Τι σχολιάζουν οι αναλυτές – σήμερα ο Λουκάς Παπαιωάννου

Λουκάς Παπαιωάννου: Οικονομολόγος της Fast Finance ΑΕΠΕΥ

Η χθεσινή αναβάθμιση της Ελληνικής Οικονομίας από τον Οίκο Moody’s, αν και αιφνιδίασε ως προς τον χρόνο της, ήταν αναμενόμενη από την Αγορά σε μετέπειτα χρόνο, αφού ουσιαστικά ακολούθησε τις αναβαθμίσεις άλλων Οίκων αξιολόγησης. Παρά την αναβάθμιση κατά 2 κλίμακες, η αξιολόγηση παραμένει χαμηλότερη των άλλων Οίκων

Αποκαλύπτει δε, συνδυαζόμενη και με όσες έγινα πρόσφατα: Την πρόθεση υποβοήθησης της Ελληνικής Οικονομίας στην επικείμενη έξοδό της (καθαρή, υβριδική, ή όπως αλλιώς ονομαστεί). Και την πρόθεση των Δανειστών, για μια νέα ενδιάμεση διευθέτηση του Ελληνικού χρέους, με μείωση επιτοκίων, αναδιάταξη λήξεων (reprofiling) και περίοδο χάριτος.

Η Αγορά ομολόγων αντέδρασε θετικά, με αποκλιμάκωση των αποδόσεων σε όλες τις σειρές, κυρίως στις κοντινές λήξεις, αλλά όχι στα προηγούμενα χαμηλά επίπεδα που είδαμε πριν την έκδοση του 7ετους ομολόγου. Υπενθυμίζουμε ότι και μετά τις πρόσφατες αναβαθμίσεις, τα Ελληνικά Κρατικά ομόλογα συνεχίζουν να κατατάσσονται ως “junk bonds” και απέχουν από την κατηγορία “investment grade”, επενδυτικά επιλέξιμα 3 – 6 βαθμίδες, ανάλογα με τον εκάστοτε Οίκο αξιολόγησης. Όμως οι εγγενείς αδυναμίες που τόσα χρόνια ταλαιπωρούν την Ελληνική Οικονομία, παρά την προσπάθεια ωραιοποίησης που γίνεται, παραμένουν.

Ως βασικότερες αξιολογούνται: Η ανάγκη για επίτευξη υψηλών πολυετών πλεονασμάτων άνω του 3,5%. Η υπερφορολόγηση και η πολυετής κόπωση, έχοντας επιφέρει μείωση στα φορολογικά έσοδα. Και η συνεχιζόμενη αύξηση του Κράτους μετά από 8 χρόνια κρίσης. Αυτά τα στοιχεία αναδεικνύει σε έκθεση της και η Citi, μειώνοντας τις εκτιμήσεις για ανάπτυξη πέριξ του 1,2%, για την επόμενη διετία.

Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να εκτιμήσει τις επιπτώσεις στην Ελληνική Οικονομία και στην καμπύλη επιτοκίων, από την πρόσφατη πολιτική όξυνση, αλλά και την συνεχιζόμενη προκλητικότητα των Γειτόνων εξ Ανατολών (και όχι μόνο). Αν δε η αναταραχή στις Αγορές, κυρίως τις ομολογιακές, ενταθεί, τότε η διαχείριση της κατάστασης θα γίνει ακόμα δυσκολότερη.

Στην Χρηματιστηριακή Αγορά, η αναβάθμιση δεν έδωσε κάτι παραπάνω από μια μικρή αναμενόμενη αντίδραση, μετά την διόρθωση των τελευταίων ημερών. Εξάλλου όπως είχαμε αναφέρει και σε πρόσφατα σχόλιά μας, οι αποτιμήσεις αρκετών εταιρειών δεν μπορούν χαρακτηριστούν πλέον “φθηνές, ή ευκαιρίες”, όσον αναφορά τα θεμελιώδη μεγέθη τους και θα πρέπει να επαναξιολογήσουμε τα ratio με βάση τις νέες αποτιμήσεις, αλλά και τα εκτιμώμενα κέρδη του 2017.

Ο Τραπεζικός κλάδος και ο δείκτης Τραπεζών, παρά την πρόσφατη μικρή διόρθωση του, συσσωρεύει σε στενό εύρος τιμών μεταξύ 900 και 1000 μονάδων και μόνο η διάσπαση αυτών των επιπέδων θα ξεκαθαρίσει την συνέχεια. Η αποστολή στοιχείων από τις Ελληνικές Τράπεζες στις 28/2, προς την ΕΚΤ και τον SSM, η εξέλιξη των “stress tests” και η ανάγκη για πιθανές αυξήσεις κεφαλαίου, θα κρατήσει υψηλά την μεταβλητότητα, τουλάχιστον μέχρι το τέλος Απριλίου.

Τεχνικά μόνο διάσπαση της αντίστασης των 860 μονάδων αναιρεί το καθοδικό σενάριο και μας οδηγεί ξανά πέριξ των 900 – 920 μονάδων. Τυχόν εξέλιξη του καθοδικού σεναρίου δίνει στόχους πέριξ των 780 – 770 μονάδων. Αντίστοιχα και όσον αφορά τον δείκτη υψηλής κεφαλαιοποίησης, αποτυχία διάσπασης των 2203 μονάδων. μεγαλώνει τις πιθανότητες για επαναπροσέγγιση των 2070 μονάδων, με τελικό στόχο εκπλήρωσης τις 2030 – 2020 και 1970 μονάδες.

Το τελευταίο διάστημα έχουμε επιστήσει ιδιαίτερη προσοχή για το διεθνές περιβάλλον, όπου παρατηρούνται φαινόμενα κόπωσης στης Αγορές μετοχών και ομολόγων. Αύξηση των επιτοκίων και του πληθωρισμού μπορεί να δημιουργήσει αστάθεια στις Αγορές και σε συνδυασμό με ένα περίεργο – αντισυστημικό αποτέλεσμα στις Ιταλικές εκλογές (4/3/18), μπορούν να εκτινάξουν την μεταβλητότητα και την ανησυχία των Αγορών.

Αναμένουμε με ενδιαφέρον την αντίδραση των αγορών (επιτοκιακή απόδοση), μετά την άντληση $258 δισ. βραχυχρόνιου και μεσοχρόνιου Αμερικανικού χρέους που ολοκληρώνεται αργά σήμερα. Η πρόσφατη εκτίναξη του φόβου (VIX), η αύξηση της διακύμανσης στο Αμερικανικό Χρηματιστήριο, αλλά και τα μικτά μακροοικονομικά στοιχεία που δημοσιεύονται, μας προϊδεάζουν ότι βρισκόμαστε στο τέλος του ανοδικού κύκλου και όσο πλησιάζουμε στο 2ο τρίμηνο, με την ολοκλήρωση των εταιρικών αποτελεσμάτων, οι κίνδυνοι μεγαλώνουν.

Συμπερασματικά, θα πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση, να μην παρασυρόμαστε σε αψυχολόγητες αγορές και να ακολουθούμε τις προεπιλεγμένες στρατηγικές μας, ειδικά αν αφορούν στρατηγικές “profit taking” σε συγκεκριμένους στόχους. Τυχόν διορθώσεις σε προηγούμενες σημαντικές αντιστάσεις, για εταιρείες με καλά θεμελιώδη μεγέθη, θα πρέπει να εκλαμβάνονται σαν ευκαιρίες αγορών, με χρήση ‘stop loss’ και πάντα με διαχείριση θέσεων, λαμβάνοντας υπόψη τις διαμορφούμενες διεθνείς συγκυρίες.

 

* ,