Νέα προβλήματα για το Μετρό Θεσσαλονίκης – Δύσκολα θα λειτουργήσει τον Απρίλιο του 2023

Ένα χρόνο πριν από τον αιφνιδιασμό που προκάλεσαν οι κυβερνητικές εξαγγελίες για αλλαγή σχεδιασμού στο έργο, με σκοπό την απόσυρση των αρχαιοτήτων στο σταθμό της Βενιζέλου και την επανατοποθέτησή τους,  ο Κυριάκος Μητσοτάκης επεσήμανε  τον κίνδυνο να μην τηρηθεί το ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα παράδοσης του μετρό της Θεσσαλονίκης.

«Με τις δικαστικές πρόσφυγες (σ.σ για το έργο έχουν υποβληθεί τρεις προσφυγές και αίτηση αναστολής εργασιών), το χρονοδιάγραμμα του μετρό είναι σε κάποια αίρεση. Εφόσον δεν δικαιωθούν οι προσφεύγοντες, το χρονοδιάγραμμα μπορεί να είναι φιλόδοξο αλλά είναι εφικτό» δήλωσε ο Πρωθυπουργός.

Οι δηλώσεις του κ. Μητσοτάκη έρχονται λίγες μέρες μετά τα όσα ανέφερε την προηγούμενη Πέμπτη στους δημοσιογράφους και ο διευθύνων σύμβουλος της  Ελλάκτωρ  Σάκης Καλλιτσάντσης, όταν κλήθηκε να εκτιμήσει αν θα τηρηθεί το χρονοδιάγραμμα για τον Απρίλιο του 2023.

Ο επικεφαλής του ομίλου, απάντησε ότι αν δεν λυθούν τα θέματα με την αρχαιολογία το επόμενο δίμηνο θα είναι δύσκολο να επιτευχθούν οι χρόνοι αυτοί. Να σημειωθεί ότι το χρονοδιάγραμμα έχει ήδη αμφισβητήσει ο ανάδοχος από την Άνοιξη, κρούοντας το καμπανάκι για τις μεγάλες καθυστερήσεις στην έγκριση μελετών του έργου αλλά και για τις αλλαγές που έφερε ο σχεδιασμός για τον άλλο σταθμό με τα αρχαία, στην Αγία Σοφία.

Για το μετρό Θεσσαλονίκης κατατέθηκε πριν από λίγες μέρες και νέα προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, η τρίτη κατά σειρά κατά της απόφασης της υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη για απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων του σταθμού Βενιζέλου.

Η αίτηση υποβλήθηκε μεταξύ άλλων από το Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων, την Πανελλήνια Ένωση Συντηρητών Αρχαιοτήτων, τον Ενιαίο Σύλλογο Υπαλλήλων του Υπουργείου Πολιτισμού κ.α.

Οι προσφυγές, αποτελούν ένα νέο βαρίδι στην πορεία του στοιχειωμένου έργου μέχρι να αποφανθεί το δικαστήριο για την τύχη τους, όταν το μετρό Θεσσαλονίκης έχει ήδη αντλήσει κεφάλαια από τρία ΕΣΠΑ (2000-2006, 2007-2013 και 2014-2020) και αν δεν παραδοθεί έως το 2023, η Ελλάδα κινδυνεύει να επιστρέψει  επιδοτήσεις συνολικού ύψους 2 δις. ευρώ στην ΕΕ.