Κυνηγώντας τον φανταστικό εχθρό: Η Καχυποψία +video (του Κων/νου Αθ. Οικονόμου) 

Κυνηγώντας τον φανταστικό εχθρό: Η Καχυποψία [ΒΙΝΤΕΟ]

[Μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά μου]

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου 

Η καχυποψία είναι από τα πιο επικίνδυνα πάθη ή ελατώματα. Υπονομεύει, διαβάλλει, διαστρεβλώνει προσωπικότητες που είναι αθώες και ανθρώπους που είναι καλοκάγαθοι. Κάποιες διαταραχές συνδέονται με αυξημένη καχυποψία. Η καχυποψία όμως μπορεί να υπονομεύσει σχέσεις, ενώ πολύ συχνά συνδέεται με αρρωστημένη ζήλεια και κτητικότητα. Οι καχύποπτοι άνθρωποι δεν είναι περισσότερο ασφαλείς όπως θεωρούν, αλλά πολύ επιρρεπείς στο να καταστρέψουν φιλίες από το τίποτα. ‘Οταν η καχυποψία συνδέεται με έντονη φαντασία, τότε το μείγμα είναι εκρηκτικό. Ο καχύποπτος μπορεί να φαντάζεται και να χαρακτηρίζει τον άλλο κλέφτη, ψεύτη, άπιστο, προδότη. Μπορεί, χάρις στο πάθος αυτό, να αλλοιώσει την εικόνα κάποιου ανίδεου τρίτου ανθρώπου βρίσκοντάς τον αίτιο για ό,τι του συμβαίνει, παρ’ όλο που ίσως εκείνος μόνο αγαθά κίνητρα έχει. Μπορεί να οδηγήσει σε χωρισμό μετά από ένα γάμο. Η καχυποψία μπορεί να κάνει τον πάσχοντα να τον βλέπουν οι άλλοι σαν ιεροεξεταστή και να δυσκολεύονται στις επαφές μαζί του.

Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΣΟΦΙΑ: Ο Ρωμαίος Κάτων ο Πρεσβύτερος διακρίνοντας την ενοχή του καχύποπτου, πίσω από το πάθος έλεγε: “Μη σε νοιάζει αν κάποιος γύρω σου μιλά χαμηλόφωνα. Μονάχα ο ένοχος φαντάζεται ότι γι’ αυτόν μιλούν όλοι”. Ο Ου. Σαίξπηρ, συμφωνώντας ουσιαστικά με τον Κάτωνα, έβλεπε κάτω από την καχυποψία κάποιου τις ενοχές του: “Η καχυποψία στοιχειώνει τις ένοχες συνειδήσεις”. Στην ίδια βάση κινείται και ο Άγγλος ποιητής Philip Sidney που έγραψε: “Το να υποπτευόμαστε ανοιχτά τους άλλους σημαίνει ότι κατηγορούμε, μυστικά, τον εαυτό μας”. Συχνά πίσω από μια μορφή καχυποψίας, κρύβεται φιλαργυρία. “Όποτε υπάρχουν στη μέση πολλά λεφτά, δεν πρέπει να εμπιστεύεσαι κανέναν”, έλεγε σχετικά η Αγκάθα Κρίστι. Αντίθετα ο Charles Baudelaire βρίσκει θετική, κάποιες φορές την καχυποψία: “Ας είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι στον κοινό άνθρωπο, στην κοινή λογική, στο συναίσθημα, στην έμπνευση και στο προφανές”. Σ’ αυτό συμφωνεί, μερικώς, και ο Βρετανός φιλόσοφος Bertrand Russel: “Σε όλα τα θέματα, είναι υγιές, πότε-πότε, να κρεμάς ένα ερωτηματικό στα πράγματα που θεωρείς από καιρό δεδομένα”. Ο Γάλλος συγγραφέας Pierre Claude Boiste εύστοχα παρατηρεί: “Η διαρκής δυσπιστία είναι υπερβολικό τίμημα για να μη μπορούν να σε ξεγελάσουν”, τονίζοντας με τα λόγια αυτά τη βαρύτητα του πάθους. Σύμφωνα με τον προηγούμενο είναι και τα λόγια του Σκωτζέζου ποιητή Robert Burns: Η καχυποψία είναι μια βαριά πανοπλία και με το βάρος της εμποδίζει περισσότερα από όσα μας προστατεύειΗ Γαλλίδα συγγραφέας Colette, “κατηγορεί” την αγάπη ως αίτιο του πάθους: “Όταν κανείς αγαπιέται δεν αμφιβάλλει για τίποτα. Όταν αγαπάει, αμφιβάλλει για όλα”. Πρωτότυπη κρίνεται η άποψη του Ιταλού σκηνοθέτη Φρεντερίκο Φελίνι που έλεγε: “Όσοι είναι πάντα συνεπείς, είναι ύποπτοι”. Στον αντίποδα των απόψεων που καταγράφηκαν βρίσκεται η άποψη του Ροβεσπιέρου, που βρίσκεται όμως σύμφωνη με το πνεύμα της Γαλλικής Επανάστασης, ότι: “Η βασική αρετή του πολίτη είναι η δυσπιστία”.

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ: Για του ψυχολόγους η καχυποψία αφορά καταστάσεις κατά τις οποίες το άτομο αισθάνεται ότι το κοιτούν, το ακολουθούν, το σχολιάζουν, του υποκλέπτουν την σκέψη κ.ά.. Πρόκειται για ψυχοπαθολογική κατάσταση η οποία χρήζει μακροχρόνιας ψυχοθεραπείας. Συχνά χρειάζεται παράλληλη φαρμακευτική υποστήριξη. Η ψυχοθεραπεία εστιάζει στις βαθύτερες εσωτερικές σχέσεις του ατόμου καί ιδιαίτερα στις σχέσεις εκείνες οι οποίες υπολείπονται εμπιστοσύνης. Εάν επιτευχθεί θεραπευτική συμμαχία ψυχολόγου – πάσχοντα, τα άτομα αυτά έχουν καλή πορεία. Το άγχος του καχύποπτου ατόμου τις περισσότερες φορές είναι έντονο καί δημιουργεί επιθετικότητα. Οι φόβοι επίθεσης που νιώθει το οδηγούν να απομακρύνεται από τις σχέσεις με αποτέλεσμα την απομόνωση. Η ειλικρινής στάση του ψυχοθεραπευτή σε συνδυασμό με την παροχή ενδιαφέροντος και φροντίδας αποτελούν τα πρώτα θεραπευτικά βήματα.

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ: Μια σύγχρονη αγιορείτικη μορφή, ο Γέρων Δανιήλ Κατουνακιώτης δίνει έναν εύστοχο ορισμό για την καχυποψία ή υπόνοια, όπως ο ίδιως την ονομάζει. Λέει λοιπόν ο φωτισμένος γέροντας: “Η υπόνοια εν τω καιρώ της ειρήνης διδάσκει ταραχήν και παρεξήγησιν. Η υπόνοια ουκ είδε ποτέ την αλήθειαν, και εάν οι οφθαλμοί βλέπουσι την αλήθειαν, και τα πράγματα κηρύττουσι και την ευεργεσίαν και την αγάπην αυτή αύτη η υπόνοια, άπαντα τα διαστρέφει και πείθει τον ταύτης εραστήν να πείθεται εις το ψεύδος μάλλον παρά εις την αλήθειαν των ορωμένων. Η υπόνοια είναι εις ψευδής και αλλόκοτος φωτογράφος, όστις φωτογραφών διαστρέφει το εικονιζόμενον εις εναντίαν μορφήν. Όσοι πειρασμοί συμβώσι του πάσχοντος υπό υπονοίας είτε εξ ανθρώπων είτε εκ Θεού διά την διόρθωσίν του, είτε εκ φυσικής συμπτώσεως, αυτός ούτος τα εκλαμβάνει ότι ο δείνα και ο δείνα τα υπεκίνησε, κατακρίνων δωρεάν [αδίκως] τον ανεύθυνον” Ο ίδιος πνευματοφόρος Γέροντας αναφέρει έναν μοναχό της Μικράς Αγίας Άννης, του Αγίου όρους,, χαρακτηριστικό δείγμα καχύποπτου. Λέει λοιπόν: αυτός, όπως γνωρίζουμε “νικηθείς υπό του τοιούτου νοσήματος (καχυποψίας) , απέσπασεν εαυτόν από όλους τους αδελφούς και γείτονας, διακηρύττων, ότι άπαντες τον αποστρέφονται, και ότι αυτός μόνος γνωρίζει το δίκαιον, οι δε λοιποί είναι άξιοι αποστροφής. Ο τοιούτος πέπονθεν το τοιούτον, διότι όσα τον διδάσκουσιν αι υπόνιαι, αυτά ταύτα προσκυνά, εις αυτά και μόνα βασίζεται”. Ο πίστος πρέπει να μένει μακριά από τη “μαινάδα” αυτή, την καχυποψία,γιατί, ενώ φαίνεται ότι αυτή είναι μικρό, ίσως επουσιώδες, πάθος, εντούτοις μπορεί να φέρει ολέθρια αποτελέσματα. Κατά Πατέρες της Εκκλησίας το πάθος αυτό το υποβάλλει ο διάβολος σε κούφιες ψυχές που έχουν καταληφθεί από άλλα πάθη,όπως το φθόνο και τη μνησικακία. Εφόσον ο άνθρωπος καταληφθεί από την καχυποψία, τότε έρχεται στο νου του και η πονηρή περιέργεια, με τη συνέργεια της οποίας, ότι θα του υποβάλλει ο λογισμός αυτό να το θεωρεί γεγονός σίγουρο. Τότε, “Όταν χρονίση το πάθος τούτο, τότε ο εχθρός φέρει εις τον αδελφόν διαφόρους φαντασίας συναδούσας προς τον σκοπόν της αποπλανήσεως καιούτω γίνεται η έκστασις των φρενών, εξ ης ρύσαιτο ημάς (είθε να μας σώση) ο Πανυπεράγαθος Θεός και Κύριος.” (Γέρων Δανιήλ Κατουνακιώτης). Η θεραπεία του πάθους κατά τον ίδιο Αγιορείτη Πατέρα είναι η αποφυγή του πάθους καταστηλιτεύοντάς το σαν ιό θανατηφόρο και η αυτομεμψία, σε συνδυασμό με την καθαρά εξομολόγηση.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ: https://www.youtube.com/watch?v=nLPRI7Hf2Ss&list=PLBIjTiUGfNYANDGajw9v1Y5WwGxuOeYxr&index=34

Konstaninosa.oikonomou@gmail.com www.scribd.com/oikonomoukon

Βιβλιογραφία: Δανιήλ Κατουνακιώτης, Σύγχρονες Ἁγιορείτικες μορφές, Ι. Μονή Παρακλήτου, 2005