Συνεχίζει ανοδικά η ελληνική μεταποίηση παρά τις αναταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού

Τα στοιχεία της έρευνας PMI του Σεπτεμβρίου υπέδειξαν σημαντική βελτίωση της υγείας του ελληνικού μεταποιητικού τομέα. Η συνολική αύξηση υποστηρίχθηκε από την περαιτέρω ισχυρή αύξηση της παραγωγής και των νέων παραγγελιών, παρά τις σοβαρές αναταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού.

Παρότι πολλοί επισήμαναν ότι η ιστορική επιδείνωση της απόδοσης των προμηθευτών περιόρισε την αύξηση της παραγωγής, οι συνθήκες ζήτησης παρέμειναν, σύμφωνα με αναφορές, σταθερές. Παρ’ όλα αυτά, οι πρωτοφανείς καθυστερήσεις στις παραδόσεις προμηθειών επέτειναν την πίεση που ασκήθηκε στο παραγωγικό δυναμικό, καθώς ο όγκος αδιεκπεραίωτων εργασιών αυξήθηκε με ρυθμό-ρεκόρ στην ιστορία της έρευνας.

Ο κύριος Δείκτης Υπευθύνων Προμηθειών της IHS Markit για τον τομέα μεταποίησης στην Ελλάδα (Purchasing Managers’ Index -PMI) είναι ένας σύνθετος δείκτης της απόδοσης της μεταποιητικής οικονομίας. Προκύπτει από δείκτες σχετικά με τις νέες παραγγελίες, την παραγωγή, την απασχόληση, τον χρόνο παράδοσης προμηθειών και τα αποθέματα προμηθειών. Οποιαδήποτε τιμή πάνω από το σημείο μηδενικής μεταβολής των 50.0 μονάδων υποδεικνύει συνολική βελτίωση των συνθηκών του τομέα.

Ο κύριος δείκτης PMI έκλεισε στις 58.4 μονάδες τον Σεπτέμβριο, τιμή ελαφρώς χαμηλότερη από τις 59.3 μονάδες του Αυγούστου, υποδεικνύοντας ραγδαία βελτίωση των λειτουργικών συνθηκών του ελληνικού μεταποιητικού τομέα. Η ανάπτυξη ήρθε σε σημαντική αντίθεση με τον μέσο όρο της έρευνας, ο οποίος υποδεικνύει ευρύτερη στασιμότητα στον τομέα.

Η περαιτέρω έντονη αύξηση της παραγωγής κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου συνέβαλε στη συνολική ανάπτυξη. Ο ρυθμός αύξησης της παραγωγής ήταν ο δεύτερος ταχύτερος που έχει καταγραφεί από τον Απρίλιο του 2019, παρότι εξασθένησε λόγω των ελλείψεων σε πρώτες ύλες, οι οποίες περιόρισαν την παραγωγική ικανότητα. Τα στοιχεία της έρευνας του Σεπτεμβρίου υπέδειξαν απότομη αύξηση των νέων παραγγελιών, καθώς οι ελληνικές εταιρείες του μεταποιητικού τομέα ανέφεραν έντονες συνθήκες ζήτησης. Ο ρυθμός αύξησης των νέων πωλήσεων ήταν μεταξύ των ταχύτερων που έχουν καταγραφεί στη διάρκεια των 22 ετών που πραγματοποιείται η συλλογή των συγκεκριμένων στοιχείων. Η αύξηση αποδόθηκε στην απόκτηση νέων πελατών και στις προσπάθειες από την πλευρά των πελατών να εξασφαλίσουν έτοιμα προϊόντα.

Η ταχύτερη αύξηση των νέων παραγγελιών εξαγωγών τον Σεπτέμβριο υποστήριξε επίσης το σύνολο των νέων πωλήσεων. Ο ρυθμός αύξησης ήταν ο ταχύτερος που έχει καταγραφεί σε διάστημα τριών μηνών, καθώς οι εταιρείες εισήλθαν σε νέες αγορές.

Η πίεση στο εργατικό δυναμικό που οφείλεται στη διαρκή αύξηση των νέων παραγγελιών και στις συνεχείς σημαντικές ελλείψεις υλικών, τον Σεπτέμβριο, οδήγησαν στη δριμύτερη αύξηση των αδιεκπεραίωτων εργασιών που έχει καταγραφεί στην ιστορία της έρευνας.

Οι εταιρείες προσπάθησαν να υποστηρίξουν την παραγωγή αυξάνοντας τον αριθμό των εργαζομένων, καθώς τα επίπεδα απασχόλησης αυξήθηκαν σημαντικά. Ο ρυθμός αύξησης της δημιουργίας θέσεων εργασίας ήταν ο βραδύτερος που έχει καταγραφεί σε διάστημα πέντε μηνών, παρότι εξασθένησε ελαφρά από τον αντίστοιχο που παρατηρήθηκε τον Αύγουστο.

Εν τω μεταξύ, οι καθυστερήσεις στις μεταφορές και οι ελλείψεις υλικών οδήγησαν σε πρωτοφανή αύξηση των τιμών εισροών. Σύμφωνα με αναφορές, η αξιοσημείωτη επιτάχυνση του ρυθμού αύξησης του κόστους οφειλόταν στο υψηλότερο κόστος πρώτων υλών και αποστολής. Οι εταιρείες κατάφεραν να μετακυλίσουν μέρος της αύξησης κόστους στους πελάτες, καθώς ο ρυθμός αύξησης των χρεώσεων επιταχύνθηκε και ήταν ο ταχύτερος που έχει καταγραφεί σε διάστημα τριών μηνών.

Ακόμα μία σημαντική επιδείνωση της απόδοσης των προμηθευτών ήρθε να προστεθεί στους φόβους των κατασκευαστών για περαιτέρω ελλείψεις προμηθειών. Ως εκ τούτου, οι εταιρείες αύξησαν απότομα την αγοραστική τους δραστηριότητα. Παρ’ όλα αυτά, τα αποθέματα προμηθειών και ετοίμων προϊόντων μειώθηκαν εκ νέου, καθώς οι εταιρείες χρησιμοποίησαν τα τρέχοντα αποθέματα για να συμπληρώσουν την
παραγωγή και τις πωλήσεις.

Οι προσδοκίες σχετικά με την παραγωγή μέσα στο επόμενο έτος ήταν έντονες τον Σεπτέμβριο. Η εμπιστοσύνη κυμάνθηκε σε υψηλότερα επίπεδα, λόγω της ελπίδας για εντονότερη ζήτηση από την πλευρά των πελατών και για τη λήξη της πανδημίας.