“Τρέχει” το σχέδιο της bad bank η ΤτΕ – Τον Σεπτέμβριο η ολοκληρωμένη πρόταση

Μπορεί προς το παρόν να κρατά κλειστά τα χαρτιά της  η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) αναφορικά με τις τεχνικές λεπτομέρειες της πρότασής της για την δημιουργία ενιαίας bad bank, ωστόσο οι υπηρεσίες της κεντρικής τράπεζας με τη συμβολή των τεχνικών συμβούλων δουλεύουν εντατικά για την ολοκλήρωση της πρότασης.

Στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας που δημοσιεύτηκε την προηγούμενη εβδομάδα υπήρξαν γενικές αναφορές χωρίς τεχνικές λεπτομέρειε καθώς η ΤτΕ θέλει να εξετάσει αναλυτικά όλες τις πτυχές της πρότασης, η οποία εκτός των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα αντιμετωπίζει και το ζήτημα της αναβαλλόμενης φορολογίας, απαντώντας αναλυτικά σε όλες τις απορίες της αγοράς και τις τεχνικές λεπτομέρειες για την υλοποίηση της πρότασης, πριν προχωρήσει στη δημοσιοποίηση περισσοτέρων στοιχείων.

Σημειώνεται ότι η πρόταση της ΤτΕ, όπως σημειώνεται στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, δεν αποσκοπεί απλώς σε κεφαλαιακή ελάφρυνση, αλλά σε εκτέλεση συναλλαγών σε όρους αγοράς, με τη συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών.  

Τα ειδικά αυτά θέματα θα εξεταστούν, με τη συνδρομή εξειδικευμένων συμβούλων, τις επόμενες εβδομάδες, ώστε η πρόταση να ολοκληρωθεί το φθινόπωρο.

Γιατί η ΤτΕ προκρίνει λύση bad bank

Η Τράπεζα της Ελλάδος για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν αντίθετη στη δημιουργία ενιαίας bad bank, προκρίνοντας σε συνεργασία με την ΕΚΤ την υλοποίηση αναλυτικών σχεδίων μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων που συμφωνήθηκαν με τις συστημικές τράπεζες.

Τα σχέδια αυτά υλοποιήθηκαν με μεγάλη βραδύτητα, κυρίως λόγο των πολιτικών συνθηκών στη χώρα και της επιλογής το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων να μετατίθεται από χρόνο σε χρόνο, ενώ ουσιαστική πρόοδος σημειώθηκε μόνο τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, λόγω των πωλήσεων NPEs.

Η ΕΚΤ και ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός, πολύ πριν την έλευση της πανδημίας, επέβαλλαν την επικαιροποίηση των σχεδίων των τραπεζών, οι οποίες δεσμεύτηκαν για μεγαλύτερη μείωση των «κόκκινων» δανείων σε συντομότερο χρονικό διάστημα. Η εποπτική πίεση στις εγχώριες τράπεζες ήταν αποτέλεσμα της χαοτικής διαφοράς των ελληνικών τραπεζών από τον μέσο όσο της ΕΕ, αναφορικά με τα κόκκινα δάνεια, μια ανωμαλία που δεν επέτρεπε την σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος.

Έντονη ήταν (και παραμένει) η πίεση της αγοράς με πολλούς επενδυτές να αμφιβάλλουν, πριν την έλευση της πανδημίας, για την υλοποίηση των σχεδίων μείωσης, αμφισβητώντας παράλληλα την κεφαλαιακή βάση των εγχώριων τραπεζών και παραμένοντας μακριά από τις μετοχές τους.

Η πίεση αυτή ήταν που οδήγησε στην ανάδειξη μη συμβατικών λύσεων το χειμώνα του 2018, όπως το σχέδιο κρατικών εγγυήσεων Ηρακλής, το σχέδιο της ΤτΕ για την μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων αλλά και πρωτοβουλίες των τραπεζών όπως το Σχέδιο Επιτάχυνση της Eurobank, πρωτοβουλίες που είχαν στόχο την ταχύτερη μείωση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Με την έλευση της πανδημίας, η οποία έπληξε άνευ προηγουμένου την παγκόσμια οικονομία, ο διοικητής της ΤτΕΓιάννης Στουρνάρας, έδωσε από πολύ νωρίς εντολή στις υπηρεσίες της ΤτΕ, και ειδικότερα την Διεύθυνση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και τον διευθυντή Σπύρο Παντελιά, να επεξεργαστεί ένα νέο σχέδιο για την απαλλαγή των τραπεζών από το βραχνά των NPEs αλλά και του DTC.

Σύμφωνα με πληροφορίες η ΤτΕ θεωρεί ότι η πανδημία ανατρέπει τον σχεδιασμό υλοποίησης των σχεδίων των τραπεζών απαιτώντας περισσότερο χρόνο για την υλοποίησή τους. Ωστόσο χρόνος πια δεν υπάρχει καθώς το πρόβλημα των NPEs κοντεύει να κλείσει 10 χρόνια και το τραπεζικό σύστημα –όπως αποτυπώνεται στις τιμές των μετοχών την τελευταία διετία- δεν μπορεί να προχωρήσει στην επόμενη ημέρα, και να υποστηρίξει την έξοδο της ελληνικής οικονομίας από την κρίση, με την αβεβαιότητα που προκαλεί το καρκίνωμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Άλλωστε η έξαρση της πανδημίας τις τελευταίες εβδομάδες, στην καρδιά του καλοκαιριού, δημιουργούν ανησυχία για έναν πολύ δύσκολο χειμώνα απομακρύνοντας τις αισιόδοξες εκτιμήσεις για την γρήγορη επάνοδο της παγκόσμιας οικονομίας σε ανάπτυξη μετά το σοκ του 2020.

Ωστόσο ακόμα και αν τα αισιόδοξα σενάρια επαληθευτούν και όλα επιστρέψουν γρήγορα σε ομαλούς ρυθμούς η ΤτΕ θεωρεί ότι η bad bank πρέπει να δημιουργηθεί ώστε να υπάρχει ένα πρόσθετο εργαλείο αντιμετώπισης του προβλήματος των «κόκκινων» δανείων για παν ενδεχόμενο. Η κρίση που προκαλεί η πανδημία δημιουργεί ένα παράθυρο ευκαιρίας για την δημιουργία του εργαλείου αυτού που δεν πρέπει να χαθεί, σημειώνουν πηγές της κεντρικής τράπεζας.

Ο διοικητής της ΤτΕΓιάννης Στουρνάρας, έχει τονίσει ότι η bad bank θα λειτουργήσει επικουρικά στον σχεδιασμό των τραπεζών και σε εθελοντική βάση.

Επιπλέον ακόμα και αν οι τιτλοποιήσεις που σχεδιάζουν οι τράπεζες, αξιοποιώντας τις εγγυήσεις του σχεδίου Ηρακλής, υλοποιηθούν σύμφωνα με τον σχεδιασμό των τραπεζών, και δεν δημιουργηθούν παρά ελάχιστα νέα NPEs εξαιτίας της πανδημίας, οι εγχώριες τράπεζες θα παραμείνουν με ένα απόθεμα «κόκκινων» δανείων πολλαπλάσιο του μέσου ευρωπαϊκού όρου.

«Σύμφωνα με υπολογισμούς των υπηρεσιών της Τράπεζας της Ελλάδος», σημειώνεται στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, «ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων (NPL ratio) εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 25% περίπου, ποσοστό που εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο και πολλαπλάσιο του μέσου όρου των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού – SSM (2,7% και 3,2% αντίστοιχα με στοιχεία Δεκεμβρίου 2019). Επιπρόσθετα, εκτιμάται ότι η επίπτωση στο Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας των τραπεζών από τη διενέργεια των εν λόγω συναλλαγών τιτλοποίησης θα ανέλθει κατά μέσο όρο σε τρεις μονάδες. Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι απαιτούνται επιπλέον ενέργειες προς την κατεύθυνση μείωσης του υφιστάμενου αποθέματος ΜΕΔ».

Πέραν της απαλλαγής των τραπεζικών ισολογισμών η δημιουργία ενός ενιαίου μηχανισμού διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων θα μπορούσε να συμβάλει καθοριστικά στην αποτελεσματικότερη διαχείριση και την ταχύτερη εξυγίανση επιχειρήσεων και κλάδων κάτι που μέχρι τώρα οι τράπεζες δεν έχουν καταφέρει να πράξουν.

Σημειώνεται βάσει της πρότασης της ΤτΕ δεν ανατρέπονται αλλά αξιοποιούνται οι υφιστάμενες υποδομές των τραπεζών, καθώς και οι εταιρίες διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων.