«NYT» για τα Γλυπτά του Παρθενώνα: «Ενώ η Ευρώπη επιστρέφει τεχνουργήματα, η Βρετανία παραμένει σιωπηλή»

Τα πιο γνωστά διαφιλονικούμενα μουσειακά εκθέματα στον κόσμο πιθανόν να είναι τα Γλυπτά του Παρθενώνα που βρίσκονται στο Λονδίνο, όπως αναφέρει άρθρο της αμερικανικής εφημερίδας «New York Times». Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στο σχετικό δημοσίευμα, η βρετανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η τύχη των Γλυπτών δεν την αφορά.

Το 1984 ο τότε επικεφαλής του αντιπολιτευόμενου Εργατικού Κόμματος στη Βρετανία Νιλ Κίνοκ έκανε κάτι που λίγοι πολιτικοί έχουν τολμήσει: δεσμεύτηκε να επιστραφούν τα Γλυπτά του Παρθενώνα, δηλώνοντας σε δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην Αθήνα: «Είναι ηθικό ζήτημα… Ο Παρθενώνας χωρίς τα μάρμαρα είναι σαν χαμόγελο που του λείπει ένα δόντι». Τα σχόλια του Κίνοκ έγιναν πρωτοσέλιδο εκείνη την εποχή, αλλά όταν επέστρεψε στο Λονδίνο, ανακάλυψε ότι λίγοι στο κόμμα του συμμερίζονταν τις απόψεις του – και ακόμα λιγότεροι μεταξύ των Συντηρητικών μελών της κυβέρνησης της Μάργκαρετ Θάτσερ.

Την περασμένη εβδομάδα το θέμα των Γλυπτών επέστρεψε στην επικαιρότητα μετά το παρατεταμένο κλείσιμο των ελληνικών αιθουσών του Βρετανικού Μουσείου λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού και εργασιών συντήρησης. Ακτιβιστές σε όλη την Ευρώπη διαμαρτύρονται προκειμένου να αποκατασταθούν ιστορικές αδικίες, όπως τις χαρακτηρίζουν, ωστόσο και πάλι η ιδέα της επιστροφής των γλυπτών στην Αθήνα φαίνεται να έχει μικρή πολιτική στήριξη.

Σύμφωνα με τους «New York Times», η επίσημη θέση της βρετανικής κυβέρνησης είναι ότι δεν είναι υπεύθυνη για την τύχη των Γλυπτών του Παρθενώνα, γιατί -όπως ισχυρίζεται- είναι θέμα για τους διαχειριστές του Βρετανικού Μουσείου, οι περισσότεροι εκ των οποίων διορίζονται από τον πρωθυπουργό. Και ο πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον έχει κατ’ επανάληψη δηλώσει ότι τα Γλυπτά είναι αναπόσπαστο κομμάτι της αποστολής του μουσείου να παρουσιάσει την παγκόσμια Ιστορία.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του 2021, άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ανακοίνωσαν πολιτικές αποκατάστασης και επέστρεψαν διάφορα αντικείμενα. Τον Απρίλιο, η Γερμανία ανακοίνωσε ότι από τις αρχές του 2022 θα αρχίσει να επιστρέφει από τα μουσεία της στη Νιγηρία περίπου 1.100 λεηλατημένα τεχνουργήματα, γνωστά ως «Χάλκινα του Μπενίν».

Τον Ιούνιο, η κυβέρνηση του Βελγίου συμφώνησε σε σχέδιο για τη μεταφορά της ιδιοκτησίας κλεμμένων αντικειμένων από τα μουσεία της στις αφρικανικές χώρες προέλευσης.

Τον Οκτώβριο, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν επέστρεψε 26 λεηλατημένα αντικείμενα στο Μπενίν, κάνοντας πράξη μια δέσμευση του 2017 για επιστροφή αφρικανικής τέχνης από τα μουσεία της χώρας.

Ωστόσο στη Βρετανία, τα οποίας τα μουσεία είναι γεμάτα με θησαυρούς από πρώην κατακτήσεις, το θέμα της αποκατάστασης δεν είναι καν στην πολιτική ατζέντα. Ούτε η κυβέρνηση ούτε το αντιπολιτευομένο Εργατικό Κόμμα έχουν εκδώσει δήλωση για το θέμα αυτό και δεν έχει υπάρξει σχετική συζήτηση στο Κοινοβούλιο.

Σύμφωνα με το άρθρο των «New York Times», οι ακτιβιστές υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε να αναλάβει δράση για τα Γλυπτά του Παρθενώνα, εάν το ήθελε, καθώς ορίζει τους κανόνες για μεγάλα μουσεία και συχνά διορίζει τους διαχειριστές τους.

Τον περασμένο Σεπτέμβριο, επιτροπή της UNESCO για την επιστροφή διαφιλονικούμενων τεχνουργημάτων ανέφερε ότι η διαμάχη για τα Γλυπτά «έχει διακυβερνητικό χαρακτήρα και κατά συνέπεια, η υποχρέωση να επιστραφούν τα Γλυπτά του Παρθενώνα εναπόκειται ξεκάθαρα στην κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου». Ωστόσο, οι βουλευτές επιμένουν ότι το ζήτημα δεν είναι στο χέρι τους, σύμφωνα με την αμερικανική εφημερίδα.

Από τον Σεπτέμβριο, το συμβούλιο διαχειριστών του Βρετανικού Μουσείου τελεί υπό τον Τζορτζ Όσμπορν, πρώην βουλευτή των Συντηρητικών που ήταν υπουργός Οικονομικών της Βρετανίας από το 2010 έως το 2016. Ο Όσμπορν δεν απάντησε στα αιτήματα για συνέντευξη στους «New York Times», αλλά σε πρόσφατο άρθρο γνώμης στους «Times» του Λονδίνου ανέφερε ότι το μουσείο είναι «ανοιχτό στον δανεισμό των τεχνουργημάτων οπουδήποτε μπορούν να τα φροντίσουν και να εξασφαλίσουν την ασφαλή επιστροφή τους», συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.

Ο Χάρτγουιγκ Φίσερ, διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου, επίσης αρνήθηκε να δώσει συνέντευξη, αλλά ανέφερε σε δήλωσή του ότι τα Γλυπτά βοηθούν τους επισκέπτες να έχουν μια εικόνα για τους πολιτισμούς του κόσμου και το πώς διασυνδέονται μέσα στον χρόνο.

Η Τζάνετ Σούζμαν, ηθοποιός και επικεφαλής της Βρετανικής Επιτροπής για την Επανένωση των Μαρμάρων του Παρθενώνα, ανέφερε ότι ελπίζει η αλλαγή στάσης σε όλο τον κόσμο για το πού ανήκουν τα αφρικανικά τεχνουργήματα θα επηρεάσει τις απόψεις και για τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Ωστόσο με τον διορισμό του Όσμπορν, οι ελπίδες της περιορίστηκαν για το θέμα αυτό. «Κανείς δεν διορίζεται στο Βρετανικό Μουσείο εκτός κι αν ορκιστεί στον τάφο της μητέρας του ότι δεν θα επιστρέψει τίποτα» ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο Κίνοκ δήλωσε ότι νιώθει στενοχωρημένος όταν σκέφτεται τις πιθανότητες επιστροφής των Μαρμάρων. «Η αλλαγή στη Βρετανία θα επέλθει μόνο με μία διαφορετική κυβέρνηση που (…) θα προσπαθήσει να βελτιώσει την αντίληψη του Ηνωμένου Βασιλείου για την Ιστορία του» είπε και πρόσθετε: «Τότε θα υπάρχει ισχυρή πιθανότητα η θαυμαστή χώρα μας να γίνει Μεγάλη Βρετανία σε όρους του 21ου αιώνα».