Στην επιβεβαίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα “ΒΒ” προχώρησε η Fitch Ratings

Στην επιβεβαίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα “ΒΒ” προχώρησε η Fitch Ratings, διατηρώντας παράλληλα σταθερές τις προοπτικές, όπως αναμενόταν.

Όπως αναφέρει ο οίκος, η αξιολόγηση της Ελλάδας αντικατοπτρίζει το υψηλό επίπεδο του κατά κεφαλήν εισοδήματος, που υπερβαίνει αυτό χωρών με αξιολόγηση “BB” και BBB”, καθώς και το επίπεδο διακυβέρνησης που είναι καλύτερο από αυτό χωρών σε αντίστοιχη επενδυτική βαθμίδα.

Πλεονεκτήματα που, σύμφωνα με τον οίκο, αντισταθμίζονται από την αδύναμη μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική, το εξαιρετικά υψηλό επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων του τραπεζικού τομέα και το πολύ υψηλό επίπεδο κυβερνητικού και εξωτερικού χρέους.

Επίσης, σημειώνει ότι οι σταθερές προοπτικές αντικατοπτρίζουν τον βαθμό εμπιστοσύνης στη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών της χώρας, ακόμα και μετά το σοβαρό σοκ που υπέστη η ελληνική οικονομία από την πανδημία του κορονοϊού, αλλά και τους κινδύνους που εγκυμονούν.

Σύμφωνα με τη Fitch, το ελληνικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 9,2% σε ετήσια βάση κατά τα τρία πρώτα τρίμηνα του 2020, λόγω της ιδιαίτερα απότομης πτώσης των εξαγωγών κατά περίπου 25%, και κυρίως λόγω της σημαντικής μείωσης των τουριστικών αφίξεων. Για το σύνολο του 2020, ο οίκος εκτιμά ότι η μείωση του ΑΕΠ ανήλθε στο 10,2%.

Η Fitch, πάντως, σημειώνει ότι αναμένει ισχυρή οικονομική ανάκαμψη την επόμενη διετία, υπό την παραδοχή ότι η παγκόσμια υγειονομική κρίση θα υποχωρήσει σημαντικά και θα απορροφηθούν εμπροσθοβαρός οι διαθέσιμοι πόροι από το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ.

Ωστόσο, τονίζει ότι υπάρχουν κίνδυνοι για τις οικονομικές προοπτικές της χώρας, όπως η καθυστέρηση του προγράμματος εμβολιασμού, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στους κύριους εμπορικούς της εταιρους, που θα μπορούσε να επιβραδύνει την ανάκαμψη του τουριστικού τομέα, αλλά και η αργή απορρόφηση των κεφαλαίων της ΕΕ που θα “φρενάρει” την αύξηση της εγχώριας ζήτησης.

Ο οίκος προβλέπει ότι το πραγματικό ΑΕΠ θα αρχίσει να ανακάμπτει έντονα από το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, αν και προσθέτει ότι η “κληρονομιά” του 2020 και τα συνεχιζόμενα περιοριστικά μέτρα στο πρώτο τρίμηνο του 2021, περιορίζουν την πρόβλεψή της για τον ρυθμό ανάπτυξης φέτος μόλις στο 3%.

Δεδομένης της παράτασης του lockdown, της ακόμα ανησυχητικής επιδημιολογικής εικόνας στην Ευρώπη αλλά και της αργής εκκίνησης της εκστρατείας του εμβολιασμού, οι αναλυτές ανέμεναν ευρέως πως η Fitch δεν θα προχωρήσει ακόμα σε κάποια αλλαγή της “βαθμολογίας” ή των προοπτικών της Ελλάδας. Άλλωστε ο οίκος είναι ο λιγότερο αυστηρός, καθώς αξιολογεί τη χώρα μας δύο σκαλοπάτια κάτω από τη επενδυτική βαθμίδα (με σταθερές προοπτικές), ενώ οι Moody’s, S&P και DBRS, τρία.

Η Ελλάδα είναι γεγονός πως ξεχώρισε το 2020 στο μέτωπο των αξιολογήσεων, καθώς αποτέλεσε εξαίρεση σε αυτό που χαρακτηρίστηκε ως ένα έτος αρνητικών δράσεων σε ό,τι αφορά τα ratings των χωρών από τους “κυρίαρχους” του παιχνιδιού. Αν και τον Απρίλιο του 2020 οι θετικές προοπτικές που έδιναν Fitch, S&P και DBRS προς τη χώρα μας μειώθηκαν “αναγκαστικά” σε σταθερές, η Moody’s επέλεξε να μην “μιλήσει”. Ωστόσο, τον Νοέμβριο αποφάσισε να κάνει τη διαφορά και να δώσει στη χώρα την αναβάθμιση που “χρωστούσε” (ήταν και η πιο αυστηρή μεταξύ των τεσσάρων).

Αξίζει να σημειώσουμε πως στους  παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε βελτίωση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας η Fitch έχει τοποθετήσει τους εξής: 1) την επιστροφή του δημόσιου χρέους/ΑΕΠ σε σταθερή πτωτική πορεία μετά την πανδημία, για παράδειγμα λόγω της δημοσιονομικής εξυγίανσης, της επιστροφής στην αύξηση του ΑΕΠ και της διατήρησης των χαμηλών επιτοκίων, 2) την βελτίωση της μεσοπρόθεσμης πορείας της ανάπτυξης μετά το σοκ του κορονοϊού, ιδιαίτερα εάν υποστηρίζεται από την εφαρμογή αποτελεσματικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, και 3) το χαμηλότερο ρίσκο “μεταφοράς” των κινδύνων του τραπεζικού τομέα στον κρατικό ισολογισμό.

Η πανδημία προφανώς δεν ανέκοψε την ανοδική τροχιά στην οποία βρισκόταν η αξιολόγηση της Ελλάδας, και το επόμενο διάστημα, με βάση και την ενίσχυση της αναπτυξιακής δυναμικής της χώρας, αναμένεται αυτή η τροχιά να πάρει περισσότερη… φόρα. Η Citi αναμένει πως οι οίκοι θα αλλάξουν γενικότερα στάση το 2021 και ο πτωτικός κύκλος των αξιολογήσεων θα σταματήσει, λόγω της στήριξης από την ΕΚΤ και το Ταμείο Ανάκαμψης, με το 2022 κυρίως να αναμένεται να δούμε τις περισσότερες αναβαθμίσεις. Η Ελλάδα θα ηγηθεί των αναβαθμίσεων των οίκων, όπως και η Πορτογαλία, κάτι που συνέβη και πριν ξεσπάσει η πανδημία, όπως εκτιμά η αμερικάνικη τράπεζα. Παράλληλα, και η JP Morgan έχει εκτιμήσει πως η Ελλάδα, όπως και η Κύπρος, θα δουν αναβαθμίσεις από τους οίκους αξιολόγησης φέτος αν και δεν αναμένεται ακόμη ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, καθώς αυτό θα αποτελέσει θέμα του 2022. Από την πλευρά της, η Société Générale σημείωσε πρόσφατα πως οι αξιολογήσεις της Ελλάδας από τους οίκους δεν κινδυνεύουν, παρά το παρατεταμένο lockdown και τη συρρίκνωση της οικονομίας.

Σημειώνεται πως τα επόμενα 7 “ραντεβού” της Ελλάδας με τους οίκους φέτος έχουν ως εξής: μετά τη Fitch σήμερα, ακολουθεί στις 19 Μαρτίου η DBRS, τον Απρίλιο, στις 24 του μήνα, χτυπάει την πόρτα των ελληνικών αξιολογήσεων και ο οίκος S&P, ενώ η Moody’s θα περιμένει έως τον Μάιο για την πρώτη προγραμματισμένη αξιολόγησή της, στις 21 του μήνα.

Οι δεύτεροι γύροι αξιολογήσεων είναι στις 16 Ιουλίου από τη Fitch, στις 17 Σεπτεμβρίου από την DBRS, στις 22 Οκτωβρίου από την S&P και στις 19 Νοεμβρίου από την Moody’s.