Τι πρέπει να γνωρίζουμε για το εμβόλιο της Johnson & Johnson

Τη γνωμοδότησή τους για την έγκριση του εμβολίου της Johnson & Johnson στη Ευρωπαϊκή Ένωση ανακοινώνει σήμερα ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (EMA).

Το εμβόλιο παρουσιάζει πολλά πλεονεκτήματα ως προς τη λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας, καθώς είναι μονοδοσικό -αντίθετα με τα εμβόλια των Pfizer/BionTech, Moderna και AstraZeneca- που χορηγούνται σε δύο δόσεις με απόσταση εβδομάδων. Επίσης, διατηρείται για διάστημα τριών μηνών σε θερμοκρασίες κοινού ψυγείου, πράγμα που διευκολύνει τη διάθεσή του.

Η αποτελεσματικότητά του δοκιμάστηκε σε κλινικές δοκιμές με τη συμμετοχή 40.000 ατόμων ηλικίας 18 ετών και άνω σε πολλές χώρες, όπως οι ΗΠΑ, η Βραζιλία, το Μεξικό και η Νότια Αφρική. Οι μισοί από τους συμμετέχοντες έλαβαν το εμβόλιο, οι άλλοι μισοί έλαβαν placebo και στη συνέχεια έγιναν οι συγκρίσεις ανάμεσα στις δύο ομάδες. Το εμβόλιο αποδείχθηκε κατά 85% αποτελεσματικό στην αποφυγή σοβαρής νόσησης από Covid-19, στοιχείο σημαντικό, διότι φαίνεται ότι αποτρέπει τη νοσηλεία και τον θάνατο. Κανένα από τα εμβολιασμένα άτομα δεν πέθανε από Covid-19 κατά τη διάρκεια των δοκιμών, έναντι 7 θανάτων που σημειώθηκαν στην ομάδα του placebo.

Το εμβόλιο έδειξε επίσης αποτελεσματικότητα 66% στην πρόληψη ήπιας έως σοβαρής νόσησης. Ενα ποσοστό που συνοψίζει τις διαφορετικές πραγματικότητες μεταξύ χωρών: 72% στις ΗΠΑ, 64% στη Νότια Αφρική, όπου η παραλλαγή B.1.351 κυριαρχούσε κατά την περίοδο των κλινικών δοκιμών, σύμφωνα με τα στοιχεία που αναλύθηκαν από τον Αμερικανικό Οργανισμό Φαρμάκων.

Σε σχέση με τα άλλα εμβόλια, το 66% σε αποτελεσματικότητα δεν μπορεί να συγκριθεί με το 95% των Pfizer και Moderna προειδοποιούν οι ειδικοί. Στην πραγματικότητα, οι κλινικές δοκιμές των Pfizer και Moderna διεξήχθησαν σε χρόνο που οι παραλλαγές, και κυρίως η νοτιοαφρικανική παραλλαγή, δεν ήταν διαδεδομένες.

Οι συχνότερες παρενέργειες που καταγράφηκαν κατά τις κλινικές δοκιμές ήταν πόνος στο σημείο της ένεσης, πονοκέφαλος, εξάντληση και μυϊκοί πόνοι. Στη Νότια Αφρική καταγράφηκε τουλάχιστον ένα περιστατικό αναφυλαξίας, σύμφωνα με την εταιρεία Johnson & Johnson. Τέτοιες αντιδράσεις, αν και πολύ σπάνιες, έχουν προκληθεί και μετά την χορήγηση των εμβολίων των Moderna και Pfizer.

Το εμβόλιο της Johnson & Johnson είναι ένα εμβόλιο ιικού φορέα. Χρησιμοποιεί έναν εξασθενημένο αδενοϊό, τροποποιημένο ώστε να δέχεται γενετικές οδηγίες του τμήματος του ιού που ευθύνεται για την Covid-19. Μόλις εισαχθεί στα κύτταρα, παράγεται πρωτεΐνη χαρακτηριστική του κορωνοϊού SARS-CoV-2, που εκπαιδεύει το ανοσοποιητικό σύστημα να την αναγνωρίζει.

Το εμβόλιο της Johnson & Johnson έχει λάβει άδεια επείγουσας χρήσης στις Ηνωμένες Πολιτείας από το τέλος του Φεβρουαρίου. Εχει επίσης εγκριθεί στον Καναδά στις αρχές του Μαρτίου. Πριν από τις δύο αυτές χώρες, η Νότια Αφρική έχει ήδη αρχίσει τη χρήση του.

Η φαρμακευτική εταιρεία ανακοίνωσε ότι μελετά την αποτελεσματικότητα της χορήγησης δύο δόσεων, αντί μίας, στην παροχή ανοσολογικής προστασίας. Ορισμένοι επιστήμονες έχουν εκφράσει επιφυλάξεις για το αποτέλεσμα της επιπλέον δόσης, εξαιτίας της τεχνικής που χρησιμοποιήθηκε για την ανάπτυξη του εμβολίου: το ανοσοποιητικό σύστημα ενδέχεται να αναγνωρίσει τον αποδυναμωμένο ιό «όχημα» που διοχετεύεται μία δεύτερη φορά και να τον εξουδετερώσει πριν αυτός μπορέσει να δράσει. Η Johnson & Johnson ανακοίνωσε επίσης την έναρξη δοκιμών στους εφήβους, και στη συνέχεια σε παιδιά και εγκύους.