Ο ΦΛΟΥΔΑΣ – Κανένας δεν θυμάται τη φλούδα που έμεινε κολλημένη στον καρπό και σάπισε μαζί του

Ο  ΦΛΟΥΔΑΣ

  • Κανένας δεν θυμάται τη φλούδα που έμεινε κολλημένη στον καρπό και σάπισε μαζί του
Ήταν από τους πρωτεργάτες της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, από εκείνους που δεν εξαργύρωσαν, δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει γιατί τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα περίμενε, όλα του φαίνονταν μία μεγάλη αποτυχία, μία απογοήτευση.

Ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα σ αυτό το στέκι κι έπινε τον καφέ του, όπως τις εποχές των αγώνων του 114. Από τη γενιά του πολλοί έρχονταν σ αυτό το στέκι μετά τη μεταπολίτευση, σιγά σιγά όμως αραίωναν κάθε τόσο μάθαιναν ότι κάποιος έγινε βουλευτής, άλλος έγινε υπουργός, πέρασαν τα χρόνια αρκετοί πέθαναν, και τώρα πια μόνο ο Περικλής κι αυτός έχουν απομείνει, πιστοί σε μια παρέα, που εδώ και καιρό όλα τα μέλη της, είναι οι δυο τους.

– Κάτι δεν καταλάβαμε ρε Περικλή, κάτι δεν υπολογίσαμε σωστά.
– Όλα καλά τα κάναμε ρε Φλούδα, όλα καλά.
– Μα νοιώθω άχρηστος ρε Περικλή, πεταμένος εδώ.
-Καλά τα κάναμε ρε Φλούδα, ηρέμησε.

Ο Περικλής εδώ και λίγο καιρό δεν τον φώναζε με το όνομα του, του είχε κολλήσει το παρατσούκλι φλούδας, έλεγε και για τον εαυτό του, κι εγώ φλούδας είμαι, αλλά ποτέ δεν του εξήγησε γιατί αποφάσισε να του κολλήσει αυτό το παρατσούκλι. Σήμερα δεν θα του ξέφευγε όμως.

– Λέγε τώρα γιατί με λες φλούδα, γιατί μου κόλλησες αυτό το παρατσούκλι, λέγε τώρα.
– Ησύχασε και θα σου πω, πρώτα όμως μάθε ότι το φλούδας  δεν είναι παρατσούκλι, ιδιότητα είναι και άσε με να σου εξηγήσω.
– Ωραία λοιπόν, λέγε.

– Απ ότι φαίνεται φίλε Κωνσταντή,  το Πολυτεχνείο μας,   και η μεταπολίτευση δεν ήταν ξεκίνημα, ήταν κορυφή, και όπως συμβαίνει  μετά από κάθε κορυφή, αρχίζει η κατηφόρα, κατηφόρα αδυναμίας, ή ευδαιμονίας, αδιάφορο, κάθε τι σ αυτό τον κόσμο ανεβαίνει ή κατεβαίνει, ισιώματα για να περπατάς ανέμελα  , στα νεκροταφεία της σκέψης  θα βρεις μόνο.

Κατεβαίνοντας, διηγείσαι τις υπέροχες εικόνες, αναμνήσεις από το πέρασμα σου από τη κορυφή, όμως, κινείσαι πλέον χωρίς στόχο χωρίς σκοπό, διανύεις, δεν χτίζεις, περπατάς, δεν στοχεύεις, και φτάνοντας στο τέλος, απορείς γιατί η κοινωνία προχωράει χωρίς τις δικές σου κορυφές.

Χρειάζονται ναοί, για να λατρευτούν ιδέες, Κωσταντή, κι εσύ απλά, τελμάτωσες τις ιδέες σου μέσα στο βούρκο των αναμνήσεων.
Δύσκολο να καταλάβεις το γιατί, εγώ όμως θα σε βοηθήσω.

Γιατί οι κορυφές απλά σου συνέβησαν, ούτε τις οραματίστηκες, ούτε τις αγάπησες, απλά σου συνέβησαν, σαν να λέμε ήμουν κι εγώ εκεί, μόνο που δεν ήμουν αυτός  που έφτιαξα το εκεί, να γιατί ο δρόμος εξακολουθεί να είναι  χωμάτινος, αδιαμόρφωτος, καμιά  βελτίωση από την εποχή που τον χάραξαν  μουλάρια.

Δεν το είχες σκεφτεί  βέβαια πως όλοι σου οι δρόμοι είναι χαραγμένοι από τα ζώα που από ένστικτο έψαχναν διέξοδο στις πορείες τους, και πως το μόνο που έκανες όλα αυτά τα χρόνια, ήταν να τους μαυρίσεις.

Κάλυψες το χώμα  των μονοπατιών με άσφαλτο και σταμάτησες έτσι να βλέπεις πότε έρχεται  η άνοιξη, γιατί η άνοιξη πρώτα έρχεται στις παρυφές των χωματόδρομων, μ εκείνα τα ταπεινά αγριόχορτα  που ανανεώνουν το πράσινο χρώμα στον πλανήτη, τον κάνουν ζωηρό, νεανικό , καινούργιο.

Τα δικά σου χρώματα, άσφαλτος και ασβέστης, μαύρο και άσπρο, πλήρης  αχρωματοψία, όπως λέμε,  μηδέν –ένα, το κυρίαρχο δόγμα, ή αποκλειστική φιλοσοφική ιδέα, που κληρονομείς σ ένα  κόσμο που η δική του κορυφή μπορεί  να είναι το δικό σου υπόγειο, αλλά  είναι δική του κορυφή , Κωνσταντή, αποκλειστικά δική του.

Τα χρώματα, μπορεί να επιστρέψουν, οι γεύσεις μπορεί να αποκατασταθούν, οι μνήμες  μπορεί να ξαναγίνουν γεγονότα, όμως  το πότε, δεν είναι πια το δικό σου όνειρο.
Εσύ πλέον είσαι μέρος του παζλ της μνήμης, άλλος φτιάχνει το παζλ τώρα, είδες ποτέ ένα κομματάκι από το παζλ να υποδεικνύει τη θέση του στον κατασκευαστή;

Κι αν δεν το βρει, κι αν δεν το χρησιμοποιήσει;

Αν δεν το χρησιμοποιήσει  Κωνσταντή, θα πει πως δεν ήταν απαραίτητο, δεν ήταν αναγκαίο, θα πει πως δημιούργησες ένα κομμάτι που δεν ταιριάζει, ένα κομμάτι άχρηστο στη ροή του παιχνιδιού για τους επόμενους.
Τελείως άχρηστο;
Όχι, αλλά, πώς να στο πω, τώρα πια είσαι η φλούδα.
Χρήσιμη για την προστασία του καρπού μέχρι αυτός να φτάσει στην ωρίμανση, στην κορυφή, μόνο που για να απολαύσουμε τα οφέλη του, πρέπει να σε καθαρίσουμε, να σε πετάξουμε, την στιγμή που απολαμβάνουμε αυτό που προστάτευες, εσύ μας είσαι περιττό σκουπίδι,  τώρα θα μου πεις  πολλοί τρώνε τον καρπό με την φλούδα, ίσως, μα είναι  οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Όπως, εξαιρέσεις είναι και οι φλούδες που προτιμούν να μην αποχωριστούν από τον καρπό, και καταλήγουν να πεθαίνουν μαζί με τον καρπό, αντάμα, σε μια πορεία σήψης, χωρίς τη δημιουργία καμιάς ανάμνησης γεύσης, καμίας  χρηστικής αξίας, κανένας δεν θυμάται τη φλούδα που έμεινε  κολλημένη  στον καρπό και σάπισε  μαζί  του, κανένας,  κατάλαβες Κωνσταντή;

Ανέκδοτο κείμενο του «πρόσφυγα».