Οι κεντρικές τράπεζες λαμβάνουν ριζικά μέτρα

Οι κεντρικές τράπεζες λαμβάνουν ριζικά μέτρα

LEIKA KIHARA, CHARLOTTE GREENFIELD / REUTERS

Τα αρνητικά επιτόκια, ένα εντελώς αντισυμβατικό εργαλείο, κάποτε τα εξέταζαν μόνον οικονομίες με χρόνιο χαμηλό πληθωρισμό, όπως η Ευρώπη και η Ιαπωνία. Πλέον γίνεται ολοένα και πιο ελκυστική επιλογή για ορισμένες κεντρικές τράπεζες, προκειμένου να χαλιναγωγήσουν την ανεπιθύμητη ενίσχυση της ισοτιμίας του αντίστοιχου εθνικού νομίσματος.

  • Ειδικότερα, στη νοτιοανατολική Ασία, οι κεντρικές τράπεζες της Αυστραλίας, της Ινδίας και της Ταϊλάνδης εξέπληξαν τις αγορές με επιθετικές μειώσεις επιτοκίων, ώστε να αντιμετωπίσουν τις ευρύτερες συνέπειες του σινοαμερικανικού εμπορικού πολέμου.

Η Τράπεζα της Νέας Ζηλανδίας, θεωρούμενη ως σκαπανέας στη χάραξη νομισματικής πολιτικής αφότου πριν από 30 χρόνια υιοθέτησε τον στόχο του πληθωρισμού, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αρνητικών επιτοκίων την προηγούμενη εβδομάδα. Και αυτή είχε ήδη περικόψει το βασικό της επιτόκιο 50 μονάδες βάσης, δηλαδή πιο πολύ από το αναμενόμενο, και προξένησε καταβύθιση του δολαρίου Ν. Ζηλανδίας σε επίπεδα ναδίρ τριάμισι ετών.

  • Το γεγονός ότι τέτοια αμφιλεγόμενα εργαλεία έχουν αρχίσει πλέον να τίθενται υπό εξέταση φανερώνει το δίλημμα των κεντρικών τραπεζών παγκοσμίως. Οντας αντιμέτωπες με την επιβράδυνση σε διεθνές επίπεδο, οδηγούνται στα όριά τους για να θωρακίσουν την εθνική τους οικονομία από το ενισχυμένο νόμισμα.

«Η Τράπεζα της Νέας Ζηλανδίας δεν δρα μόνη της, μιας και όλες οι κεντρικές τράπεζες το ίδιο θέμα αντιμετωπίζουν και όλες τους βρίσκονται σε κύκλο χαλάρωσης», παρατηρεί ο Στιούαρτ Αϊβ, επενδυτής χρηματαγορών και ομολόγων στην ΟΜ Financial.

Μέχρι πρότινος οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες στις ταχέως αναπτυσσόμενες χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας ούτε καν σκέφτονταν τέτοιες αντισυμβατικές πολιτικές. Εκεί τα υψηλότερα επιτόκια, γενικά μιλώντας, έδιναν μεγάλα περιθώρια για μειώσεις σε φάση αποδυνάμωσης της οικονομίας.

  • Πραγματικά προ της απόφασης της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) να μετατοπισθεί προς μια μετριοπαθή νομισματική πολιτική, ακόμη και το να μειώσεις πολύ γρήγορα τα επιτόκια λογιζόταν πολύ επικίνδυνο, επειδή θα οδηγούσε πιθανώς σε μαζικές εκροές κεφαλαίων.

Εντούτοις, οι εμπορικές διενέξεις και η αστάθεια στις αγορές υποχρεώνουν οικονομίες της νοτιοανατολικής Ασίας, ιδίως όσες βασίζονται στο εμπόριο, να αναζητήσουν τρόπους ώστε να μην πλήξουν τα νομίσματα τις εξαγωγές τους. Οπότε η πολιτική αρνητικών επιτοκίων συνιστά χρήσιμο εργαλείο επίτευξης του στόχου αυτού, μιας και διευρύνει τη διαφορά μεταξύ επιτοκίων εθνικών και επιτοκίων δολαρίου – έτσι τα εθνικά νομίσματα συγκρατούνται και δεν ανατιμώνται ως προς το αμερικανικό νόμισμα.

  • «Πιστεύω πως η σημαντική δουλειά που κάνουν τα αρνητικά επιτόκια είναι απλά πως αποσυμπιέζουν τη συναλλαγματική ισοτιμία», επισημαίνει ο Μάικλ Ρέντελ, οικονομολόγος και πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος της Τράπεζας της Νέας Ζηλανδίας. Με αυτό ως κριτήριο, η πολιτική αρνητικών επιτοκίων έχει κάποια αποτελέσματα στη Γηραιά Ηπειρο.

Αφ’ ης στιγμής η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εφήρμοσε τα αρνητικά επιτόκια πριν από πέντε χρόνια, το ευρώ εν συγκρίσει με το δολάριο ΗΠΑ απώλεσε μόλις λίγο παραπάνω από το ένα έκτο της αξίας του. Το κόστος εταιρικού δανεισμού υποχώρησε στο 1,6% τον Ιούνιο κατά μέσον όρο από το 2,8% τον Ιούνιο του 2014, οπότε εισήχθησαν τα αρνητικά επιτόκια. Η ανάπτυξη αρχικά ανήλθε και τώρα τείνει προς στασιμότητα.

Ωστόσο, συγκριτικά με το ευρώ, η Τράπεζα της Ιαπωνίας έχει διαφορετική εμπειρία, διότι το γιεν αποδυναμώθηκε μεν αλλά βραχυπρόθεσμα. Μέσα σε ένα πεντάμηνο και μόνον το γιεν ενισχύθηκε σχεδόν 20% ως προς το δολάριο. Aκόμα λιγότερο ξεκάθαρη είναι η επίπτωση σε ανάπτυξη και πληθωρισμό.

  • Το δεύτερο τρίμηνο 2019 η ιαπωνική οικονομία ελάχιστα αναπτύχθηκε κατά 0,4% σε τριμηνιαία βάση έναντι 0,7% το πρώτο τρίμηνο του 2016, ενώ ο ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 0,6% τον Ιούλιο έναντι στόχου 2%. Τέλος, τα επιτόκια διατραπεζικού δανεισμού, που βρίσκονταν στο 0,80% όταν εισήγαγε τα αρνητικά επιτόκια η Τράπεζα της Ιαπωνίας το 2016, διαμορφώθηκαν στο 0,75% τον Ιούνιο.
Print Friendly, PDF & Email