KΙΝΔΥΝΟΙ: Νομοθετικός, Επανεπένδυσης, Κεφαλαιακός, Διακανονισμού, Συστημικός, Συγγενικός και Πιστωτικός

  • Νομοθετικός Κίνδυνος (Legislative risk)

Νομοθετικός κίνδυνος είναι το ρίσκο που παίρνει μια επιχείρηση είτε να εισαχθεί μια νέα νομοθεσία, είτε να αλλάξει μια παλαιότερη, με αποτέλεσμα να επηρεαστούν αρνητικά οι επενδύσεις της.

  • Παράδειγμα:
    Μια πετρελαϊκή εταιρεία η οποία έχει προχωρήσει σε σημαντικές επενδύσεις σε κεφαλαικό εξοπλισμό εξαγωγής πετρελαίου, μπορεί να αναγκαστεί να δεχθεί σημαντική μείωση στο περιθώριο κερδών της αν η χώρα στην οποία δραστηριοποιείται θεσπίσει πιο αυστηρά περιβαλλοντικά μέτρα ασφαλείας, με αποτέλεσμα να αυξήσει το λειτουργικό κόστος.

  • Κίνδυνος Επανεπένδυσης (Reinvestment rate risk)

Κίνδυνος επανεπένδυσης είναι ο κίνδυνος που προκύπτει για έναν επενδυτή όταν αναγκάζεται να επανεπενδύσει τα κεφάλαια του σε χαμηλότερα επιτόκια, επιτυγχάνοντας μικρότερες αποδόσεις.

Ο κίνδυνος επανεπέδυσης είναι ιδιαίτερα υψηλός σε περιόδους πτωτικών επιτοκίων, όταν τα τοκομερίδια επανεπενδύονται σε χαμηλότερα επιτόκια από αυτά που επικρατούσαν όταν αγοράστηκε το επενδυτικό προϊόν.

Αυτός ο κίνδυνος είναι ιδιαίτερα αισθητός στα ανακλητά ομόλογα.


  • Κεφαλαιακός Κίνδυνος (Principal risk)

Κεφαλαιακός κίνδυνος είναι ο κίνδυνος να χαθούν τα χρήματα μιας επένδυσης εξαιτίας χρεοκοπίας ή παράβασης συμβολαίου.

Κεφαλαιακός κίνδυνος είναι επίσης κι ο κίνδυνος να μειωθεί η αξία μίας επένδυσης κάτω από την αξία των χρημάτων που επενδύθηκαν σε αυτή.

  • Παράδειγμα:
    Αν κάποιος αγοράσει μετοχές αξίας 1.000€ υπάρχει ο κεφαλαιακός κίνδυνος να μειωθεί η αξία τους στα 500€ και να μην επανέλθει ποτέ στα αρχικά επίπεδα.

Οι τραπεζικές καταθέσεις δεν έχουν κεφαλαιακό κίνδυνο γιατί η κεντρική τράπεζα τις προστατεύει μέχρι ένα ορισμένο ποσό. Αντιθέτως είναι αυξημένος σε επενδύσεις όπως οι μετοχές και σε μικρότερο βαθμό στα ομόλογα.


  • Κίνδυνος Διακανονισμού (Settlement risk)

Κίνδυνος διακανονισμού είναι ο κίνδυνος ένας αντισυμβαλλόμενος να μην παραδώσει ένα αξιόγραφο ή την ονομαστική αξία του σε μετρητά, ενώ ο άλλος το έχει παραδώσει ήδη σύμφωνα με την μεταξύ τους εμπορική συμφωνία.

Ο κίνδυνος διακανονισμού ήταν ένα πρόβλημα στην αγορά συναλλάγματος μέχρι την δημιουργία του συστήματος διακανονισμού αδιάλειπτης σύνδεσης (CLS) που εκμηδενίζει τις χρονικές διαφορές μεταξύ των διακανονισμών, δημιουργώντας μια ασφαλέστερη συναλλαγματική αγορά.

Ο κίνδυνος διακανονισμού αποκαλείται και “Herstatt risk”, παίρνοντας το όνομα του από την παταγώδη αποτυχία της γερμανικής τράπεζας Herstatt.

Στις 26 Ιουνίου το 1974, η άδεια λειτουργίας της τράπεζας ανακαλέστηκε από τις γερμανικές τραπεζικές ρυθμιστικές αρχές στο τέλος της ημέρας εξαιτίας της έλλειψης κεφαλαίου και αδυναμίας της να καλύψει τις οφειλόμενες υποχρεώσεις.

Ωστόσο κάποιες τράπεζες είχαν προχωρήσει σε συναλλαγματικές πληρωμές με την Herstatt δίνοντας της γερμανικά μάρκα με την προσδοκία να εισπράξουν αμερικάνικα δολάρια αργότερα την ίδια ημέρα από την τράπεζα. Λίγο αργότερα όμως η Herstatt σταμάτησε όλες τις πληρωμές σε δολάρια, αφήνοντας τους συμβαλλόμενους με μεγάλες απώλειες.

Αυτό το είδος κινδύνου είναι στενά συνδεδεμένο με τον κεφαλαιακό κίνδυνο.


  • Συστημικός / Μη Διαφοροποιήσιμος Κίνδυνος (Systemic risk / Non-diversifiable risk)

Συστημικός κίνδυνος είναι ο αναπότρεπτος κίνδυνος ο οποίος μπορεί να επηρεάσει τις αξίες ενός μεγάλου εύρους χρεογράφων, χαρτοφυλακίων και επενδύσεων, ενώ η εμβέλεια του μπορεί να καλύπτει μια συγκεκριμένη αγορά, μια χώρα ή ένα ολόκληρο οικονομικό σύστημα.

Τα επιτόκια, οι υφέσεις στην οικονομία και οι πόλεμοι αντιπροσωπεύουν παράγοντες συστημικού κινδύνου επειδή επηρεάζουν ολόκληρη την αγορά και δεν μπορούν να αποφευχθούν μέσω διαφοροποίησης χαρτοφυλακίου.

Ο συστημικός κίνδυνος, σε αντίθεση με τον μη συστημικό, μπορεί να μετριαστεί μόνο μέσω της αντιστάθμισης κινδύνου (hedging) και είναι έμφυτος στην αγορά.

Είναι επίσης γνωστός ως “μη διαφοροποιήσιμος κίνδυνος” (non diversifiable risk) ή “κίνδυνος αγοράς” (market risk).


  • Συγγενικός Κίνδυνος (Affiliated risk)

Συγγενικός κίνδυνος (affiliated risk) είναι ο κίνδυνος που μπορεί να αντιμετωπίσει μια εταιρεία από τις θυγατρικές της, καθώς αν για παράδειγμα μια από αυτές πτωχεύσει, το γεγονός αυτό θα επηρεάσει και τις υπόλοιπες λόγω των απαιτήσεων των πελατών.


  • Πιστωτικός Κίνδυνος (Credit risk)

Πιστωτικός κίνδυνος είναι ο κίνδυνος απώλειας μιας χρηματικής αμοιβής ενός επενδυτή, που οφείλεται στην αδυναμία ενός δανειστή να αποπληρώσει ένα δάνειο ή να εκπληρώσει μία συμβατική υποχρέωσή του.

Ο πιστωτικός κίνδυνος είναι στενά συνδεδεμένος με την αναμενόμενη απόδοση μιας επένδυσης, με τα ομόλογα να αποτελούν το πιο αξιοσημείωτο παράδειγμα. Όσο υψηλότερος είναι ο αντιληπτός πιστωτικός κίνδυνος, τόσο υψηλότερα θα είναι τα απαιτούμενα επιτόκια.

Οι επενδυτές αντισταθμίζουν τον πιστωτικό κίνδυνο μέσω της απαίτησης καταβολής τόκων από την μεριά του οφειλέτη.

Οι απώλειες των επενδυτών περιλαμβάνουν:

  • χαμένα κεφάλαια
  • μη εισπραχθέντες τόκους
  • μειωμένες ταμειακές ροές και
  • αυξημένα εισπρακτικά κόστη
  • Παράδειγμα:
        1) Ένας καταναλωτής δεν αποπληρώνει ένα στεγαστικό δάνειο ή την πιστωτική του κάρτα.
    2) Μία επιχείρηση δεν αναγνωρίζει και δεν πληρώνει ένα τιμολόγιο.
         3) Μία επιχείρηση δεν καταβάλλει τους μισθούς στους υπαλλήλους της.
            4) Η κυβέρνηση δεν πληρώνει τοκομερίδια ή δεν αποπληρώνει καθόλου τα ομόλογα της.
      5) Μία ασφαλιστική εταιρία δεν καταβάλλει οφειλόμενες αποζημιώσεις.
       6) Μία τράπεζα δεσμεύει αδικαιολόγητα τα χρήματα των καταθετών της.

Ο πιστωτικός κίνδυνος αποκαλείται και κίνδυνος πτώχευσης.