Συμφωνία Ζαββού – Λαγκάρντ για τον αναβαλλόμενο φόρο – Τα ανταλλάγματα

Λύση στο θέμα του αναβαλλόμενου φόρου και του κινδύνου ενεργοποίησής του σε περίπτωση ενδεχόμενων ζημιών από τις τράπεζες τα επόμενα χρόνια, εξαιτίας της περαιτέρω δραστικής απομείωσης των κόκκινων δανείων ή εξαιτίας επιπτώσεων από την πανδημική κρίση, δίνει η ΕΚΤ, εγκρίνοντας τροποποίηση του άρθρου 27 του ελληνικού φορολογικού κώδικα (νόμος 4172/2013) σχετικά με τη μεταφορά ζημιών και αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTA) που προκύπτουν από διαφορές χρέωσης.

Κατόπιν επιτυχούς προσωπικής διαπραγμάτευσης, διάρκειας τριών μηνών, του αρμόδιου για το χρηματοπιστωτικό σύστημα υφυπουργού Οικονομικών κ. Γ. Ζαββού με τους Θεσμούς και δη με την ΕΚΤ/SSM, η ΕΚΤ μόλις εξέδωσε γνωμοδότηση με την οποία ενέκρινε το σχέδιο διάταξης που υπέβαλε ο αρμόδιος υφυπουργός κ. Γ. Ζαββός σχετικά με την παροχή της δυνατότητας μετακύλισης τυχόν μη συμψηφισθέντων ποσών χρεωστικής διαφοράς, λόγω μη επάρκειας φορολογικών κερδών σε μία χρήση, σε επόμενο φορολογικό έτος στο οποίο θα υπάρχει επάρκεια φορολογικών κερδών. Η μεταφορά αυτή θα μπορεί να γίνεται σε οποιαδήποτε φορολογική χρήση εντός της αντίστοιχης 20ετούς περιόδου απόσβεσης που προβλέπουν οι διατάξεις για την απόσβεση των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων των τραπεζών.

Με την θετική γνωμοδότησή της, η ΕΚΤ έκρινε ότι η  εν λόγω τροποποίηση ήταν απαραίτητη για την εξομάλυνση των τυχόν επιπτώσεων που μπορεί να προκύψουν από την ταχεία απομόχλευση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Ειδικότερα, σε περίπτωση που τα φορολογικά κέρδη της 20ετούς περιόδου δεν επαρκούν για τον πλήρη συμψηφισμό των μεταφερόμενων αυτών ποσών, τυχόν υπόλοιπό τους λογίζεται ως φορολογική ζημιά κατά το εικοστό έτος της περιόδου και υπόκειται στον κανόνα μεταφοράς της παραγράφου 1 του άρθρου 27.

Σύμφωνα με πηγές από το ΥΠΟΙΚ, ως αντάλλαγμα, οι ελληνικές τράπεζες υποχρεούνται να βελτιώσουν την ποιότητα των κεφαλαίων τους τα επόμενα χρόνια, είτε με εσωτερική δημιουργία ή με εκδόσεις τίτλων.

Οι κινήσεις αυτές ούτως ή αλλιώς περιλαμβάνονται στους σχεδιασμούς τους, στο πλαίσιο και της σχετικής υποχρέωσής τους για τη νέα οδηγία MREL.

Με την αλλαγή της νομοθεσίας επιτυγχάνονται μεταξύ άλλων τα εξής:

  • Οι τράπεζες μπορούν να προχωρήσουν σε νέες επιθετικές κινήσεις μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, αναλαμβάνοντας τις όποιες ζημιές σε επίπεδο χρήσης, χωρίς καμία επίπτωση στη μετοχική τους σύνθεση
  • Διευκολύνεται η προώθηση μεγάλων τιτλοποιήσεων, στο πλαίσιο του προγράμματος κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής 2», με στόχο το αργότερο έως και το τέλος του 2022 οι δείκτες καθυστερήσεων να συγκλίνουν με το μέσο ευρωπαϊκό όρο
  • Οι επενδυτές θα αισθάνονται πιο ασφαλείς να τοποθετηθούν στον εγχώριο κλάδο, καθώς δεν θα κρύβονται εκπλήξεις σε περίπτωση που καταγραφούν ζημιές σε μία χρονιά

Σημασία της γνωμοδότησης της ΕΚΤ

Με το σχέδιο διάταξης που υπέβαλε ο αρμόδιος υφυπουργός Οικονομικών κ. Γ. Ζαββός και ενέκρινε η ΕΚΤ, βγαίνει πλέον από το τραπέζι ο κίνδυνος ενεργοποίησης του DTC και δίνεται στις τράπεζες η δυνατότητα να προχωρήσουν στην ολική εκκαθάριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων από τους ισολογισμούς τους, χωρίς να αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο απομείωσης των εποπτικών τους κεφαλαίων και της καταγραφής ζημιών, η οποία θα οδηγούσε σε ενεργοποίηση των διατάξεων του αναβαλλόμενου φόρου και αναγκαστική είσοδο του Δημοσίου στο μετοχικό τους κεφάλαιο.

Ο κίνδυνος ενεργοποίησης του αναβαλλόμενου φόρου -ο οποίος πλέον αίρεται-, αποτελούσε «αγκάθι» για την προσέλκυση επενδυτών στις ελληνικές τράπεζες. Με την επίλυση του ζητήματος από τον αρμόδιο υφυπουργό Οικονομικών και με την θετική γνωμοδότηση της ΕΚΤ και του SSM, υποστηρίζεται η επίτευξη των στόχων των τραπεζών για την αντιμετώπιση του εναπομείναντος αποθέματος ΜΕΔ μέσω του «Ηρακλή ΙΙ» και κλείνει οριστικά η συζήτηση και η αβεβαιότητα για το εάν οι ελληνικές τράπεζες θα χρειαστούν πρόσθετες λύσεις για να επιτύχουν την εκκαθάριση των κόκκινων δανείων.

Έτσι, με την εν λόγω ρύθμιση οι ελληνικές τράπεζες θα μπορούν να ανταποκριθούν επαρκώς στους στόχους τους για μείωση των Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων σε μονοψήφια ποσοστά εντός του 2021 και σίγουρα εντός του 2022, όπως έχουν ανακοινώσει.

Παράλληλα με την νέα αυτή επιτυχία της ελληνικής κυβέρνησης ενισχύεται η επενδυσιμότητα των ελληνικών τραπεζών σε μια φάση ιδιαίτερα κρίσιμη για την ανάκαμψη και την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Επιπρόσθετα, η επιτυχία αυτή θα αποτελέσει και ένα σημαντικό βήμα των ελληνικών τραπεζών για την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας.

Η γνωμοδότηση της ΕΚΤ

Με την από 29/07/2021 απόφασή του, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ εξέδωσε νομική γνωμοδότηση που επιτρέπει τη μεταφορά ζημιών και αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTA) που προκύπτουν από διαφορές χρέωσης.

Η ΕΚΤ έκρινε ότι η μείωση των ΜΕΑ από ελληνικά συστημικά πιστωτικά ιδρύματα παραμένει επί του παρόντος η κύρια εποπτική προτεραιότητα. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΚΤ υποστήριξε ότι ο στόχος του σχεδίου τροποποιήσεων που πρότεινε η Ελληνική Κυβέρνηση είναι να διευκολύνει τις σημαντικές πρωτοβουλίες απομόχλευσης που αναλαμβάνουν τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα μέσω του προγράμματος Ηρακλής.

Η ΕΚΤ έκρινε  ότι το σχέδιο νόμου δεν τροποποιεί το άρθρο 27α του ελληνικού φορολογικού κώδικα σχετικά με την επιλεξιμότητα των DTA για μετατροπή σε αναβαλλόμενες πιστώσεις φόρου, διάταξη σχετική με τις απαιτήσεις του άρθρο 39 παράγραφος 2 του κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Στην προτεινόμενη ρύθμιση του υπουργείου Οικονομικών που ενέκρινε η ΕΚΤ θεσπίζεται η εξής σειρά προτεραιότητας: σε κάθε έτος συμψηφίζεται πρώτα η ετήσια απόσβεση της χρεωστικής διαφοράς από το PSI, στη συνέχεια η ετήσια απόσβεση της χρεωστικής διαφοράς από διαγραφές ή μεταβιβάσεις δανείων και πιστώσεων και μετά τυχόν μη συμψηφισθέντα σε προηγούμενα έτη υπόλοιπα της τελευταίας αυτής χρεωστικής διαφοράς, με τα προγενέστερα υπόλοιπα να προηγούνται των μεταγενέστερων. Ακολουθεί ο συμψηφισμός των μεταφερόμενων φορολογικών ζημιών.