ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ: Στις παρυφές της Φιλολάου, μικρά σπίτια και μεσοπολεμικά τριώροφα

Στις παρυφές της Φιλολάου, μικρά σπίτια και μεσοπολεμικά τριώροφα

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Σε εκείνα τα μέρη της Αθήνας, που δεν έχουν καμία ελπίδα να ενταχθούν σε κάποιον τουριστικό οδηγό, τα βήματα βραδυπορούν καθώς ανιχνεύουν το περιβάλλον. Ψηλά στη Φιλολάου, εκεί όπου το Παγκράτι συναντά τον Βύρωνα, σε μια περιοχή αστική και μικροαστική, αραιοχτισμένη ώς τη δεκαετία του ’60, χωρίς δόμηση παρά μονάχα με κάποια σκόρπια κτίσματα πριν από το 1923, επιζούν οι στρώσεις των γενεών του 20ού αιώνα.

  • Ανάμεσα σε συμπαγή μέτωπα πολυκατοικιών, αποκαλύπτονται εκείνα τα κάποτε αδιάφορα αλλά τώρα καθ’ όλα συμπαθή και ενίοτε γοητευτικά διώροφα και τριώροφα εκείνης της πορείας εξαστισμού, ανάμεσα στο 1935 και στο 1960.
  • Τα είδα να φύονται πίσω από πλούσια φυλλώματα ακακιών, σε γειτνίαση με ψιλικατζίδικα, φούρνους, νεωτερισμούς και καταστήματα κινητής τηλεφωνίας.
  • Σε αυτές τις γειτονιές, εκείνες που δεν έχουν μνημεία, με ελάχιστα ίχνη αστικής δόξας, με πολλές πυκνώσεις κατοικίας ανάγκης και εκμετάλλευσης, αφήνεται ενίοτε να φανεί εκείνο το ευγενές μέταλλο της ανεπιτήδευτης χάρης.

Στη Φιλολάου ψηλά, και πιο κάτω, ανάμεσα στα στενά θάλλουν ακόμη κάποια μικρά σπίτια. Σε γωνίες της βουερής λεωφόρου, είδα τριώροφα του Μεσοπολέμου, μοντερνιστικά, με συναίσθηση της απλής αρχιτεκτονικής καινοτομίας που έφερε η αρχιτεκτονική τους. Το βλέμμα, αδηφάγο πάντα, στέκεται στο στυλ του ’50 και των αρχών του ’60 και αναρωτιέται. «Θα προλάβουν αυτά τα κτίρια να αγαπηθούν προτού κακοφορμίσουν πλήρως, προτού αλλάξουν όλες τις εξώθυρες, προτού αφεθούν σε κακό γήρας;».

Στο 150 και στο 148 της Φιλολάου δύο διώροφα από τα τέλη της δεκαετίας του ’50, δίνουν το μέτρο μιας γειτονιάς. Λίγο πιο πάνω, στη γωνία με την Ευμένους, ένα ακόμη διώροφο από τη δεκαετία του ’50, εκεί όπου βρίσκεται ένα μεγάλο ψαράδικο με μπλε τέντα, μας δείχνει ότι πριν από 60 και κάτι χρόνια, η ζωή στη γειτονιά ήταν ήρεμη χωρίς μεγάλο ύψος.

  • Ανεβοκατεβαίνω τη Φιλολάου σε εκείνο το ύψος, και στη γωνία με τη Χρεμωνίδου 39 βλέπω ένα ωραίο μεσοπολεμικό με αυστηρή γεωμετρία. Υπάρχει ένα ξεθωριασμένο πράσινο χρώμα στις εσοχές, πόσο διαφορετικό από το ζωηρό κίτρινο σε ένα άλλο μεσοπολεμικό, στη γωνία με την Αλκέτου, ή από την ευγενή μοντερνίστικη απλότητα του μεσοπολεμικού διώροφου στη γωνία Φιλολάου 71 και Πύρρου. Ανάμεσα στα μέτωπα των πολυκατοικιών, σε εκείνη τη συμπαγή αίσθηση μικροαστισμού, αντιπαραβάλλεται η κατάληψη της περιοχής, το μόνο εκλεκτικιστικό δείγμα αστικού παρελθόντος, γωνία Φιλολάου και Νεοπτολέμου.

Στη γωνία με τη Φρύνης βλέπω την ψηλή πολυκατοικία, του ’60, με τους πολλούς ορόφους, ορόσημο μάλλον για τη μετάβαση στην πυκνότητα και στην ομοιομορφία, αλλά κρατώ εκείνη τη συμπαθή διάθεση αστικής συνεκτικότητας. Ξέρω ότι αυτός ο περίπατος δεν θα είχε πολλούς θιασώτες, παρά μόνο όσους είναι συναισθηματικά δεμένοι με την περιοχή. Ξέρω, όμως, επίσης ότι η απόλαυση που αντλώ δεν πηγάζει από το μέγα, αλλά από το έλασσον.

  • Το συναντώ στη στροφή της Φιλολάου με τη Νεάρχου, ένας από αυτούς τους δρόμους με τις πολλές πολυκατοικίες. Και να, εκεί, στον αριθμό 5, ένα τόσο δα σπιτάκι, μονώροφο, ξέφτι ίσως από τη δεκαετία του ’20 ή του ’30, στέκει μόνο με τη φουντωτή συκιά της στενόμακρης αυλής να σκεπάζει την αυλόπορτα με τις σπείρες μιας απρόσμενης αρ ντεκό. Ενα σπιτάκι ξεχασμένο, κατοικία γάτων και τρωκτικών, με σφραγισμένα παράθυρα, ήταν αυτό το «τίποτα» που μου έδωσε την απάντηση.

Μου θύμισε ένα άλλο «τίποτα» λίγο πιο κάτω στη Φιλολάου 61, ένα χωράφι με ένα ξεχασμένο Fiat Uno από τη δεκαετία του ’80, μια «εγκατάσταση» μνήμης σε ένα λιβάδι αστικού κενού.

Έντυπη

Print Friendly, PDF & Email