζουν νομικά, θεσμικά ή άλλα εμπόδια που θα δυσκόλευαν την προσαρμοστικότητα της οικονομίας στις μεταβαλλόμενες συνθήκες.

Ορισμένοι οικονομολόγοι ισχυρίζονται ότι ο πλήρης ανταγωνισμός αποτελεί προϋπόθεση για την πρόληψη ή την εξουδετέρωση των ακροτήτων στις οποίες θα μπορούσε να οδηγήσει η επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος.

Πλήρης ανταγωνισμός, δηλαδή, επικρατεί σε ένα κλάδο όταν:

  • Αποτελείται από σχετικά μεγάλο αριθμό μικρών επιχειρήσεων.
  • Το προϊόν θεωρείται από τους καταναλωτές απολύτως ομοιογενές, έτσι είναι αδιάφοροι για το ποια επιχείρηση το παράγει.
  • Λόγω του μεγάλου αριθμού των επιχειρήσεων και του μικρού τους μεγέθους, καμία τους δεν μπορεί να επηρεάζει την τιμή του προϊόντος, άρα αυτή θεωρείται δεδομένη.
  • Υπάρχει απόλυτη ελευθερία εισόδου νέων επιχειρήσεων στον κλάδο καθώς και εξόδου από αυτόν.
  • Πωλητές και αγοραστές έχουν πλήρη γνώση των συνθηκών της αγοράς.

Τέλος, επειδή το προϊόν στους πλήρως ανταγωνιστικούς κλάδους είναι απολύτως ομοιογενές, κανένας παραγωγός δεν έχει συμφέρον να πραγματοποιεί δαπάνες διαφήμισης, γιατί τα οφέλη της θα διαχέονται σε ολόκληρο τον κλάδο.

Η διαφήμιση έχει ενδεχομένως νόημα μόνον όταν γίνεται από το σύνολο των παραγωγών του κλάδου προκειμένου να αυξηθεί η συνολική ζήτηση για το προϊόν.

  • Παράδειγμα:
    Προϊόντα όπως το σιτάρι και το λάδι, μπορούν να θεωρηθούν ομοιογενή γιατί παράγονται από μεγάλο αριθμό σχετικά μικρών παραγωγών. Αν ένας παραγωγός αποφάσιζε να μειώσει ή να αυξήσει την ποσότητα που παράγει, δε θα επηρέαζε ουσιαστικά τη συνολική προσφορά και την τιμή.