Ποιό προκαλεί ισχυρότερο συναίσθημα: Το κέρδος ή η ζημιά;

Ποιό προκαλεί ισχυρότερο συναίσθημα: Το κέρδος ή η ζημιά;

  • ΜΕΤΡΗΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ

Η χαρά και η λύπη είναι αντίθετα συναισθήματα. Όμως -συμβαίνει ασυναίσθητα- σε κάθε συναίσθημα αυτόματα προσδιορίζεται ένα μέγεθος. Και έτσι, το συναίσθημα μπορεί να είναι μεγάλο, μέτριο ή μικρό.


Ο προσδιορισμός του μεγέθους είναι μία πράξη υποκειμενική και διαφορετική για τον καθένα μας.


Υπάρχουν αίτια -κατά βάση υποκειμενικά- που το κάθε άτομο προσδιορίζει διαφορετικά τη βαρύτητα του κάθε συναισθήματος, όμως αυτό δεν είναι θέμα του παρόντος. Προς το παρόν, θα περιοριστούμε στο ότι τα συναισθήματα είναι μετρήσιμα και ότι, ο τρόπος μέτρησης του ιδίου συναισθήματος, είναι διαφορετικός μεταξύ των ανθρώπων.

  • Όλοι μας νιώθουμε χαρά όταν κερδίζουμε ένα ποσό, ας πούμε € 1.000 στο Χρηματιστήριο. Άλλος νιώθει μεγαλύτερη χαρά, άλλος νιώθει λιγότερη -και αυτό συμβαίνει για διάφορους λόγους, αν και ο βασικός έχει να κάνει με τη σημασία που έχουν αυτά τα € 1.000 ευρώ στην οικονομική μας κατάσταση ή στη ζωή μας.

Όταν κάποιος κερδίζει τα δεύτερα € 1.000 και πάλι νιώθει χαρά. Είναι, η χαρά αυτή, μεγαλύτερη από τη χαρά που ένιωσε όταν κέρδισε τα πρώτα € 1.000; Στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν είναι. Τα πρώτα € 1.000 μας προσδίδουν ένα ισχυρότερο θετικό συναίσθημα.

  • Το συναίσθημα στα δεύτερα € 1.000, συνήθως είναι μικρότερο. Εξακολουθεί να είναι μικρότερο στα τρίτα € 1.000 κέρδους και ακόμη μικρότερο, στα τέταρτα. Το ψυχολογικό αυτό φαινόμενο, καλείται “φθίνουσα οριακή ικανοποίηση” και σημαίνει ότι, σε κάθε € 1.000 κέρδους, η ικανοποίηση (ή η απόλαυση) που λαμβάνουμε από το κέρδος, είναι όλο και μικρότερη.

Ας πάμε στην αντίθετη πλευρά, στην πλευρά των ζημιών. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος χάνει € 1.000 στο Χρηματιστήριο. Αυτό το γεγονός, τον λυπεί. Πόσο τον λυπεί; Αντίστοιχα με όσα αναφέραμε στην περίπτωση του κέρδους, κάποιος νιώθει μικρότερη λύπη και άλλος νιώθει μεγαλύτερη -και πάλι,η βαρύτητα του συναισθήματος διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, με βάση αντικειμενικά και υποκειμενικά κριτήρια.

  • Πόση είναι η λύπη που νιώθει κάποιος όταν χάσει ακόμη € 1.000; Αναμφισβήτητα, είναι μεγάλη. Και, για τους περισσότερους ανθρώπους, είναι μεγαλύτερη (βαρύτερη) από την απώλεια των πρώτων € 1.000 ευρώ. Στα τρίτα, η λύπη είναι ακόμη μεγαλύτερη και ακόμη μεγαλύτερη στα τέταρτα € 1.000 απωλειών. Με άλλα λόγια, οι ζημιές προκαλούν μία “αύξουσα οριακή λύπη”.

Μπορούμε τώρα να υποβάλλουμε το ερώτημα: Αν μπορούσαμε να “ποσοτικοποιήσουμε” (να μετρήσουμε) το συναίσθημα της χαράς που παίρνουμε από το κέρδος € 1.000 ευρώ και της λύπης που μας προκαλείται από την απώλεια € 1.000, ποιανού συναισθήματος, η απόλυτη τιμή, θα ήταν μεγαλύτερη; Δηλαδή, η ένταση του συναισθήματος από το κέρδος των € 1.000, είναι μεγαλύτερη από την ένταση του συναισθήματος από την απώλεια € 1.000;

  • Για τους περισσότερους ανθρώπους, η απάντηση είναι “όχι”. Αν σε κάποιον δημιουργούνται 100 μονάδες θετικού συναισθήματος από το κέρδος των € 1.000, τότε συνήθως του δημιουργούνται 130 μονάδες αρνητικού συναισθήματος, από την απώλεια € 1.000. Και όταν σε κάποιον δημιουργούνται 80 νέες μονάδες θετικού συναισθήματος από το κέρδος των δεύτερων € 1.000 ευρώ, τότε συνήθως δημιουργούνται 150 μονάδες αρνητικού συναισθήματος, από την απώλεια των δεύτερων € 1.000.

Η ζημιά, πονάει πιο πολύ από το ευχάριστο συναίσθημα που δημιουργεί το κέρδος!

Μια πολύ καλή οπτική παράσταση της έννοιας αυτής είναι η κεντρική φωτογραφία του άρθρου, με τα διαφορετικών διαστάσεων “κουτιά”. Θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι, το κάθε κουτί, ανεξάρτητα των διαστάσεών του, εκπροσωπεί το ίδιο χρηματικό μέγεθος. Όμως, όσο κερδίζουμε, δηλαδή όσο ανεβαίνουμε (ας φανταστούμε τη φωτογραφία με πολύ περισσότερα κουτιά), τόσο μειώνεται η ποσότητα των μονάδων θετικού συναισθήματος (απόλαυσης) που λαμβάνουμε. Όσο χάνουμε, δηλαδή όσο κατεβαίνουμε, η ποσότητα των μονάδων του αρνητικού συναισθήματος (λύπης) αυξάνεται.

  • Αυτό, ενώ το καταλαβαίνουμε όλοι μας, από την καθημερινότητά μας, λίγες φορές το λαμβάνουμε υπ’ όψη μας όταν πρόκειται να λάβουμε και να εκτελέσουμε μια επενδυτική απόφαση. Και αυτό με άλλα λόγια σημαίνει ότι, όταν η πιθανότητα κέρδους μιας μετοχής είναι 20%, για να είναι συμφέρουσα η αγορά της, θα πρέπει η πιθανότητα ζημιάς να είναι πολύ χαμηλότερη από το 20%.

Δηλαδή, για να κερδίσουμε 20 ευρώ, δεν θα πρέπει ποτέ να ρισκάρουμε να χάσουμε επίσης 20 ευρώ. Αν δε μπορούμε να το κάνουμε αυτό, τότε, οι πιθανότητες είναι ότι δε θα μακροημερεύσουμε στο Χρηματιστήριο και ιδίως σε ένα χρηματιστήριο όπως το ελληνικό, όπου οι διακυμάνσεις των τιμών είναι εξαιρετικά μεγάλες.