Σεραφείμ Κωνσταντινίδης: Το βάρος που μας κρατάει δέσμιους στο παρελθόν

Σεραφείμ Κωνσταντινίδης ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

Το βάρος που μας κρατάει δέσμιους στο παρελθόν

  • Είτε κάποιοι το έχουν συνειδητοποιήσει είτε όχι, βιώνουμε το τέλος μιας εποχής. Αυτή τη στιγμή ίσως δεν έχει νόημα να αξιολογήσουμε εκείνη που πέρασε, ούτε καν να τη χαρακτηρίσουμε αναδεικνύοντας τα θετικά και τα αρνητικά χαρακτηριστικά της.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι (και) η οικονομία βαδίζει σε νέα εποχή, κατά την οποία, για παράδειγμα, το κράτος δεν έχει λόγο να αυθαιρετεί επιβάλλοντας φόρο με «αντικειμενικά τεκμήρια». Θα φορολογεί πραγματικά εισοδήματα, αφού θα γνωρίζει τις πραγματικές συναλλαγές εταιρειών και ιδιωτών φορολογουμένων.

Στην κρίσιμη μεταβατική φάση δεν έχει νόημα να περιγράφουμε το (κακό) παρελθόν, ούτε καν να μένουμε προσκολλημένοι στην αποκάλυψη χαρακτηριστικών του συστήματος που βιώσαμε τα τελευταία χρόνια. Αυτό που έχει σημασία είναι να πετύχει η μετάβαση στο νέο. Και μία από τις προϋποθέσεις είναι να ξεπεραστούν τα προβλήματα που κληροδότησε το παρελθόν.

  • Στα «βιβλία» της εφορίας ορθώνεται ένα βουνό από απαιτήσεις του παρελθόντος, που δεν είναι δυνατόν να εισπραχθούν. Οφειλές από κρατικές εταιρείες που έκλεισαν, συνεταιρισμούς που δεν υπάρχουν, απάτες που προκάλεσαν υψηλά πρόστιμα, από ιδιωτικές εταιρείες που χρεοκόπησαν αφήνοντας τεράστιες φορολογικές υποχρεώσεις πολλαπλάσιες των όποιων κεφαλαίων τους.

Ηδη επίσημα οι φορολογικές αρχές αποδέχονται ότι από τις απαιτήσεις 104,1 δισ. που έχουν από ιδιώτες και εταιρείες, τα 18,5 δισ. χαρακτηρίζονται «ανεπίδεκτα είσπραξης». Ας πούμε μια αλήθεια που γνωρίζουν, αλλά δεν ομολογούν: είναι περισσότερα αυτά που δεν υπάρχει περίπτωση να εισπραχθούν. Το παλιό ληξιπρόθεσμο χρέος πτωχευμένων εταιρειών είναι 13,7 δισ., ενώ οι παλιές οφειλές κάποιων ΔΕΚΟ ή δημοτικών εταιρειών υπολογίζονται σε 11,1 δισ. Κι αυτά θεωρούνται «εισπράξιμα»…

Ανάλογα βάρη του παρελθόντος κρύβονται και στα βιβλία των τραπεζών. Καταγράφονται οφειλές από δάνεια που δεν υπάρχει περίπτωση να εξυπηρετηθούν, καθώς ξεπερνούν κατά πολύ τα κεφάλαια ή και τα έσοδα που έχουν αυτοί οι δανειοδοτούμενοι.

  • Συχνά οι τράπεζες, που δεν θέλουν να «κλείσουν» μια εταιρεία με υψηλά χρέη, ώστε να μην χάσουν όλα τα δάνεια που έχουν χορηγήσει, τις κρατούν σε λειτουργία πλήττοντας ουσιαστικά τους «άτυχους» ανταγωνιστές τους, που δραστηριοποιούνται χωρίς ανάλογες χάρες. Το πρόβλημα των τραπεζών γίνεται έτσι πρόβλημα της οικονομίας.

Η νομοθεσία επιτρέπει το «κούρεμα» των οφειλών και προς τις τράπεζες, αλλά δεν προσδιορίζει πόσο μπορούν να «κουρευτούν». Τα τραπεζικά στελέχη ανησυχούν επειδή το «κούρεμα» αυτό που οι ίδιοι καλούνται να προσδιορίσουν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε σε βάρος των συμφερόντων των τραπεζών και συνεπώς να μπλέξουν δικαστικά. Γι’ αυτό καταλήγουν στο… φυσιολογικό. Δεν λαμβάνουν αποφάσεις που μπορεί στο μέλλον να τους καταστήσουν υπόπτους ή και κατηγορουμένους. Γιατί να πρέπει να αποδείξουν ότι δεν έκαναν χάρες σε οφειλέτες;

Ανάλογες περιπτώσεις υπάρχουν και όσον αφορά οφειλές σε ασφαλιστικά ταμεία. Κι εκεί μέρος των απαιτήσεών τους είναι από πηγές που δεν υπάρχει περίπτωση να εισπραχθούν. Κανείς δεν θέλει να ξέρει πόσες είναι αυτές!

  • Συνήθως οι εταιρείες που έχουν προβλήματα σπεύδουν να μπουν σε κάποιο καθεστώς προστασίας από τους πιστωτές που ισχύει για μια περίοδο, ελπίζοντας ότι κατά την περίοδο αυτή θα μπορέσουν να λύσουν τα προβλήματα ή να βρεθεί μια μαγική λύση.

Ετσι, «πτωχευμένοι» επιχειρηματίες, στελέχη τραπεζών, υπηρεσίες του Δημοσίου, ασφαλιστικών οργανισμών, βολεύονται. Μπορούν να συνεχίσουν τη ζωή τους χωρίς να «μπλέξουν» σε ανεπιθύμητες καταστάσεις.

Απλώς πλήττεται η οικονομία, που δεν μπορεί να ξεπεράσει γρήγορα τα παλιά προβλήματα. Συνεχίζουν να μας βαρύνουν και σίγουρα κάποιοι ευνοούνται από αυτό.

Έντυπη ΚΑΘΗ

Print Friendly, PDF & Email