Τα ρωσικά και κινεζικά εμβόλια χρειάζονται ένα μικρό “εμβόλιο” αξιοπιστίας

Της Clara Ferreira Marques


Clara Ferreira Marques is a Bloomberg Opinion columnist covering commodities and environmental, social and governance issues. Previously, she was an associate editor for Reuters Breakingviews, and editor and correspondent for Reuters in Singapore, India, the U.K., Italy and Russia.


  • Σε μια πανδημία, η εμπιστοσύνη είναι το παν.

Το Πεκίνο και η Μόσχα διείδαν από νωρίς τα πιθανά οφέλη του να προσχωρήσουν στον αγώνα δρόμου για την παραγωγή ενός αποτελεσματικού μέσου εμβολιασμού εναντίον της Covid-19.

Εκτός από τα οφέλη για τη δημόσια υγεία και την έντονη συνειδητοποίηση εκ μέρους των δύο κυβερνήσεων σχετικά με την ανάγκη να έχουν αυτάρκεια στον συγκεκριμένο τομέα, μια σαφής νίκη σε αυτό το πεδίο θα αποτελούσε επικύρωση των μοντέλων διακυβέρνησης και καινοτομίας των δύο χωρών.

Θα σήμαινε επίσης μια πολύ απαραίτητη ενίσχυση της εικόνας τους, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Τελικώς, και οι δύο σημείωσαν επιτυχία. Η Ρωσία τον Αύγουστο, χωρίς να κάνει “οικονομία” στους πανηγυρισμούς, έγινε η πρώτη χώρα η οποία χορήγησε κανονιστική έγκριση για ένα εμβόλιο σε ένα από τους δύο κορυφαία υποψήφια σκευάσματά της.

Μέχρι τότε, το Πεκίνο είχε ήδη επιτρέψει τη χορήγηση δόσεων ενός από τα δικά του εμβόλια στα μέλη των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων. Περίπου το ένα πέμπτο όλων των εμβολίων που αναφέρονται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ως ευρισκόμενα σε φάση κλινικών δοκιμών είναι κινεζικά.

Το ζήτημα της εμπιστοσύνης και της διαφάνειας
Ωστόσο, χωρίς περισσότερη διαφάνεια σχετικά με την έρευνα και τις κλινικές δοκιμές – και λίγο λιγότερη προπαγάνδα – καμία εκ των δύο χωρών δεν θα κερδίσει την εμπιστοσύνη η οποία απαιτείται για να αποκομίσει πλήρη ανταμοιβή για τις προσπάθειές της στον συγκεκριμένο τομέα.

Για μια ένδειξη του ελλείμματος εμπιστοσύνης, ρίξτε μια ματιά στον τρόπο με τον οποίο η αγορά ανταποκρίθηκε στο πράσινο φως της Ρωσίας για το εμβόλιο Sputnik V ή στις ειδήσεις ότι το εμβληματικό ρωσικό αυτό εμβόλιο είναι περισσότερο από 90% αποτελεσματικό έναντι του κορονοϊού.

Επρόκειτο για ένα “χασμουρητό” σε σύγκριση με τον ανεξέλεγκτο ενθουσιασμό που προκάλεσε η Moderna Therapeutics όταν δημοσίευσε ενθαρρυντικά δεδομένα τον Ιούλιο ή με τον διαρκή ενθουσιασμό καθώς το εμβόλιο της Pfizer και της γερμανικής BioNTech περνά από τη διαδικασία έγκρισης στις ΗΠΑ.

Τον περασμένο μήνα, τα θετικά αποτελέσματα από μια κλινική δοκιμή μεγάλης κλίμακας του τελευταίου ήταν αρκετά για να ωθήσουν τους δείκτες S&P 500, MSCI World και MSCI All-World σε επίπεδα ρεκόρ, σε μεγάλο βαθμό χάρη στα ισχυρά στοιχεία για την αποτελεσματικότητα του εμβολίου.

Η Κίνα αντιμετώπιζε υψηλότερα εμπόδια εμπιστοσύνης από την αρχή. Εκεί εμφανίστηκαν τα πρώτα κρούσματα της ασθένειας και υπήρχαν ερωτηματικά από τις πρώτες ημέρες της πανδημίας σχετικά με το πόσο γρήγορα το Πεκίνο είχε μοιραστεί πληροφορίες με τον υπόλοιπο πλανήτη, χάνοντας ίσως ευκαιρίες να επιβραδύνει την παγκόσμια εξάπλωση του ιού. Ακόμα κι αν δεν αποτελούσε επανάληψη του 2002 και του 2003, όταν το Πεκίνο χρειάστηκε μήνες για να αποκαλύψει το ξέσπασμα της επιδημίας του Σοβαρού Οξέος Αναπνευστικού Συνδρόμου (SARS), η επιφυλακή παραμένει.

Στη συνέχεια, υπάρχει ο αντίκτυπος προηγούμενων σκανδάλων γύρω από εμβόλια, πιο ειδικά εκείνο της χορηγήσης εμβολίων κατώτερων των διεθνώς αποδεκτών στάνταρντ, το 2018. Από τότε, οι σχετικοί έλεγχοι στην Κίνα έχουν αναθεωρηθεί.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρόεδρος της Βραζιλίας, Jair Bolsonaro – ο οποίος δεν είναι ξένος στην πρακτική του να αναμειγνύει την υγειονομική πολιτική και τα αιτήματα της λαϊκιστικής πολιτικής – επέκρινε τον Οκτώβριο τις δοκιμές του εμβολίου της Sinovac Biotech στη χώρα του, υποστηρίζοντας ότι οι άνθρωποι δεν αισθάνονταν ασφαλείς “λόγω της προέλευσής του”. Υπό περιστάσεις που έφεραν σε αμήχανη θέση τους ειδικούς ερευνητές στη Βραζιλία, η τελική φάση των δοκιμών του συγκεκριμένου εμβολίου ανεστάλη.

Η περίπτωση της Ρωσίας δεν είναι πολύ διαφορετική. Η χώρα δεν έχει κάποια ιδιαίτερη παράδοση στην έρευνα ή την παραγωγή εμβολίων, ωστόσο η όλο και πιο απομονωμένη διεθνώς κυβέρνησή της εξακολουθούσε να βλέπει στην υπόθεση αυτή μια ευκαιρία να ενισχύσει τη διεθνή της θέση και να κερδίσει το είδος του φωτοστέφανου που έλαβε η σοβιετική επιστήμη με τον αγώνα της να στείλει ανθρώπους στο διάστημα. Το πρώτο ρωσικό εμβόλιο – και δεν αποτελεί έκπληξη – ονομάστηκε Sputnik V.

Ωστόσο, με λιγοστά δεδομένα και άφθονη κυβερνητική προώθηση, ο αγώνας δρόμου για τις εγκρίσεις και το σόου γύρω από τα αποτελέσματα δεν έχει μεταφραστεί σε εντυπωσιακές διπλωματικές ή έστω εσωτερικές νίκες. Για τη Ρωσία, οι κατασκευαστικές αρρυθμίες δεν βοήθησαν στο εσωτερικό της χώρας, ενώ ακόμη λιγότερο βοήθησαν οι κατηγορίες από αρκετές χώρες, τον Ιούλιο, ότι χάκερ που υποστηρίζονται από τη Μόσχα προσπάθησαν να κλέψουν ερευνητικά στοιχεία.

Σύμφωνα με έρευνα του Οκτωβρίου από το Levada Center, ανεξάρτητο φορέα δημοσκοπικών ερευνών, το 59% των Ρώσων οι οποίοι ερωτήθησαν δήλωσαν ότι δεν θα λάβουν το εμβόλιο. Όπως το θέτει η Tatiana Stanovaya, επικεφαλής συμβούλων πολιτικής στην R.Politik, το Κρεμλίνο, το οποίο θεωρούσε το εμβόλιο ως ζήτημα υπερηφάνειας και αυτοεπιβεβαίωσης, απλώς υπερέβαλε στη διαφημιστική του εκστρατεία. Το αποτέλεσμα ήταν μια οξεία έλλειψη εμπιστοσύνης από πλευράς του κοινού.

Ερωτηματικά
Το Πεκίνο και η Μόσχα έφτασαν στη γραμμή τερματισμού με εντυπωσιακή ταχύτητα, αλλά χωρίς τα πλεονεκτήματα του “πρωτοπόρου” τα οποία ανέμεναν. Ό,τι κι αν συμβεί στη συνέχεια, πρέπει να λάβουν υπ’ όψη τους δύο συγκεκριμένους λόγους γι’ αυτή την κατάσταση.

Ο πρώτος είναι το πώς αντιμετωπίστηκε γενικά το εμβόλιο κατά του κορονοϊού στα αρχικά στάδια των δοκιμών. Όλοι κινήθηκαν με αστρονομική ταχύτητα, “κόβοντας δρόμο”, καθώς ανακαλύψεις που συνήθως χρειάζονται χρόνια συμβαίνουν μέσα σε μήνες. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, άλλωστε, διακυβεύονται υπερβολικά πολλά.

Υπάρχουν όμως συγκεκριμένα ερωτήματα σχετικά με την εκτεταμένη πειραματική χρήση και στις δύο χώρες. Η Κίνα χορηγούσε σε χιλιάδες ανθρώπους μη εγκεκριμένες δόσεις έξω από την κλινική δοκιμαστική διαδικασία, με πολλούς εξ αυτών να είναι εργαζόμενοι οι οποίοι πιθανόν να μην είχαν την ελευθερία να αρνηθούν.

Στη Ρωσία, βέβαια, οι επιστήμονες εμβολιάστηκαν οι ίδιοι, ενώ ορισμένοι από τους πλουσιότερους ανθρώπους της χώρας υποβλήθηκαν επίσης στο πειραματικό εμβολιαστικό σκεύασμα, ήδη από τον Απρίλιο. Οι ομάδες εθελοντών οι οποίες έλαβαν μέρος στις κλινικές δοκιμές, πάντως, ήταν μικρές.

Το πιο σημαντικό, ωστόσο, είναι το ζήτημα της διαφάνειας. Η Ρωσία δημοσίευσε ορισμένες πληροφορίες από τις μελέτες των φάσεων 1 και 2 για το εμβόλιο Sputnik. Αμέσως μετά τη δημοσίευση των πρώτων αποτελεσμάτων, ωστόσο, εκφράστηκαν ανησυχίες από ομάδα δυτικών επιστημόνων, οι οποίοι εντόπισαν, για παράδειγμα, επαναλαμβανόμενα μοτίβα στα δεδομένα τα οποία δεν εξηγούνταν πλήρως.

Έκτοτε, επιστήμονες από κορυφαία ρωσικά πανεπιστήμια ζήτησαν επίσης περισσότερες πληροφορίες, αμφισβητώντας περαιτέρω της μεθοδολογία και την ανάλυση των δεδομένων. Ακόμη λιγότερα είναι γνωστά για το δεύτερο υποψήφιο εμβόλιο.

Το ίδιο ισχύει και για την Κίνα. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δήλωσαν ότι το εμβόλιο της Sinopharm έδειξε 86% αποτελεσματικότητα στις δοκιμές Φάσης 3, ωστόσο απαιτούνται περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τις παρενέργειες και τα δημογραφικά στοιχεία. Ακόμη κι έτσι, ωστόσο, το εμβόλιο αναμένεται να λάβει την πλήρη έγκριση των κινεζικών αρχών αργότερα μέσα στον Δεκέμβριο.

Η Ρωσία και η Κίνα απευθύνονται ήδη σε μεγάλο μέρος του αναπτυσσόμενου κόσμου με τα ευκολότερα στην αποθήκευσή και πιθανώς φθηνότερα εμβόλιά τους. Το Πεκίνο προσχώρησε στο Covax, το σχέδιο που υποστηρίζεται από τον ΠΟΥ για τη διανομή εμβολίων σε παγκόσμια κλίμακα. Ο βραχίονας εφοδιασμού της Alibaba, για παράδειγμα, έχει ήδη δημιουργήσει μια διαδρομή ψυχρής αλυσίδας προς την Αντίς Αμπέμπα. Ρώσοι αξιωματούχοι αναφέρουν ότι έχουν λάβει παραγγελίες για 1,2 δισεκατομμύρια δόσεις.

Η ανθρωπότητα χρειάζεται βέβαια όση επιτυχία μπορεί να συγκεντρώσει. Χρειάζεται επίσης και λίγο περισσότερα δεδομένα.