O αντάρτης, η σύντροφός του και το ”χαμένο” βρέφος τους. Μια αληθινή ιστορία

O αντάρτης, η σύντροφός του και το ”χαμένο” βρέφος τους. Μια αληθινή ιστορία [ΒΙΝΤΕΟ]

Στις καλαμιές της ακροποταμιάς

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

[Αφιερωμένο στις άπονα χαρακτηριζόμενες “παράπλευρες απώλειες”!]

Γρήγορα Λενιώ, πάμε να φύγουμε, δεν έχουμε χρόνο!”, της έκανε ανυπόμονα ο Παναγής και πήρε το γυλιό του κραδαίνοντας με τ΄αριστερό το όπλο του. Κι εκείνη αναμαλλιασμένη, με κείνη την άσπρη τούφα πάνω απ΄το μέτωπο, που κληρονόμησε ένα χρόνο πριν, όταν νόμισε ότι έχασε τον αγαπημένο της Παναγή σε ενέδρα πάνω σε ένα κορφοβούνι της Μακεδονίας, έσιαξε τη μπαλωμένη φόρμα της και άρπαξε μόνο ένα μικρό φασκιωμένο μπόγο, λέγοντας υπάκουα μα ξέπνοα: “Τώρα, να πάρω και το μικρό μου!”.

Δυο ώρες μετά το βασίλεμα του ήλιου, την ώρα που συναντούσαν την ομάδα των άλλων ανταρτών και άρχισαν το κατηφόρισμα μέσα στην αφέγγαρη νύχτα, ένας κρύος ιδρώτας πήρε να παγώνει τη ραχοκοκκαλιά της κι αρχίνησε να θυμάται….

Είχε ήδη δυο χρόνια στο βουνό. Από τότε που δεκαεπτάχρονη γνώρισε τον τρία χρόνια μεγαλύτερό της Παναγή, για να την ποτίσει με τις ιδέες του για δικαιοσύνη, λαοκρατία, ισότητα κι ελευθερία, έγινε ψυχικά δική του. Όταν αργότερα, εκεί στο κεφαλοχώρι του, το Πετρωτό, της είπε ότι ήθελε να τη στεφανωθεί, εκείνη κατεβάζοντας τα μάτια δέχθηκε. Μα ήρθε τ΄αντάρτικο. Απ΄ τους πρώτους ο αγαπημένος της στο κλαρί, κοντά του κι εκείνη στην ομάδα με τις άλλες αντάρτισσες. “Ο γάμος ας πρόσμενε τη λευτεριά”. Έτσι της έλεγε πάντα εκείνος κι εκείνη υπάκουη, έχοντας εμπιστοσύνη τέτοια που έχουν όλοι οι σαϊτεμένοι του έρωτα, το αποδεχόταν σιωπηλά.

Μέσα στο πυκνό σκοτεινό δάσος προχωρούσαν προσπαθώντας να κάνουν τον ελάχιστο δυνατό θόρυβο. Κι εκείνης της βραδιάς το σκοτάδι θα ήταν το πιο πηχτό, το πιο φοβερό της ζωής της. Μα η Λενιώ δεν το ‘ξερε. Πού και πού κάνα κλαράκι τσακιζόταν κάτω απ΄ τ΄ άρβυλά τους, σπάζοντας την απόλυτα θανατερή ησυχία, κόβοντας και τις σκέψεις της Λενιώς, που κατηφόριζε αγκαλιά με το ¨μπόγο” της, σαν αγριοκάτσικο μες στο σύθαμπο της νυχτιάς.

Όταν κάποτε έγινε δική του, θυμόταν κι αναρριγούσε η Λενιώ, δεν περίμενε ότι θα ΄πιανε αμέσως παιδί. Είν΄ αλήθεια πως εκεί στο βουνό, οι εννιά μήνες πέρασαν πολύ δύσκολα, σχεδόν βασανιστικά. Όμως δεν άκουσε καμιά από εκείνες τις “ξύπνιες” τις συντρόφισσες που τη συμβούλευαν να πάρει το βοτάνι…. Εκείνη το κράτησε το παιδί της και το γέννησε πριν τριάντα δύο μέρες. Θυμόταν ακριβώς τις μέρες της μικρής του ζωής. Και τώρα, έχοντάς το αγκαλιά, μαζί με τους άλλους κατέβαιναν προς τη στενή κοιλάδα του ποταμού για να περάσουν απέναντι, μιας κι ο στρατός ήδη απ΄το μεσημέρι φάνηκε στο βουνό τους κι άρχιζε να ζώνει τις πλαγιές του, σφίγγοντάς τους σαν να ήταν άγρια θεριά. Άμα περνούσαν με την περαταριά απέναντι, θα σταματούσε λίγο τα χαράματα στο δικό της χωριό, το Παλιοχώρι, να δει λίγο τη χήρα μάνα της, να πάρουν καμιά προμήθεια και να συνεχίσουν για βόρεια. Άλλωστε, οι μπερδεμένες ειδήσεις που άκουγε έδειχναν σα να μην πάνε καλά τα πράγματα για το Δημοκρατικό Στρατό.

Όμως, η σκέψη της κόπηκε απότομα. Πάνω που το μονοπάτι γινόταν βατό και φτάσαν στα ισιάδια, σχεδόν δίπλα στο ποτάμι, η φωνή του επικεφαλής τους την πάγωσε. “Προδωθήκαμε! Στα τριακόσια μέτρα στρατιώτες!” Χωρίς να καταλάβει βρέθηκε τσαλαβουτώντας, σπρωγμένη απ΄ τον Παναγή, στα βούρλα της ακροποταμιάς. Εκείνος της έτεινε το δάκτυλό του μπρος το στόμα για να την ησυχάσει. Όμως το μικρό της δεν καταλάβαινε από τα νοήματα των μεγάλων κι, ενώ όλη την ώρα κοιμόταν, τώρα ξύπνησε και πήρε να γκρινιάζει. Αγρίεψε ο Παναγής κι έκανε να της το αρπάξει. Μα εκείνη για να τον μερέψει, βλέποντας την αγριάδα του, τού έπιασε απαλά το χέρι και σύγχρονα έβαλε το μωράκι στο δεξί της στήθος κι άρχισε να το θηλάζει. Εκείνο ησύχασε και πρόθυμα άρχισε να βυζαίνει.

Μέσα της άρχισε η αγωνία να σφίγγει την καρδιά της. Τους είχαν δει άραγε; Είναι σίγουρο ότι το σκοτάδι ήταν βοηθός και παραστάτης τους, μα η αυγή δε θ΄αργούσε. Κι αυτός, ο σύντροφός της σε αγώνα και ζωή, γιατί πήγε να της αρπάξει το καϋμένο; Σε τέτοιες σκέψεις βυθισμένη ούτε κατάλαβε πως, καθώς προχωρούσαν, το νερό άρχισε να βαθαίνει, έφτασε στα γόνατα, στα μεριά, την κοιλιά. …. [Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΣΤΟ ΒΙΝΤΕΟ]

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com www.scribd.com/oikonomoukon

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ: https://www.youtube.com/watch?v=h9TD6ksNm6c