ΣΥΡΙΖΑ: Η «μαύρη βίβλος της πανδημίας» – Θα ήταν πολύ λιγότεροι οι νεκροί αν είχε ενισχυθεί το ΕΣΥ

Σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση για τον τρόπο διαχείρισης της πανδημίας άσκησε η αξιωματική αντιπολίτευση σε διαδικτυακή συνέντευξη Τύπου που παρέθεσε η ΚΟ και ο τομέας Υγείας του κόμματος για την παρουσίαση της «Μαύρης βίβλου της πανδημίας». Πρόκειται για μια ειδική 66σέλιδη έκδοση με την οποία ο αρμόδιος τομέας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ «φιλοδοξεί να συμβάλει στην τεκμηριωμένη κριτική για τα όσα έγιναν και όσα δεν έγιναν για την αντιμετώπιση της κρίσης και την ανάδειξη μιας στρατηγικής που θα μπορούσε να είχε ακολουθηθεί αλλά αγνοήθηκε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη».

Ο τομεάρχης Υγείας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Ανδρέας Ξανθός επισήμανε τον δεκάλογο θέσεων και αξόνων που έχει καταθέσει το κόμμα για την ανασυγκρότηση του ΕΣΥ, την επένδυση στο δυναμικό του, «για να ξεπεράσουμε την παρατεταμένη κρίση και την υποχώρηση της λειτουργίας του δημόσιου συστήματος υγείας και να υπάρξει προοπτική βελτίωσης των παρεχόμενων υπηρεσιών, στη γραμμή της ισότητας, καθολικότητας, αποτελεσματικότητας της φροντίδας».

Σε αυτό το πλαίσιο, αφού τόνισε ότι το κλειδί μιας προοπτικής αναβάθμισης της δημόσιας υγείας είναι η αύξηση των δαπανών για την Υγεία, υπογράμμισε τη δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για ενίσχυση των προϋπολογισμών του ΕΣΥ και του ΕΟΠΥΥ με στόχο τη σύγκλιση με το μέσο ευρωπαϊκό όρο στις δημόσιες δαπάνες υγείας (7% του ΑΕΠ).

Η γραμματέας της ΚΟ, Όλγα Γεροβασίλη, τοποθέτησε τη συζήτηση στη συγκυρία των παράλληλων πολλαπλών κρίσεων (ακρίβεια, διεθνείς εξελίξεις, εθνικά) κατηγορώντας την κυβέρνηση για αλλαγή τού δόγματος στην εξωτερική πολιτική και απουσία ενημέρωσης πολιτών, κομμάτων, Κοινοβουλίου. Σχολίασε ότι οι 5+1 δεσμεύσεις του Αλέξη Τσίπρα στο συνέδριο «ανάγκασαν» τον πρωθυπουργό να ανακοινώσει «εικονική αύξηση» μισθών και «δήθεν φορολόγηση» των κολοσσών ενέργειας, ενώ κατηγόρησε την κυβέρνηση για «πολιτική έντασης για να κρύψει τα προβλήματα της».

Είπε ότι, αν και σε αποκλιμάκωση, η πανδημία είναι εδώ και ότι δεν μπορεί κανείς να ξεχάσει ότι έχουμε χάσει περίπου 30.000 ανθρώπους, ότι παραμένουν αν και σε μικρότερους ρυθμούς οι διασωληνωμένοι και οι θάνατο. Σημείωσε ότι «αποκαλύφθηκε σε όλη αυτή την περίοδο ότι θα είχαν σωθεί πολύ περισσότεροι συνάνθρωποι μας αν είχε ενισχυθεί το ΕΣΥ και αν δεν είχε τη λογική η κυβέρνηση ότι δεν πρέπει να το ενισχύσουμε  με το επιχείρημα «τι να κάνουμε ένα πολυτελές ΕΣΥ όταν τελειώσει η πανδημία»».

Ο κ. Ξανθός κατηγόρησε κυβέρνηση και υπουργείο Υγείας ότι «δεν έκαναν ποτέ σοβαρή προσπάθεια εντοπισμού λαθών και παραλείψεων ώστε να διορθώσουν χειρισμούς, πηγαίνοντας έτσι από το ένα κύμα στο άλλο». Είπε ότι στη «Μαύρη Βίβλο για την πανδημία» επιχειρείται μέσω αξιοποίησης της βιβλιογραφίας, τοποθετήσεις διεθνών οργανισμών, παρεμβάσεις ακαδημαϊκών, στελεχών και εμπειρογνωμόνων τής δημόσιας υγείας, να τεκμηριωθεί ότι «υπήρχε διαφορετική στρατηγική αλλά με πολιτική επιλογή της κυβέρνησης δεν ακολουθήθηκε διότι επέλεξε να μην επενδύσει στο δημόσιο σύστημα υγείας».

Την κατηγόρησε ότι λειτούργησε ως επιταχυντής της κρίσης, τονίζοντας ότι είναι «απολύτως ψευδείς» οι τοποθετήσεις και του πρωθυπουργού ότι σε δύο χρόνια έγιναν στο ΕΣΥ πράγματα που ποτέ δεν είχαν ξαναγίνει και πως έγινε ό,τι έπρεπε και ό,τι ήταν δυνατόν. Προσέθεσε ότι οι δείκτες είναι αψευδείς μάρτυρες και πως όχι μόνο στην αιχμή των κυμάτων αλλά και τώρα που είμαστε σε φάση αποδρομής η κατάταξη της χώρας ήταν «ιδιαίτερα αρνητική και προσβλητική», ενώ «αυξήθηκαν οι υγειονομικές ανισότητες στη διάρκεια της πανδημίας».

Μίλησε για «εγκληματικές ευθύνες και ανεπάρκειες» της κυβέρνησης στην πανδημία, σχολιάζοντας ότι υποεκτίμησε τον κίνδυνο και συμπεριφερόταν μετά από κάθε κύμα ως εάν να είχε τελειώσει η πανδημία. «Τα έκανε αυτά γιατί δεν ήθελε να δεσμευτεί σε μια απλόχερη και μακροπρόθεσμου χαρακτήρα παρέμβαση στο ΕΣΥ», είπε.

Κατηγόρησε ακόμη την κυβέρνηση ότι περίμενε να τελειώσει με τις εκκρεμότητες της πανδημίας για να προχωρήσει στη «συρρίκνωση δομών, μετακύλιση του κόστους στην τσέπη του πολίτη, ιδιωτικοποίηση των φιλέτων του ΕΣΥ και ολιγοπωλιακή αναδιάρθρωση της ιδιωτικής αγοράς γιατί εκπροσωπεί πολιτικά τα μεγάλα συμφέροντα στο χώρο της υγείας».

Ο κ. Ξανθός υποστήριξε ότι «η πανδημία έδωσε χαριστική βολή στο νεοφιλελεύθερο αφήγημα περί υπεροχής του ιδιωτικού τομέα, καθώς όλοι κατάλαβαν ότι οι δημόσιες δομές, παρά τις δυσκολίες και τα προβλήματα τους, σήκωσαν το βάρος και τους έδωσαν την καλύτερη δυνατή περίθαλψη». Σημείωσε ότι οι δημόσιες δομές είναι που θα πρέπει να στηριχτούν κατά προτεραιότητα.

Από την πλευρά του, ο αναπληρωτής τομεάρχης Υγείας, Γιώργος Βαρεμένος, στάθηκε ιδιαίτερα στην κατάσταση της δημόσιας υγείας στην περιφέρεια, σχολιάζοντας μεταξύ άλλων πως κατά την πανδημία ό,τι έγινε στην πρωτεύουσα έγινε και στην περιφέρεια με μαζική αναστολή χειρουργείων.

Κατηγορώντας την κυβέρνηση για «συνειδητή απόφαση αποδυνάμωσης του ΕΣΥ» έφερε ως παράδειγμα το νοσοκομείο του Αγρινίου, αναφέροντας ότι από το τέλος του έτους έχουν αποχωρήσει 11 γιατροί, 9 με σύνταξη και 2 με παραίτηση, ενώ ήδη τελούν υπό παραίτηση άλλοι 3 και μέσα στον χρόνο επίκειται η συνταξιοδότηση ακόμα 4. Τόνισε ότι από αυτές τις θέσεις δεν έχει καλυφθεί καμία, «και αυτό παρότι από τις αρχές του χρόνου είναι γνωστό ποιοι θα συνταξιοδοτηθούν».

Ο κ. Βαρεμένος στάθηκε επίσης στο ζήτημα των αναθέσεων προμηθειών, κάνοντας λόγο για σκανδαλώδη χειρισμό, ενώ καταλόγισε στην κυβέρνηση και απουσία διάθεσης για συναίνεση στο ελάχιστο επίπεδο και καλλιέργεια του διχασμού, κυρίως στο θέμα του εμβολιασμού.

Κληθείς να σχολιάσει ισχυρισμό που έχει διατυπωθεί κατά τον οποίο αν η πανδημία έβρισκε τη χώρα με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ τα πράγματα θα ήταν χειρότερα, ο κ. Ξανθός είπε ότι «αυτό μόνο θυμηδία μπορεί να προκαλέσει, ειδικά στους ανθρώπους της Υγείας που μπορούν να κάνουν συγκρίσεις», τονίζοντας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ σε περίοδο χρεοκοπίας της χώρας έδωσε δείγματα γραφής και ότι παρά τη δημοσιονομική πίεση υπήρξαν τελείως διαφορετικές προτεραιότητες στήριξης του ΕΣΥ απ’ ό,τι στην «πρώτη μνημονιακή περίοδο». «Αν η ΝΔ ήταν αντιπολίτευση και όχι κυβέρνηση στην πανδημία, δεν μπορεί κανείς να φανταστεί σε τι τυμβωρυχία θα επιδιδόταν», σχολίασε ο κ. Βαρεμένος.

Η κυρία Γεροβασίλη τόνισε πως το αν η χώρα ανταπεξήλθε όσο και όπως μπόρεσε να το κάνει, είναι εξαιτίας της προηγούμενης οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. «Το αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο έκανε τη δουλειά του, όμως αυτά τα ψευτοδιλήμματα ποιος είναι ικανότερος, ήρθε η ζωή για να τα αποδείξει», πρόσθεσε.

Ο κ. Ξανθός ρωτήθηκε και για το ενδεχόμενο υποχρεωτικότητας σε περίπτωση τέταρτου εμβολιασμού το φθινόπωρο. Ο πρώην υπουργός τόνισε ότι πάντα η θέση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ότι ακούει με σεβασμό τις εισηγήσεις των θεσμοθετημένων οργάνων της Πολιτείας που τεκμηριώνονται βάσει των συστάσεων του ΠΟΥ, του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου Λοιμώξεων και των άλλων ευρωπαϊκών θεσμών και πως αυτό που κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι να ασκεί πολιτικό έλεγχο στον τρόπο εφαρμογής στη χώρα μας όσον αφορά στη στήριξη του ΕΣΥ και την ενεργητική συναίνεση και συνδρομή των πολιτών στη δημόσια υγεία.

Κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι έκανε μια από τις πιο αδιαφανείς διαχειρίσεις της πανδημίας και σε σχέση με την πρόσβαση στα δεδομένα, ενώ στο θέμα των εμβολιασμών «δεν έγινε η απαιτούμενη καμπάνια ενημέρωσης». Αυτό διότι, όπως είπε, «η κυβέρνηση έχει στη λογική της την κουλτούρα της επιβολής και την τάση να μεταθέτει πάντα την ευθύνη στον πολίτη».

Προσέθεσε ότι κατόπιν αυτών υπήρξε κρίση εμπιστοσύνης προς τους ειδικούς από την εργαλειοποίηση τους εκ μέρους της κυβέρνησης. Τόνισε ότι πλέον πρέπει για κάθε κίνηση να υπάρχουν τεκμηριωμένες απαντήσεις επιστημονικές και καθαρή ενημέρωση και της κοινής γνώμης και των πολιτικών δυνάμεων.

Σχολίασε ότι όμως η σημερινή πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας διέκοψε τον δίαυλο ενημέρωσης με τα κόμματα. Αναφορικά, ειδικότερα, με την 4η δόση, είπε ότι αυτό είναι ένα αμιγώς επιστημονικό ζήτημα στο οποίο η διεθνής επιστημονική κοινότητα δεν έχει ακόμα καταλήξει, γιατί θέλει να δει τη δυναμική της εξέλιξης της πανδημίας στο επόμενο διάστημα.

Επισήμανε ότι προς το παρόν ισχύει ισχυρή σύσταση σε ευάλωτους, ευπαθείς ομάδες και στους άνω των 60 και πως συζητείται και στην Ευρώπη και στη χώρα μας η πιθανότητα να γενικευθεί αυτή η σύσταση σε όλον τον πληθυσμό. «Το υπουργείο θα πρέπει να ενημερώσει υπεύθυνα τις πολιτικές δυνάμεις και το Κοινοβούλιο», σημείωσε.