Κυρ. Μητσοτάκης στη FAZ: Θέλουμε να δημιουργήσουμε μια νέα εικόνα της Ελλάδας

Το μήνυμα ότι η Ελλάδα μπορεί να αναπτυχθεί με ρυθμό πάνω από 3% του ΑΕΠ στέλνει ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης σε συνέντευξή του στη γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung (FAZ), απευθύνοντας παράλληλα κάλεσμα στους Γερμανούς επιχειρηματίες να επενδύσουν στη χώρα μας.

Στη συνέντευξη που παραχωρήθηκε στο πλαίσιο της επίσκεψης του Πρωθυπουργού στο Βερολίνο και της συνάντησής του με τη Γερμανίδα Καγκελάριο Angela Merkel, ο κ. Μητσοτάκης τονίζει ότι «για πρώτη φορά εδώ και δέκα χρόνια, έχουμε μια κυβέρνηση με απόλυτη πλειοψηφία στο κοινοβούλιο, καθώς και μια κυβέρνηση η οποία είναι σαφώς προσανατολισμένη στις μεταρρυθμίσεις. Με ένα κυβερνών κόμμα που μπόρεσε να νικήσει τους λαϊκιστές στις εκλογές, χωρίς να τους μιμηθεί και χωρίς μεγάλες υποσχέσεις».

Ερωτηθείς για την πρόθεσή του να μειώσει το στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα κάτω από το 3,5% του ΑΕΠ, ο κ. Μητσοτάκης τονίζει ότι αυτός ο στόχος αποτελεί κληρονομιά του παρελθόντος και ότι «επιβαρύνει σοβαρά την ελληνική οικονομία, ειδικά σε μια στιγμή που η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται στα πρόθυρα της ύφεσης».

Ο Πρωθυπουργός απευθύνει κάλεσμα μέσω της εφημερίδας στους Γερμανούς επενδυτές και σημειώνει τα εξής: «Έρχομαι στο Βερολίνο με το σχέδιο ανάπτυξης της Ελλάδας. Επιπρόσθετα, θέλω να παρουσιάσω τις δυνατότητες που προσφέρει η Ελλάδα σε Γερμανούς επιχειρηματίες και να τους παρακινήσω να δουν τη χώρα μας με νέα ματιά. Γερμανικές εταιρείες δραστηριοποιούνται ήδη στην Ελλάδα, αλλά θέλω να διευρύνω τον κύκλο και να εστιάσω σε τομείς όπου η Γερμανία και η Ελλάδα μπορούν να επωφεληθούν από τη συνεργασία, όπως στη φιλική προς το περιβάλλον ενεργειακή τεχνολογία».

Ο κ. Μητσοτάκης στέκεται ιδιαίτερα στο χαμηλό κόστος δανεισμού της Ελλάδας και σημειώνει ότι λίγο πριν από το ταξίδι στο Βερολίνο καταργήθηκαν τα capital controls τα οποία διήρκεσαν τέσσερα χρόνια. Μιλώντας για τις νέες προοπτικές που ανοίγονται τονίζει τα εξής: «Θα επωφεληθούμε από το σημαντικά χαμηλότερο –επιτέλους και για την Ελλάδα- ύψος των επιτοκίων. Επικεντρωνόμαστε στη γρήγορη υλοποίηση επενδύσεων με έντονο συμβολισμό, όπως το Ελληνικό. Το έργο αυτό, το οποίο σχεδιάστηκε για να φέρει θέσεις εργασίας, οικονομική ανάπτυξη και έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις στο κράτος, μπλοκαρίστηκε για τέσσερα χρόνια από την ανικανότητα και την άρνηση για συγκεκριμένες αναπτυξιακές κινήσεις από την πλευρά της προηγούμενης κυβέρνησης».

Ερωτηθείς, τέλος, για τις προσδοκίες που έχει από τη νέα Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen ο Πρωθυπουργός απαντά: «Με την Ursula von der Leyen έχω μια πολύ καλή προσωπική σχέση. Ήρθε στην Ελλάδα στις αρχές της χρονιάς ως Υπουργός Άμυνας για να μας υποστηρίξει στην προεκλογική εκστρατεία για τις Ευρωεκλογές. Ο Έλληνας εκπρόσωπος στην επόμενη Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα αναλάβει πιθανότατα ένα σημαντικό χαρτοφυλάκιο, το οποίο δεν επιτρέπεται να ανακοινώσω ακόμη. Αλλά μπορώ να πω ήδη ότι υποστηρίζω τη θαρραλέα ατζέντα της. Και θα είμαι ένας σύμμαχος, ο οποίος θα συμβάλει ώστε η επόμενη Επιτροπή να επιτύχει τους φιλόδοξους στόχους της».

Ολόκληρη η συνέντευξη του Πρωθυπουργού στην εφημερίδα FAZ:

-Κύριε Πρωθυπουργέ Μητσοτάκη, έφτασε στο τέλος της η ελληνική κρίση;

Οι πρόσφατες εκλογές ήταν ένα σημαντικό βήμα για να τελειώσουμε μια και καλή με αυτό που αποκαλούνταν εδώ και καιρό ελληνική κρίση. Για πρώτη φορά εδώ και δέκα χρόνια, έχουμε μια κυβέρνηση με απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, καθώς και μια κυβέρνηση η οποία είναι σαφώς προσανατολισμένη στις μεταρρυθμίσεις. Με ένα κυβερνών κόμμα που μπόρεσε να νικήσει τους λαϊκιστές στις εκλογές, χωρίς να τους μιμηθεί και χωρίς μεγάλες υποσχέσεις.

-Αποτελεί η Ελλάδα, με το εκλογικό αποτέλεσμά της, εξαίρεση στο πολιτικό τοπίο της Ευρώπης;

Ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη επικρατεί μεγάλη πολιτική σύγχυση, η Ελλάδα εξελίσσεται αντίθετα προς τις τάσεις αυτές. Έχουμε μια σταθερή, προσανατολισμένη στις μεταρρυθμίσεις κυβέρνηση με θητεία τεσσάρων ετών. Και αυτό είναι ένα βήμα προς το τέλος της ελληνικής κρίσης, διότι η κρίση δεν ήταν μόνο οικονομική, αλλά και βαθύτατα πολιτική. Εάν έχουμε μια λύση για την πολιτική διάσταση της κρίσης, θα είναι ευκολότερη και η λύση ως προς τα οικονομικά ζητήματα.

-Υπήρξαν δηλώσεις του επικεφαλής του ESM, Klaus Regling, ότι, για παράδειγμα, η προηγούμενη κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ στη θητεία τους από το 2015 έως το 2019 κόστισαν στην Ελλάδα μεταξύ 86 και 200 δις ευρώ. Πώς προκύπτει αυτό;

Η πρόσφατη κοινοβουλευτική περίοδος ήταν ένα πολύ τραυματικό κεφάλαιο στην ιστορία μας. Πράγματι, η Ελλάδα βρισκόταν πολύ κοντά στο να αφήσει πίσω της την κρίση όταν, τον Ιανουάριο του 2015, εξελέγησαν ο Αλέξης Τσίπρας και ο κυβερνητικός του εταίρος Πάνος Καμμένος. Οι πρώτοι μήνες αυτής της κυβέρνησης κόστισαν πάρα πολύ στην οικονομία της Ελλάδας. Στο κόστος προστίθεται ακόμη ένα στοιχείο, το οποίο είναι δύσκολο να εκφραστεί σε χρηματικά ποσά, και αυτό είναι η αξιοπιστία. Ναι, υπήρξε μια δεύτερη κρίση στην Ελλάδα το 2015, ναι, αυτή έχει αφήσει ακόμη και τώρα μια βαριά κληρονομιά. Όμως εμείς θέλουμε τώρα να ξεφύγουμε από αυτά και να δημιουργήσουμε μια νέα εικόνα της Ελλάδας.

-Ποια είναι η ατμόσφαιρα στην Ελλάδα τώρα; Το 2015, τον Ιανουάριο και το Σεπτέμβριο, διεξήχθησαν εκλογές διαμαρτυρίας. Τώρα, μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου του 2019 πως είναι τα πράγματα;

Περιγράφω την ατμόσφαιρα με επιφυλακτική αισιοδοξία. Υπάρχει ανακούφιση για το γεγονός ότι η εποχή του ΣΥΡΙΖΑ τελείωσε. Βιώνω την ικανοποίηση, αλλά και την έκπληξη, για το γεγονός ότι η νέα κυβέρνηση έκανε ένα δυνατό ξεκίνημα και αποδεικνύεται ικανή. Λιγότερο από ένα μήνα μετά την ανάληψη των καθηκόντων μας, έχουμε ήδη εκπληρώσει σημαντικές προεκλογικές υποσχέσεις, όπως η μείωση των υπερβολικά υψηλών φόρων ιδιοκτησίας στα ακίνητα.

-Υπήρχε στην Ελλάδα η αίσθηση ότι οι ελπίδες του 2015 διαψεύστηκαν. Τώρα υπάρχει νέα αισιοδοξία, δικαίως όμως;

Οι προσδοκίες του 2015 ήταν εντελώς μη ρεαλιστικές, καθώς βασίζονταν σε ένα μεγάλο ψέμα. Και γι’ αυτό καταβάλαμε όλοι ένα υψηλό τίμημα. Είναι σαφές ότι οι Έλληνες είναι πλέον πολύ πιο επιφυλακτικοί απέναντι σε κάθε είδους υπόσχεση. Γι’ αυτό τον λόγο ήμασταν προσεκτικοί στην προεκλογική εκστρατεία και εστιάσαμε σε ένα σαφώς καθορισμένο πρόγραμμα, το οποίο θέτει στο επίκεντρο την οικονομική ανάπτυξη. Ακόμα και πριν από το ταξίδι μου στο Βερολίνο, για παράδειγμα, καταργήσαμε οριστικά τους   περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων που διήρκεσαν τέσσερα χρόνια.

-Τα στοιχεία ως προς τον δείκτη αισιοδοξίας στην οικονομία είναι ευνοϊκά. Θα φέρει αυτή η αισιοδοξία και συγκεκριμένες πρόσθετες επενδύσεις;

Οι επενδύσεις δεν γίνονται από την μια μέρα στην άλλη. Επιπλέον, βρισκόμαστε τώρα στην αρχή μιας κάμψης όσον αφορά την οικονομική δραστηριότητα στην Ευρώπη. Η κριτική μου στον προκάτοχό μου Αλέξη Τσίπρα ήταν ότι χάθηκαν τέσσερα χρόνια εν μέσω άριστου, παγκοσμίως, οικονομικού κλίματος. Η Ελλάδα πρέπει τώρα να αναπτυχθεί παρότι πνέει αντίθετος άνεμος στην παγκόσμια οικονομία. Θα επωφεληθούμε όμως από το σημαντικά χαμηλότερο –επιτέλους και για την Ελλάδα- ύψος των επιτοκίων. Επικεντρωνόμαστε στη γρήγορη υλοποίηση επενδύσεων με έντονο συμβολισμό, όπως για παράδειγμα το πρώην αεροδρόμιο της Αθήνας στο Ελληνικό. Το έργο αυτό, το οποίο σχεδιάστηκε για να φέρει θέσεις εργασίας, οικονομική ανάπτυξη και έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις στο κράτος, μπλοκαρίστηκε για τέσσερα χρόνια από την ανικανότητα και την άρνηση για συγκεκριμένες αναπτυξιακές κινήσεις από την πλευράς της προηγούμενης κυβέρνησης. Ήδη πριν από την άφιξή μου στο Βερολίνο εξαλείψαμε με υπουργικές αποφάσεις τα μεγαλύτερα εμπόδια.

-Για να επιτύχετε περισσότερη ανάπτυξη, χρειάζεστε επενδύσεις. Από πού θα προέλθουν αυτές;

Χρειαζόμαστε άμεσες ξένες επενδύσεις και μάλιστα πολλές. Πρέπει να προέρχονται από όλες τις κατευθύνσεις, και από τη Γερμανία. Αυτός είναι ο λόγος που έρχομαι στο Βερολίνο. Δεν πρόκειται για επίσκεψη που αποσκοπεί στο να συζητηθούν λεπτομέρειες του προγράμματος παρακολούθησης των δανειστών για τα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας. Μιλάμε για αυτό το ζήτημα με τους θεσμούς των πιστωτών. Στο Βερολίνο έρχομαι με το σχέδιο ανάπτυξης της Ελλάδας. Επιπρόσθετα, θέλω να παρουσιάσω τις δυνατότητες που προσφέρει η Ελλάδα σε Γερμανούς επιχειρηματίες και να τους παρακινήσω να δουν τη χώρα μας με νέα ματιά. Γερμανικές εταιρείες δραστηριοποιούνται ήδη στην Ελλάδα, αλλά θέλω να διευρύνω τον κύκλο και να εστιάσω σε τομείς όπου η Γερμανία και η Ελλάδα μπορούν να επωφεληθούν από τη συνεργασία, όπως στην φιλική προς το περιβάλλον ενεργειακή τεχνολογία. Ή στον μετασχηματισμό των κρατικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της ΔΕΗ. Για μένα, αυτή η επίσκεψη είναι η πρώτη σελίδα ενός νέου κεφαλαίου. Το λέω αυτό έχοντας συνείδηση ότι η Καγκελάριος Merkel έχει ήδη συναντήσει πολλούς Έλληνες πρωθυπουργούς. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό θέλω να είμαι αυτός που παρουσιάζει μια Ελλάδα στο δρόμο της ανανέωσης.

-Έχετε υποσχεθεί πολλών ειδών φορολογικές ελαφρύνσεις. Ήταν αυτό τόσο απαραίτητο;

Η φορολογική μας πολιτική είναι μόνο ένα σκέλος της αναπτυξιακής μας στρατηγικής, αλλά είναι σημαντικό. Η οικονομία και ιδιαίτερα η μεσαία τάξη των Ελλήνων επλήγησαν από την υπερβολική φορολογία της προηγούμενης κυβέρνησης, η οποία ήθελε να επιτύχει πλεονάσματα που ήταν ακόμη μεγαλύτερα από τους στόχους που είχαν συμφωνηθεί με τους πιστωτές. Ο σκοπός ήταν αυτά τα υπερβολικά πλεονάσματα να διανεμηθούν εν μέρει στην εκλογική πελατεία του ΣΥΡΙΖΑ. Όλοι συνειδητοποιούν ότι αυτός ήταν ένας λάθος τρόπος άσκησης οικονομικής πολιτικής.

-Έχει η Ελλάδα το προνόμιο να προχωρήσει σε μειώσεις φόρων;

Το κάνουμε αυτό χωρίς να δημιουργούμε τρύπα στο δημόσιο ταμείο. Η μείωση των φόρων, ειδικά για τις επιχειρήσεις, αρχικά στο 24% και μετά στο 20%, αποτελεί σημαντικό μοχλό για την προσέλκυση επενδύσεων.

-Πόσο υψηλή προβλέπεται να είναι η πραγματική ανάπτυξη της Ελλάδας με βάση το πρόγραμμά σας;

Όλα εξαρτώνται από την παγκόσμια οικονομική κατάσταση, αλλά είπαμε ότι θέλουμε ανάπτυξη άνω του 3%. Σε μια χώρα που έχει χάσει το ένα τέταρτο του εθνικού της εισοδήματος, αυτός ο στόχος θα πρέπει να είναι εφικτός.

-Θέλετε όμως και οι δανειστές να υποχωρήσουν στους δημοσιονομικούς στόχους της Ελλάδας με χαμηλότερο στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα, δηλαδή αυτό που απομένει χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι πληρωμές τόκων, το οποίο αυτά τα χρόνια θα πρέπει να φθάσει στο 3,5% του ΑΕΠ.

Ο στόχος του 3,5% αποτελεί κληρονομιά του παρελθόντος. Αλλά αυτό η Ελλάδα το έχει υποσχεθεί. Επιβαρύνει σοβαρά την ελληνική οικονομία, ειδικά σε μια στιγμή που η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται στα πρόθυρα της ύφεσης. Αυτό που λέω είναι πολύ σαφές: Φυσικά, θα μείνουμε σε αυτόν τον στόχο το 2019, αλλά και το 2020. Όμως για τα επόμενα χρόνια θέλουμε να το συζητήσουμε. Αρχικά είναι σημαντική η αποκατάσταση της αξιοπιστίας της Ελλάδας και η υλοποίηση πραγματικών μεταρρυθμίσεων. Κατά τις επόμενες συζητήσεις με τους δανειστές το θέμα θα είναι να μας επιστραφούν τα κέρδη των κεντρικών τραπεζών από τις συναλλαγές με ελληνικά κρατικά ομόλογα, όπως υποσχέθηκαν για την περίπτωση της τήρησης των συμφωνιών. Αυτά τα χρήματα μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε παραγωγικά, σε αντίθεση με τους προκατόχους μας.

-Θα μιλήσετε για αυτό το θέμα, όταν θα συναντήσετε την Καγκελάριο Merkel την Πέμπτη;

Δεν θα αφιερώσω τον περισσότερο χρόνο της συνάντησής μου με την Καγκελάριο για αυτά τα ζητήματα. Γιατί γνωρίζω την απάντηση: γι’ αυτά αποφασίζουν οι θεσμοί των δανειστών. Δεν μου αρέσει ούτως ή άλλως η ιδέα ένας Έλληνας πρωθυπουργός να προσέρχεται στο Βερολίνο με μια μακρά λίστα επιθυμιών. Και επιπλέον αυτό δεν είναι αποτελεσματικό. Προτιμώ να μιλήσω για τις ελληνογερμανικές οικονομικές επαφές, για τη μετανάστευση, για τη σχέση με την Τουρκία. Γνωρίζω πολύ καλά την Καγκελάριο και νομίζω ότι θα είναι πολύ ικανοποιημένη για το γεγονός ότι στην Ελλάδα υπάρχει μια μεταρρυθμιστική κυβέρνηση από το στρατόπεδο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, η οποία διαθέτει και την απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Και αυτό είναι επίσης θετικό για το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα.

-Θα φροντίσετε για τις μεταρρυθμίσεις που θα έπρεπε να υλοποιήσει η Ελλάδα μετά τα προγράμματα εξυγίανσης των «Μνημονίων» του 2010 και του 2012;

Πρέπει να μεταρρυθμίσουμε την Ελλάδα, αλλά με τον δικό μας τρόπο. Η ιδέα ότι ακολουθούμε το σχέδιο που έχουν γράψει άλλοι για εμάς δεν είναι η σωστή προσέγγιση. Είμαστε μια κυρίαρχη χώρα. Οφείλουμε επίσης να γνωρίζουμε πολύ καλύτερα ποιες μεταρρυθμίσεις είναι αναγκαίες. Πολλές μεταρρυθμίσεις που προωθήσαμε δεν ήταν ποτέ μέρος ενός προγράμματος. Θεωρώ τον εαυτό μου υπερήφανο μεταρρυθμιστή, αλλά οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να κατευθύνονται από την εγχώρια πολιτική και αυτό υποστήριξα κατά την προεκλογική εκστρατεία. Τώρα έχω ισχυρή εντολή γι’ αυτό. Εξάλλου, το 40% των Ελλήνων ψήφισε για μεταρρυθμίσεις αντί για εκλογικά δώρα με την μορφή της διανομής χρημάτων. Αυτό δείχνει την ωριμότητα της ελληνικής κοινωνίας μετά από δέκα χρόνια κρίσης.

-Δεν είναι και μόνον η λέξη «μεταρρυθμίσεις» μισητή σε πολλούς Έλληνες;

Η καταταλαιπωρημένη λέξη «μεταρρυθμίσεις» έχει ταυτιστεί ιδιαίτερα με τις περικοπές των συντάξεων και τις αυξήσεις των φόρων. Αλλά έχει επίσης να κάνει με τις καλές δημόσιες υπηρεσίες, για παράδειγμα στην υγεία ή τα σχολεία. Σχετίζεται με την ανταγωνιστικότητα και το πώς αξιοποιεί καλά μία χώρα τα φυσικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματά της. Έχει να κάνει με τον ψηφιακό μετασχηματισμό, αλλά και τις αλλαγές που είναι αναγκαίες λόγω της κλιματικής αλλαγής.

-Μπορείτε με την προηγούμενη εμπειρία σας στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων να οδηγήσετε τη χώρα μπροστά;

Ακριβώς γι’ αυτό, με τον πρώτο μου νόμο συγκέντρωσα πολλές αρμοδιότητες γύρω από τον Πρωθυπουργό. Κατηγορήθηκα ότι εγκατέστησα μία ελληνική Καγκελαρία, αλλά προτιμώ αυτό το πρότυπο. Ο Πρωθυπουργός είναι πολύ σημαντικός με βάση το Σύνταγμα, αλλά έως τώρα ήταν πολύ αδύναμος ως προς την επιβολή του κυβερνητικού προγράμματος. Τώρα πλέον έχουμε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο μεταρρύθμισης, αναπτύσσουμε σχέδια δράσης για τα Υπουργεία και παρακολουθούμε στενά τις δραστηριότητες κάθε υπουργείου. Αυτό από μόνο του είναι μια σημαντική μεταρρύθμιση, διότι χωρίς σαφή ηγεσία στην κυβέρνηση προηγουμένως κάθε υπουργός μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε.

-Ποια είναι η σχέση σας με το παραδοσιακά προσανατολισμένο κομμάτι του συντηρητικού σας κόμματος, της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ), καθώς την περίοδο 2004-2009 το κόμμα ήταν στην κυβέρνηση συνέβαλε σε τελική ανάλυση στην πρόκληση της ελληνικής κρίσης; Υπάρχουν εσωτερικές αντιδράσεις;

Όταν υπέβαλα ως αουτσάιντερ υποψηφιότητα για την ηγεσία του κόμματος, ειπώθηκε ότι ήμουν υπερβολικά προσανατολισμένος στις μεταρρυθμίσεις και ότι δεν θα τα καταφέρω ποτέ, αλλά κέρδισα. Τότε ελέχθη ότι είμαι όμηρος της παραδοσιακής πτέρυγας του κόμματος και ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να το αλλάξω. Κι όμως αναδιαμορφώσαμε ριζικά το κόμμα. Όταν κατεβήκαμε στις εκλογές, έλεγαν ότι η παλιά ΝΔ είναι βαρίδι, αλλά κερδίσαμε την απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Τώρα λέγεται ότι δεν θα γίνει καμία πρόοδος με αυτήν την κυβέρνηση, κι όμως αποδείξαμε ότι είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι να αναλάβουμε το αξίωμα από πολλές άλλες κυβερνήσεις. Η ομάδα μου και εγώ αρεσκόμαστε στο να αντικρούουμε τις προκαταλήψεις. Είναι αλήθεια ότι η ΝΔ είναι ένα παραδοσιακό κόμμα, αλλά έχει αλλάξει πολύ. Διαφορετικά θα ήταν αδύνατο να κερδίσει το 40% των ψήφων μετά το 28% στις εκλογές του 2015. Κάναμε κάτι σωστά, γι’ αυτό και πολλοί άνθρωποι μας επέλεξαν για πρώτη φορά. Τώρα φέρω την ευθύνη να μην απογοητευτούν.

-Παλαιότερα οι αντίπαλοί σας σάς χαρακτήριζαν «στέλεχος της McKinsey» λόγω της επαγγελματικής σας εμπειρίας. Ήταν ο ρόλος ως σύμβουλος σε αυτήν την γνωστή εταιρεία στο παρελθόν ένα μειονέκτημα που τώρα έχει γίνει πλεονέκτημα;

Είμαι περήφανος για τη διαδρομή μου και εργάστηκα σκληρά στην πορεία μου ως εδώ. Η πορεία αυτή μου επιτρέπει να προσεγγίζω τα πράγματα αναλύοντας τα γεγονότα και όχι μόνο αποφασίζοντας με βάση πολιτικά κριτήρια. Και αυτήν την βασική αρχή θέλω να εφαρμόσω ευρύτερα. Γιατί είναι αποτελεσματική. Φυσικά, είμαι αρκετά εξοικειωμένος με τις λειτουργίες του μάνατζμεντ, ωστόσο εδώ και αρκετό καιρό δεν είμαι πια σύμβουλος επιχειρήσεων. Ασχολούμαι με την πολιτική εδώ και 15 χρόνια και ταξιδεύω σε όλη τη χώρα. Για να είναι κανείς επιτυχημένος στην πολιτική σήμερα, πρέπει να αποδείξει τις ικανότητες του τόσο στην πολιτική στρατηγική όσο και στην πρακτική καθημερινή πολιτική.

-Οι Έλληνες φαίνεται να έχουν το επιχειρηματικό πνεύμα στο αίμα τους, αλλά με την κρίση πολλές εταιρείες εξαφανίστηκαν. Τι κάνετε για την ανανέωση του κόσμου των επιχειρήσεων;

Η εμφάνιση νέων επιχειρήσεων βρίσκεται στο επίκεντρο του σχεδίου μας. Είναι σημαντικό να εμφανιστούν νέες επιχειρήσεις εκεί όπου η χώρα έχει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, να είναι οι νέες επιχειρήσεις καινοτόμες και προσανατολισμένες προς τις εξαγωγές. Η χώρα μας έχει το επιπρόσθετο πλεονέκτημα ότι διαθέτει μια ομάδα ανθρώπων κατάλληλων για τέτοιες δραστηριότητες. Ωστόσο, ο επιχειρηματικός κόσμος θα πρέπει να επανεξετάσει σοβαρά κάποια πράγματα. Έχουμε κάποιες βολικές συμφωνίες με επιχειρήσεις που κατέχουν σχεδόν μονοπωλιακή θέση, και οι οποίες με τα δικά τους Μέσα Ενημέρωσης προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην πολιτική και ελπίζουν να εξασφαλίσουν την προστασία τους. Δεν μου αρέσουν αυτά τα πράγματα και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θέσαμε τον καλύτερο Έλληνα εμπειρογνώμονα σε θέματα ανταγωνισμού από το Λονδίνο επικεφαλής της εποπτικής Αρχής για τον ανταγωνισμό. Θέλουμε να διασφαλίσουμε ότι οι κανόνες ανταγωνισμού ισχύουν για όλους, ειδικά για τις μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις.

-Μέχρι τώρα δεν υπήρχε μεγάλο έλλειμμα ανταγωνισμού στην Ελλάδα, καθώς μειώθηκαν δραματικά οι μισθοί εξαιτίας των μεταρρυθμίσεων της κρίσης. Όμως οι τιμές δεν μειώθηκαν.

Η Ελλάδα έκανε πολλές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, αλλά δεν προχώρησε σε επαρκή φιλελευθεροποίηση της αγοράς αγαθών. Αν δεν υπάρχει μια καλή Αρχή για τον ανταγωνισμό, δεν θα υπάρχει ανταγωνισμός. Αρκεί μια απλή σύγκριση μεταξύ της ικανότητας του νέου υπεύθυνου για θέματα ανταγωνισμού που εμείς επιλέξαμε και του προσώπου που είχε ορίσει ο πρώην Πρωθυπουργός Τσίπρας, και ήταν, ας πούμε, η αγαπημένη του δικαστής και αργότερα σύμβουλος.

-Τι προσδοκίες έχετε για την νέο Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής von der Leyen;

Με την Ursula von der Leyen έχω μια πολύ καλή προσωπική σχέση. Ήρθε στην Ελλάδα στις αρχές της χρονιάς ως Υπουργός Άμυνας για να μας υποστηρίξει στην προεκλογική εκστρατεία για τις ευρωεκλογές. Ο Έλληνας εκπρόσωπος στην επόμενη Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα αναλάβει πιθανότατα ένα σημαντικό χαρτοφυλάκιο, το οποίο δεν μπορώ να ανακοινώσω ακόμη. Αλλά μπορώ να πω ήδη ότι υποστηρίζω τη θαρραλέα ατζέντα της. Και θα είμαι ένας σύμμαχος, ο οποίος θα συμβάλει ώστε η επόμενη Επιτροπή να επιτύχει τους φιλόδοξους στόχους της.

Print Friendly, PDF & Email