Κ. Μίχαλος: Το κράτος να διαγράψει χρέη των επιχειρήσεων που πλήττονται από την πανδημία

Μια επιχείρηση που δεν λειτουργεί καταγράφει και συσσωρεύει ζημιές κάθε μέρα που περνάει. Και η αναβολή των υποχρεώσεων δεν ισοδυναμεί βεβαίως με διαγραφή. Μεταφέρει, απλώς, το πρόβλημα στο μέλλον τόνισε ο ο πρόεδρος ΚΕΕ και ΕΒΕΑ Κωνσταντίνος Μίχαλος κατά την ομιλια του στη ζωντανή διαδικτυακή εκπομπή  “Εστιασμένα”που διοργάνωσε ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Εξοπλισμού Μαζικής Εστίασης.

“Εμείς, ως Επιμελητηριακή Κοινότητα”, σύνέχισε ο κ. Μίχαλος “έχουμε θέσει συγκεκριμένα θέματα. Κι έχουμε διατυπώσει συγκεκριμένα αιτήματα και προτάσεις προς την Πολιτεία. Έχουμε, κατ’ αρχήν ζητήσει να διερευνηθεί η δυνατότητα για τη λεγόμενη «συγχώρεση χρέους» προς τις επιχειρήσεις. Να μπορέσει, δηλαδή, το κράτος να διαγράψει χρέη των επιχειρήσεων που πλήττονται από την πανδημία.

Εναλλακτικά, θα πρέπει να εξεταστεί το «κούρεμα» ενός μέρους των χρεών των επιχειρήσεων προς το Δημόσιο και τις τράπεζες, αντί της παράτασης των υποχρεώσεών τους στο μέλλον, όπως ισχύει σήμερα.

Ζητάμε, επίσης για άλλη μια φορά, να αναλάβουν και οι τράπεζες το ρόλο που τους αναλογεί στη διαχείριση της κρίσης. Γιατί βλέπουμε, δυστυχώς, να δημιουργούνται διαρκώς προσκόμματα και εμπόδια στις επιχειρήσεις, ακόμα και για συμμετοχή σε προγράμματα που χρηματοδοτεί το δημόσιο και η Ε.Ε.

ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΟΜΙΛΙΑ του κ. ΜΙΧΑΛΟΥ

«Σε λίγες μέρες φεύγει μια χρονιά που δοκίμασε και δοκιμάζει τις αντοχές μας.

Δοκιμάζει τα συστήματα υγείας, τις οικονομίες, τις επιχειρήσεις, αλλά και τον καθένα μας ξεχωριστά σαν άνθρωπο.

Ειδικά για την αγορά, θα έλεγα ότι η πανδημία έκοψε ό,τι φτερά είχαμε αρχίσει να ανοίγουμε – με πολύ κόπο και αγώνα – μετά από μια δεκαετία ύφεσης.

Και το βαρύτερο τίμημα, βεβαίως, το πληρώνουν αυτή τη στιγμή συγκεκριμένοι κλάδοι: ο τουρισμός, το λιανεμπόριο και βεβαίως η εστίαση και η ψυχαγωγία.

Η απόφαση για αναστολή της λειτουργίας των χώρων εστίασης, για μια ακόμη φορά, ήταν ένα τεράστιο πλήγμα για τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους.

Πλήγμα, όμως, και για το σύνολο της οικονομίας αφού δημιουργείται ντόμινο επιπτώσεων σε μια ολόκληρη αλυσίδα προμήθειας: από τη βιομηχανία και τις αγορές τροφίμων και ποτών, την αγορά ειδών εξοπλισμού, μέχρι την παροχή υπηρεσιών.

Αναγνωρίζουμε σαφώς ότι πρώτη προτεραιότητα μιας οργανωμένης Πολιτείας είναι η προστασία της ανθρώπινης ζωής και της υγείας των πολιτών.

Όλος ο πλανήτης αντιμετωπίζει μια κατάσταση πρωτόγνωρη. Κι αυτή τη στιγμή στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης ισχύουν αυστηρά περιοριστικά μέτρα.

Είναι δε αυτονόητο ότι οφείλουμε όλοι – ως επιχειρηματίες, ως υπεύθυνοι πολίτες – να τηρήσουμε κατά γράμμα τις οδηγίες. Γιατί σε διαφορετική περίπτωση, οι συνέπειες θα είναι ακόμη βαρύτερες: στη δημόσια υγεία και στις ζωές συμπολιτών μας, αλλά και στην οικονομία με την παράταση των περιοριστικών μέτρων, της αβεβαιότητας και των ζημιών.

Οι προσδοκίες για επιστροφή στην κανονικότητα στρέφονται πλέον γύρω από το εμβόλιο και την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας εμβολιασμού του πληθυσμού. Πλέον έχουμε καλά νέα για τη διάθεση του πρώτου εμβολίου και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη χώρα μας. Αρχίζει, λοιπόν, να φαίνεται πια λίγο πιο κοντά το φως στο τούνελ.

Γιατί ό,τι και να λέμε, η ανάκαμψη για την οικονομία θα έρθει όταν τελειώσει η πανδημία. Κι αυτό θα γίνει μέσω του εμβολιασμού. Όσο ζούμε με το φόβο των διαδοχικών κυμάτων, άκρη δεν θα βγει. Η αγορά θα λειτουργεί – στην καλύτερη περίπτωση – με ένα σύστημα «ακορντεόν», το οποίο δεν είναι βιώσιμο για καμία επιχείρηση.

Έχουμε κάθε λόγο, λοιπόν, να ελπίζουμε ότι όλα θα πάνε καλά με τον εμβολιασμό. Γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει να ανοίξει η αγορά, να βελτιωθεί το κλίμα και η ψυχολογία. Να μπορέσουν οι άνθρωποι να ξαναβρούν τις συνήθειές τους και την κοινωνική τους ζωή. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να βάλουμε όλη αυτή τη δοκιμασία πίσω μας και να αναπληρώσουμε ό,τι χάθηκε.

Προϋπόθεση, όμως, γι’ αυτό είναι να παραμείνουν στο μεταξύ ζωντανές οι επιχειρήσεις.

Τώρα, οφείλει η Πολιτεία να εξαντλήσει κάθε διαθέσιμο μέσο για να ενισχύσει τους κλάδους, τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους που πλήττονται περισσότερο.

Γιατί διαφορετικά, όταν θα τελειώσει η πανδημία, δεν θα έχει μείνει κανείς όρθιος.

Ειδικά ο κλάδος της εστίασης αποτελείται, στη συντριπτική του πλειονότητα, από χιλιάδες πολύ μικρές, οικογενειακές επιχειρήσεις.  Επιχειρήσεις οι οποίες είναι εξαιρετικά ευάλωτες. Επιχειρήσεις οι οποίες δεν είχαν και δεν έχουν πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό και κεφάλαια κίνησης.

Στην πραγματικότητα, στο τραπεζικό σύστημα της χώρας έχουν σήμερα πραγματική πρόσβαση 15.000 – 25.000 περίπου μεγάλες επιχειρήσεις. Στο κρατικό σύστημα στήριξης, μέσω επιχορηγήσεων και δανείων. έχουν πρόσβαση περίπου 100.000 επιχειρήσεις. Οι αριθμοί αυτοί αντιστοιχούν συνολικά στο 10% των ενεργών ΑΦΜ.

Οι υπόλοιπες επιχειρήσεις, μικρές και πολύ μικρές στη συντριπτική τους πλειονότητα, έχουν μείνει μόνες. Να δίνουν τη μάχη, χωρίς χρηματοπιστωτικά εργαλεία.

Έχουν ληφθεί κάποια μέτρα, των οποίων ήταν αυτονόητη η παράταση: μέτρα όπως ο 5ος κύκλος της Επιστρεπτέας Προκαταβολής, η αναστολή πληρωμών φορολογικών και ασφαλιστικών οφειλών, η αναστολή των συμβάσεων εργασίας.

Είχαμε, επίσης, τη μείωση του ενοικίου κατά 80% για τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο.

Όλα αυτά παρέχουν μια μικρή ανακούφιση. Όμως, ξέρετε καλύτερα από εμένα, ότι μια επιχείρηση που δεν λειτουργεί καταγράφει και συσσωρεύει ζημιές κάθε μέρα που περνάει. Και η αναβολή των υποχρεώσεων δεν ισοδυναμεί βεβαίως με διαγραφή. Μεταφέρει, απλώς, το πρόβλημα στο μέλλον.

Πώς θα διασφαλίσουμε ότι οι επιχειρήσεις της χώρας θα παραμείνουν ζωντανές, για να παλέψουν στην επόμενη μέρα;

Εμείς, ως Επιμελητηριακή Κοινότητα, έχουμε θέσει συγκεκριμένα θέματα. Κι έχουμε διατυπώσει συγκεκριμένα αιτήματα και προτάσεις προς την Πολιτεία.

Έχουμε, κατ’ αρχήν ζητήσει να διερευνηθεί η δυνατότητα για τη λεγόμενη «συγχώρεση χρέους» προς τις επιχειρήσεις. Να μπορέσει, δηλαδή, το κράτος να διαγράψει χρέη των επιχειρήσεων που πλήττονται από την πανδημία.

Εναλλακτικά, θα πρέπει να εξεταστεί το «κούρεμα» ενός μέρους των χρεών των επιχειρήσεων προς το Δημόσιο και τις τράπεζες, αντί της παράτασης των υποχρεώσεών τους στο μέλλον, όπως ισχύει σήμερα.

Ζητάμε, επίσης για άλλη μια φορά, να αναλάβουν και οι τράπεζες το ρόλο που τους αναλογεί στη διαχείριση της κρίσης. Γιατί βλέπουμε, δυστυχώς, να δημιουργούνται διαρκώς προσκόμματα και εμπόδια στις επιχειρήσεις, ακόμα και για συμμετοχή σε προγράμματα που χρηματοδοτεί το δημόσιο και η Ε.Ε.

Από το Μάρτιο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει παράσχει στις τράπεζες €31.5 δισ. πρόσθετης ρευστότητας για την αντιμετώπιση της κρίσης και μάλιστα με αρνητικό επιτόκιο! Από αυτά, μόλις τα 5 δισ. έχουν βρει το δρόμο τους προς την πραγματική οικονομία. Κι αυτά έχουν πάει στις λίγες – κυρίως μεγάλες – επιχειρήσεις, οι οποίες μπορούν να πάρουν δάνειο με τυπικά τραπεζικά κριτήρια.

Οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις συνεχίζουν να είναι αποκλεισμένες στη συντριπτική τους πλειονότητα, επειδή δεν πληρούσαν κάποια τυπική ή ουσιαστική προϋπόθεση. Μάλιστα, μας αναφέρθηκαν περιπτώσεις υγιών και βιώσιμων επιχειρήσεων που δεν κατάφεραν να δανειστούν.

Γνωρίζετε ότι το ΕΒΕΑ έχει δημιουργήσει από τον Ιούνιο ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα, στην οποία οι επιχειρήσεις μπορούν να καταχωρούν όλα τα εμπόδια που συναντούν, στην προσπάθειά τους να χρηματοδοτηθούν από τα χρηματοδοτικά ιδρύματα.

Κάθε περίπτωση τη διερευνούμε και προσπαθούμε να δούμε πώς μπορεί να λυθεί. Επιπλέον, μέσα από αυτή τη διαδικασία έχουμε μια πληρέστερη εικόνα σχετικά με τα εμπόδια και τις πρακτικές που δυσχεραίνουν την πρόσβαση των επιχειρήσεων σε ρευστότητα από το τραπεζικό σύστημα.

Κι αυτό που είναι ξεκάθαρο μέχρι τώρα, είναι η ανάγκη – σε συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή – να υπάρξουν νέα προγράμματα χρηματοδότησης, χωρίς την παρεμβολή των τραπεζών.

Τέτοιο πρόγραμμα είναι αυτό που υλοποιείται με πόρους του ΕΣΠΑ για την ενίσχυση των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων με κεφάλαια κίνησης χωρίς επιστροφή. Το πρόγραμμα αυτό έχει προϋπολογισμό 250 εκατ. ευρώ, τα οποία δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες.

Θα πρέπει, λοιπόν, η Πολιτεία να αναζητήσει πρόσθετα κονδύλια. Να διαθέσει μέσω του προγράμματος πόρους άνω των 2 δισ. ευρώ, ώστε αποτελέσουν «γραμμή ζωής» για τις μικρές επιχειρήσεις.

Και βεβαίως πρέπει να δούμε από τώρα με ποιο χρόνο διάγραμμα και με ποιους κανόνες θα μπορέσει να ανοίξει ξανά η αγορά. Πρέπει να καθίσουμε κάτω, Πολιτεία, επιχειρηματικοί φορείς και επιστημονική κοινότητα, για να δούμε πώς θα μπορέσουμε ξανά να δουλέψουμε.

Να βρούμε ρεαλιστικές λύσεις, που θα επιτρέψουν στις επιχειρήσεις να λειτουργούν με όρους ασφάλειας αλλά και οικονομικής επιβίωσης. Να υπάρξουν ξεκάθαρες οδηγίες, προγράμματα ενημέρωσης και υποστήριξη. Για να μη χρειάζεται ο επιχειρηματίας να τρέχει τελευταία στιγμή για προσαρμογές.

Εμείς ως ΕΒΕΑ και ως Επιμελητηριακή Κοινότητα θα συνεχίσουμε να είμαστε εδώ. Να συνεργαζόμαστε με τους φορείς της εστίασης, να μεταφέρουμε τα αιτήματα και να δυναμώνουμε τη φωνή του κλάδου.

Εύχομαι σε όλους καλή δύναμη. Και η χρονιά που έρχεται να είναι πραγματικά καλύτερη. Να σηματοδοτήσει την επιστροφή στην κανονικότητα. Να επιτρέψει σε όλους μας ένα νέο ξεκίνημα».