Καραβίας: Μέρισμα για το 2023 μόνο σε μετρητά – Ανοιχτό το ενδεχόμενο για buyback το 2024

Τη μερισματική πολιτική που προτίθεται να ακολουθήσει το επόμενο διάστημα, κατόπιν και της σχετικής έγκρισης από τον SSM, περιέγραψε ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank, κ. Φωκίων Καραβίας, στο πλαίσιο τηλεδιάσκεψης με τους αναλυτές, με αφορμή τα αποτελέσματα α’ τριμήνου του 2024.

«Για το 2023 υπολογίζουμε μέρισμα 30%, το οποίο θα δοθεί εξολοκλήρου σε μετρητά. Στόχος είναι το ποσοστό αυτό να ανέλθει στο 40% το 2024 και στο 50% το 2025, με το ενδεχόμενο της επαναγοράς μετοχών (share buybacks) να εξετάζεται, συνδυαστικά με τη διανομή μετρητών», τόνισε χαρακτηριστικά. Αξίζει να αναφερθεί πως η πρόταση της τράπεζας για το 2023 αντιστοιχεί σε μέρισμα άνω των εννέα σεντς ανά μετοχή, με την έγκριση να αναμένεται τον Ιούνιο και την καταβολή να γίνεται αμέσως μετά την έγκριση της Γενικής Συνέλευσης στα τέλη Ιουλίου.

Διεθνείς δραστηριότητες

Τις επόμενες εβδομάδες αναμένει η διοίκηση της Eurobank τις εγκρίσεις γύρω από την ενίσχυση του ποσοστού της στην Ελληνική Τράπεζα, έτσι ώστε να προχωρήσει στη συνέχεια, στην υποβολή δημόσιας πρότασης, προσδοκώντας το ποσοστό της να διαμορφωθεί τουλάχιστον στο 65%.
Οι δραστηριότητες στο εξωτερικό ήταν κερδοφόρες για την Eurobank, με τα προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη να ενισχύονται σε 145 εκατ. ευρώ από 79 εκατ. ευρώ το α’ τρίμηνο του 2023 και να συνεισφέρουν κατά 37,7% στη συνολική κερδοφορία του Ομίλου. Τα οργανικά κέρδη προ προβλέψεων αυξήθηκαν κατά 34,4% σε ετήσια βάση και ανήλθαν σε 143 εκατ. ευρώ και τα οργανικά λειτουργικά κέρδη προ φόρων αυξήθηκαν κατά 34,2% την ίδια περίοδο σε 128 εκατ. ευρώ. Οι λειτουργικές επιδόσεις, τόσο στην Κύπρο, όσο και στη Βουλγαρία, ενισχύθηκαν σημαντικά, με τα προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη να διαμορφώνονται σε 92 εκατ. ευρώ και 48 εκατ. ευρώ αντίστοιχα το α’ τρίμηνο του 2024.

Πιστωτική επέκταση

Τη βεβαιότητα πως το 2024 η πιστωτική επέκταση θα είναι ισχυρότερη από πέρυσι εξέφρασε ο CEO της Eurobank, εστιάζοντας στις επιδόσεις της τράπεζας σε αυτό τον τομέα.
Πιο αναλυτικά, τα ενήμερα δάνεια ενισχύθηκαν οργανικά κατά 400 εκατ. ευρώ. ωθούμενα κυρίως από το εταιρικό χαρτοφυλάκιο στην Ελλάδα και τα δάνεια λιανικής στη Βουλγαρία. «Το α’ τρίμηνο υπήρξε πολύ δυνατό, γεγονός που μας κάνει αισιόδοξους πως το 2024 θα κλείσει με καθαρή πιστωτική επέκταση 1,3 δισ. ευρώ στην Ελλάδα και 2,3 δισ. ευρώ συνολικά σε επίπεδο Ομίλου», σχολίασε η διοικητική ομάδα της τράπεζας.
Το α’ τρίμηνο του 2024 τα συνολικά υπόλοιπα χορηγήσεων (προ προβλέψεων) διαμορφώθηκαν σε 42,7 δισ. ευρώ, περιλαμβανομένων των ομολόγων υψηλής και μέσης διαβάθμισης, ύψους 4,3 δισ. ευρώ. Τα επιχειρηματικά δάνεια ανήλθαν σε 25,1 δισ. ευρώ, τα στεγαστικά σε 9,7 δισ. ευρώ και τα καταναλωτικά σε 3,5 δισ. ευρώ.

«Κόκκινα» δάνεια

Στο 3% μειώθηκε το α’ τρίμηνο του 2024 ο δείκτης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs) της τράπεζας από 5,1% το ίδιο διάστημα του 2023, με τον σχηματισμό νέων NPEs να είναι θετικός κατά 59 εκατ. ευρώ (σ.σ. pro-forma για 24 εκατ. ευρώ NPE εισροών που λόγω του Καθολικού Πάσχα πραγματοποιήθηκαν τον Απρίλιο και λογίστηκαν το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους). Το προβληματικό στοκ διαμορφώθηκε σε 1,3 δισ. ευρώ τον περασμένο Μάρτιο, μειωμένο κατά 800 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση.
Σύμφωνα με τον κ. Καραβία, το 2024 θα κλείσει με τον δείκτη NPE στο 3%, αφήνοντας, ωστόσο, χώρο για μείωση του κόστους ρίσκου σε σχέση με το guidance. «Οποιαδήποτε αναθεώρηση προς αυτή την κατεύθυνση, ωστόσο, θα γίνει μετά τη δημοσίευση του β’ τριμήνου του 2024», σημείωσε.

MREL

Στο 25,9% διαμορφώθηκε το α’ τρίμηνο του 2024 ο δείκτης MREL της Eurobank – pro forma για το senior preffered ομόλογο, ύψους 650 εκατ. ευρώ, που εξέδωσε τον προηγούμενο μήνα – με την τράπεζα να έχει ήδη ξεπεράσει τον ετήσιο στόχο (23,2%), διαθέτοντας ένα «μαξιλάρι» 270 μονάδων βάσης (1,2 δισ. ευρώ). Η Eurobank έχει ήδη ξεπεράσει και το στόχο για το 2025 (25,6%), ενώ έχει ήδη καλύψει και το 80% της απόστασης για τον τελικό στόχο (27,9%) του 2026. Στο πλαίσιο αυτό, η διοίκηση εξετάζει ακόμη μία έκδοση ομολόγου, την οποία τοποθετεί χρονικά το δ’ τρίμηνο του 2024, λαμβάνοντας υπόψη και τις συνθήκες της αγοράς.