Τα NPLs, η χαμένη τραπεζική ανταγωνιστικότητα και πως μπορούν να εξυγιανθούν οι τραπεζικοί ισολογισμοί

Τα NPLs, η χαμένη τραπεζική ανταγωνιστικότητα και πως μπορούν να εξυγιανθούν οι τραπεζικοί ισολογισμοί

του Νικήτα Παπαντωνίου* και του Στέλιου Ορφανάκη**

  • Η Ελληνική οικονομία έχει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της πανδημίας μετά από μία σκληρή δεκαετία, όσον αφορά την δημοσιονομική πολιτική, που την οδήγησε σε πτώση του ΑΕΠ της χώρας κατά 24,2% την περίοδο 2008-2019, υπολογισμένο σε τρέχουσες τιμές, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.

Στην περίοδο αυτή οι καθυστερήσεις στα δάνεια αυξηθήκαν και, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), τα δάνεια σε καθυστέρηση άνω των 90 ημερών έφτασαν στο 36.7% τον Ιούνιο του 2020, έναντι  5,4% τον Μάρτιο του 2008. Στον εταιρικό δανεισμό η αντίστοιχη εικόνα είναι στο 33.3% έναντι 5.6%. Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος είναι οι τράπεζες να χάσουν μεγάλο μέρος της χρηματιστηριακής τους αξίας, ενώ χρειάστηκαν και 3 υποχρεωτικές αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου.

Έχουν γίνει πολλές προσπάθειες ώστε οι τράπεζες να εξυγιανθούν, είτε μέσω τιτλοποιήσεων προβληματικών δανείων, είτε μέσω αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου, είτε με πώληση περιουσιακών στοιχείων. Όμως το αποτέλεσμα είναι το ίδιο και ο τραπεζικός δείκτης στο χρηματιστήριο πελαγοδρομεί κοντά στα επίπεδα των ιστορικών χαμηλών. Ο νόμος Κατσέλη και η ατολμία των Ελληνικών κυβερνήσεων να βάλουν ένα τέλος στον φαύλο κύκλο της αθέτησης πληρωμών μέσω των πλειστηριασμών, όπως και η κακή δομή των τραπεζικών ιδρυμάτων, οδήγησαν στην κατάρρευση των τραπεζικών ισολογισμών. Το ζητούμενο λοιπόν είναι πώς θα ανορθωθεί η υγιής τραπεζική δραστηριότητα. Και εδώ αρχίζει η ανάλυση.

Οι τράπεζες, χάνοντας πολλά έσοδα από τα κόκκινα δάνεια, άρχισαν να αυξάνουν τις τραπεζικές χρεώσεις και κυρίως να αυξάνουν τα επιτόκια τους σε ένα περιβάλλον εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων, όπου το 60% των ομολόγων παγκοσμίως είναι σε αρνητικό επίπεδο, ενώ το άλλο 20% είναι κάτω από 1%.

  • Είναι χαρακτηριστικό ότι το δεκαετές  Ελληνικό ομόλογο έχει απόδοση κοντά στο 0,7% σε μία χώρα όπου το χρέος της αγγίζει το 200% και οι Ελληνικές επιχειρήσεις για τον Σεπτέμβριο του 2020 δανείζονται για περίοδο άνω των 5 ετών με 3.27% εκτός από την εισφορά του 0.6% που επιβάλλεται στα επιχειρηματικά δάνεια, ανεβάζοντας το χρηματοδοτικό κόστος στο 3.87% (με την εισφορά του 0,6%).

Η εισφορά αυτή ισχύει από το 1975 με σκοπό τότε την επιδότηση των εξαγωγικών επιχειρήσεων…. Πολλές επιχειρήσεις είναι σίγουρα σε πολύ καλύτερη κατάσταση από την Ελληνική πολιτεία και αυτή, αντί να τους επιβραβεύει, τους χρεώνει ένα καπέλο της τάξης του 75% σε σχέση με το κόστος δανεισμού της χώρας, αναδεικνύοντας την Ελλάδα στο τραπεζικό κόστος ως την τελευταία σοβιετία της Ευρώπης.

  • Το παρακάτω γράφημα απεικονίζει την ανομοιογένεια που υπάρχει στο κόστος δανεισμού για μικρά δάνεια (έως 250.000 ευρώ) που αφορούν μικρομεσαίες επιχειρήσεις εντός της ΕΕ. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν ευνοϊκότερους όρους δανεισμού στο Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και τη Γαλλία, ενώ το πιο ακριβό περιβάλλον δανεισμού διαμορφώνεται στην Εσθονία, την Ελλάδα και την Ιρλανδία. Επιπρόσθετα είναι άξιο αναφοράς ότι για το Σεπτέμβριο του 2020, μετά από 15 μήνες διακυβέρνησης από τη ΝΔ, ανεξαρτήτως ποσού και μαζί με την εισφορά του 0,6% φθάνουν το 4,85%

Οι ελληνικές τράπεζες έχουν πάρα πολλούς λόγους να είναι μακράν οι πιο μη ανταγωνιστικές τράπεζες της ΕΕ. Ένας λόγος είναι τα προβληματικά δάνεια, τα οποία αποτελούν περίπου το 40% του συνόλου των τραπεζικών δανείων (μετρούμενα ως NPE). Το νούμερο αυτό αποτελεί το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωζώνη. Η Κύπρος έχει το αντίστοιχο ποσοστό στο 35% ενώ οι υπόλοιπες χώρες ΕΕ βρίσκονται πολύ-πολύ χαμηλότερα.

  • Η ύπαρξη τόσο υψηλού ποσοστού προβληματικών δανείων εισάγει εκ των πραγμάτων φρένο στο δανεισμό νέων επιχειρήσεων, πόσο μάλλον αν λάβουμε υπόψη ότι ακόμη και σήμερα δεν αποφεύγεται ο δανεισμός σε επιχειρήσεις zombie.  Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην Ελλάδα, μετά την αλλαγή του Ποινικού Κώδικα, τα τραπεζικά στελέχη μπορούν να προχωρήσουν με μεγαλύτερη ασφάλεια στην χορήγηση νέων δανείων, αφού δεν υπάρχει το αδίκημα της απιστίας, το οποίο διώκεται μόνον κατ΄ έγκληση.

Άλλοι σημαντικοί λόγοι είναι: α) το σχετικά υψηλό λειτουργικό κόστος, ακόμη και σήμερα, κάτι που φαίνεται από τις συνεχείς εθελούσιες εξόδους που προσφέρουν στους υπαλλήλους τους εδώ και μια δεκαετία, και β) η αναποτελεσματική πτωχευτική διαδικασία, κάτι που δεν άλλαξε και με κυβέρνηση ΝΔ.

Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι το γνωστό σε όλους Pareto effect, όπου το 80% των εσόδων έρχεται από το 20% των «πελατών», με αποτέλεσμα οι Ελληνικές τράπεζες να μετακυλούν το χαμένο κέρδος στις πλάτες της υγιούς επιχειρηματικότητας, στραγγαλίζοντας ουσιαστικά την ανταγωνιστικότητα των Ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών.

  • Μάλιστα, όλα αυτά συμβαίνουν, ενώ το κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών μας είναι εξαιρετικά χαμηλό για την ημιθανή κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Με αυτή την πρακτική στην Ελληνική τράπεζα έρχονται όλοι εκείνοι, που απλά δεν έχουν πρόσβαση στον δανεισμό από το εξωτερικό και από αυτούς οι μισοί περίπου θα καταφέρουν να αποπληρώσουν το δάνειο τους χωρίς σημαντικές καθυστερήσεις.

Είναι προφανές λοιπόν ότι η εξυγίανση των Ελληνικών τραπεζικών ισολογισμών δεν μπορεί να γίνει μόνο με όρους «κόστους» δηλαδή με πώληση και τιτλοποίηση δανείων, αλλά και με υγιή πιστωτική ανάπτυξη, δηλαδή και με όρους «εσόδων». Η ανάπτυξη αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί με επιτόκια αφενός υψηλά, σε σχέση με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, όσο και με κρατικά χαράτσια, όπως η εισφορά του νόμου 128/1975 που επιβαρύνουν ακόμη τον τραπεζικό δανεισμό, εκτός από τις πιστώσεις τύπου factoring και leasing και φυσικά τον ομολογιακό δανεισμό, που πρόσβαση έχουν μόνο οι μεσαίες και μεγάλες εταιρείες.

  • Δυστυχώς η Ελληνική τιμολογιακή πολιτική των τραπεζών είναι υψηλή, διότι περιλαμβάνει το ρίσκο δανειοδότησης σε μία υπερχρεωμένη χώρα με μεγάλη δημοσιονομική προσαρμογή, η οποία οδήγησε αναγκαστικά πολλές εταιρείες και φυσικά πρόσωπα σε συνθήκες είτε χρεωκοπίας, είτε σημαντικής έλλειψης ρευστότητας. Αυτό όμως πρέπει να αποτελέσει  αφορμή ώστε αφενός οι τράπεζες να επιβραβεύουν με σημαντικές εκπτώσεις τους συνεπείς πελάτες, αφετέρου το κράτος να σταματήσει να φορτώνει με χαράτσια την τραπεζική πίστωση, μειώνοντας την ανταγωνιστικότητα των Ελληνικών επιχειρήσεων.

* Ο κ. Νικήτας Παπαντωνίου-Καρτάλης είναι πρώην CFO της Nobacco, αναλυτής της Eurobank, σύμβουλος στο ΕΒΕΑ και νυν καθηγητής-επιχειρηματίας στην εταιρεία Διακρότημα. Είναι πτυχιούχος φυσικός με μεταπτυχιακές σπουδές στα εφαρμοσμένα μαθηματικά, τα χρηματοοικονομικά-διοίκηση καθώς και στο marketing management, ενώ μεταξύ άλλων έχει πιστοποίηση σε IFRS λογιστικά πρότυπα.

** Ο κ. Στέλιος Ορφανάκης έχει εργαστεί μεταξύ άλλων θέσεων ως Επενδυτικός Σύμβουλος στην Ιδιωτική Τραπεζική (Alpha Private Bank – Όμιλος ALPHA BANK), ενώ τώρα εργάζεται ως Καθηγητής (M.Sc) Φυσικών και Θετικών Επιστημών στη Δημόσια Εκπαίδευση. Είναι πτυχιούχος φυσικός με μεταπτυχιακές σπουδές, έχει εξειδικευθεί στην Τραπεζική Διοίκηση και σε Παράγωγα Προϊόντα.