Στη Βρετανία μεταφέρει η BioNTech την έρευνά της για τον καρκίνο

Τη μεταφορά στη Βρετανία της έρευνάς της για τον καρκίνο ανακοίνωσε η γερμανική φαρμακοβιομηχανία BioNTech, η οποία κατασκεύασε το πρώτο εμβόλιο τεχνολογίας mRNA κατά του κορωνοϊού.

Όπως αναφέρουν οι συνιδρυτές της εταιρίας BioNTech, θεωρούν ευνοϊκότερες τις συνθήκες  για τη φαρμακευτική έρευνα στη Βρετανία. «Οι εταιρείες συνεργάζονται στενά με τις Αρχές και η ανάπτυξη φαρμάκων είναι ταχύτερη. Η BioNTech βασίζεται στα δυνατά σημεία κάθε χώρας για τα θέματα έρευνας και ανάπτυξης φαρμάκων» δήλωσε στη γερμανική εφημερίδα «Bild» η εκ των ιδρυτών της εταιρείας Εζλέμ Τουρετζί και πρόσθεσε ότι στο εξής θα είναι εξαιρετικά σημαντικό να δημιουργηθούν οικοσυστήματα ευνοϊκά για την έρευνα. «Αυτό ισχύει μεταξύ άλλων για τη χρηματοδότηση της έρευνας και την ταχύτερη μετατροπή της σε εφαρμογή, την προώθηση των βιοτεχνολογικών οικοσυστημάτων στην Ευρώπη και τους αντίστοιχους κανονισμούς και κατευθυντήριες γραμμές» πρόσθεσε η Εζλέμ Τουρετζί.

Σύμφωνα με την εφημερίδα, η BioNTech προστίθεται σε μια σειρά γερμανικών εταιρειών υψηλής τεχνολογίας, οι οποίες εγκαταλείπουν όχι μόνο τη Γερμανία αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση, προς αναζήτηση ευνοϊκότερων συνθηκών. Ενδεικτικά, η Bayer σκοπεύει να μεταφέρει μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς της στην Κίνα και στις ΗΠΑ, διότι «η Ευρώπη δεν είναι φιλική προς την καινοτομία». Η βιομηχανία χημικών BASF κατασκευάζει εργοστάσιο στην Κίνα, γεγονός που συνεπάγεται άμεσο κίνδυνο για τις 39.000 θέσεις εργασίας στο εργοστάσιο του Λουντβιχσχάφεν. Ως αιτία για τη μετακίνησή της η εταιρεία επικαλείται τις ακριβές τιμές ενέργειας, τη γραφειοκρατία και το υψηλό κόστος κοινωνικής ασφάλισης στη Γερμανία.

Ενδεικτική της επιδείνωσης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος είναι και η -σύμφωνα με μελέτη του Ιδρύματος Οικογενειακών Επιχειρήσεων- κατάταξη της Γερμανίας στη 18η θέση σε ό,τι αφορά την ανταγωνιστικότητα, μεταξύ των 21 ισχυρότερων οικονομιών παγκοσμίως, αν και το 2020 η Γερμανία βρισκόταν στη 14η θέση.

Το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας απασχολεί ιδιαίτερα την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, κυρίως μετά την εφαρμογή των αντιπληθωριστικών μέτρων από τις ΗΠΑ, τα οποία καθιστούν ελκυστικότερη την αποχώρηση επιχειρήσεων από την Ευρώπη και την εγκατάστασή τους στις ΗΠΑ.