Iσχυρό το “σήμα” της ΕΚΤ για την Ελλάδα – Πώς είδαν την απόφαση οι αναλυτές διεθών οίκων

Ως ένα ισχυρό μήνυμα προς τους traders ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα συνεχίσει να προστατεύει τα ελληνικά ομόλογα από τις δυνάμεις της αγοράς μέχρι η Ελλάδα να ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, είδαν τις χθεσινές ανακοινώσεις της Κριστίν Λαγκάρντ οι αναλυτές των ξένων επενδυτικών οίκων.

Όπως τονίζει η HSBC, ίσως πιο σημαντική και από την ίδια την απόφαση να στραφούν οι επανεπενδύσεις του PEPP προς τα ελληνικά ομόλογα, ήταν η δήλωση της Λαγκάρντ ότι τέτοιες ρητές εξαιρέσεις για συγκεκριμένες χώρες είναι «σπάνιες» καθώς και η διευκρίνισή της ότι η απόφαση αυτή έχει τη στήριξη ολόκληρου του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ.

«Για εμάς, αυτό συνιστά ένα ισχυρό σήμα ότι η ΕΚΤ δεν έχει την πρόθεση να εγκαταλείψει την Ελλάδα έως η πανδημία να έχει περάσει, κάτι που θα μπορούσε να είναι αρκετό και με το παραπάνω για να γεφυρωθεί το κενό έως ότου η χώρα ανακτήσει την επενδυτική κατηγορία», σημειώνουν οι οικονομολόγοι της HSBC, Fabio Balboni και Simon Wells.

Αποδέκτης αυτού του πολύ ξεκάθαρου μηνύματος της Λαγκάρντ δεν ήταν άλλος από τους traders που θα έσπευδαν να ανεβάσουν τις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων, βλέποντας την ευκαιρία για ένα εύκολο και προφανές trade, εάν αυτά βρίσκονταν ξαφνικά χωρίς το δίχτυ προστασίας της ΕΚΤ.

Οι αναλυτές θεωρούν το μήνυμα αυτό αρκετό. Φάνηκε άλλωστε και από την χθεσινή υπεραπόδοση των ελληνικών ομολόγων. Η απόδοση του 10ετούς σημειώνει αυτή την ώρα μικρή πτώση, στην περιοχή του 1,18%.

«Τα ελληνικά ομόλογα στηρίζονται ιδιαίτερα από την ευελιξία των επανεπενδύσεων του PEPP, με ειδική αναφορά σε αυτά τόσο στην ανακοίνωση της νομισματικής πολιτικής όσο και στη συνέντευξη τύπου», επισημαίνουν οι αναλυτές της Bank of America. «Καθώς δεν είναι επιλέξιμα για το APP, η ΕΚΤ θα μπορούσε να υλοποιήσει καθαρές αγορές μέσω των επανεπενδύσεων  του PEPP, ώσπου η Ελλάδα να αναβαθμιστεί στην επενδυτική κατηγορία και να γίνει επιλέξιμη για το APP», εξηγούν.

Αξιόπιστη στήριξη

Η JP Morgan έχει υπολογίσει ότι οι επανεπενδύσεις του PEPP είναι αρκετές για να στηριχθούν τα ελληνικά ομόλογα. Όπως έχει επισημάνει σε τελευταία ανάλυσή της, ο μηνιαίος ρυθμός αποπληρωμών του PEPP το 2021 διαμορφώνεται γύρω στα 15 δισ. ευρώ.

Από τον Μάρτιο του 2020, η ΕΚΤ προχωρά σε καθαρές αγορές ελληνικών ομολόγων ύψους 1,5-2 δισ. ευρώ τον μήνα.   Επομένως, η δέσμευση της ΕΚΤ να στηρίξει την Ελλάδα στρέφοντας τις ροές των αποπληρωμών προς τα ελληνικά ομόλογα είναι αρκετά αξιόπιστη.

Άλλωστε, και στο μέτωπο της προσφοράς, η JP Morgan εκτιμά ότι η Αθήνα θα εκδώσει ομόλογα 10-12 δισ. ευρώ το 2022 (με αποπληρωμές ομολόγων 3 δισ. ευρώ μέσα στο έτος). Με βάση την πρόβλεψη αυτή, ακόμα και εάν η ΕΚΤ αγοράζει ελληνικά ομόλογα κάτω του 1 δισ. ευρώ τον μήνα, αυτό θα είναι αρκετό για να καλύψει όλη την προσφορά ελληνικών τίτλων του 2022, υπολογίζει ο οίκος.

Τι αλλάζει

Οι χθεσινές ανακοινώσεις ξεδιάλυναν την αβεβαιότητα και έδωσαν τέλος στη σεναριολογία γύρω από την αντιμετώπιση των ελληνικών ομολόγων από την ΕΚΤ μετά τη λήξη του έκτακτου προγράμματος PEPP για την πανδημία.

Ως γνωστόν, η ΕΚΤ έχει αγοράσει ελληνικά ομόλογα ύψους 35 δισ. ευρώ υπό το PEPP, συμβάλλοντας καθοριστικά στην παραμονή του κόστους δανεισμού της Αθήνας σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Όμως το πρόγραμμα PEPP θα λήξει τον Μάρτιο, όπως επιβεβαιώθηκε χθες, και τα ελληνικά ομόλογα δεν μπορούν να συμπεριληφθούν στο «κανονικό» πρόγραμμα αγοράς τίτλων, APP, λόγω της junk αξιολόγησής τους.

Η λύση την οποία έδωσε η Λαγκάρντ -τονίζοντας μάλιστα ότι αυτή συνάντησε πολύ ισχυρή στήριξη μέσα στο διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ- ήταν να δεσμευτεί ότι θα στρέψει τις επανεπενδύσεις του PEPP  προς τα ελληνικά ομόλογα, εάν η Αθήνα χρειαστεί στήριξη.

Ουσιαστικά, η ΕΚΤ στήνει μία ασπίδα προστασίας προς την Ελλάδα έως και τα τέλη του 2024 (όσο δηλαδή θα διαρκέσουν οι επανεπενδύσεις του PEPP), αν και το πιθανότερο είναι ότι τα ελληνικά ομόλογα  θα έχουν μπορέσει να ενταχθούν στο APP αρκετά νωρίτερα, αφού σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις, η  χώρα θα έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα έως τις αρχές του 2023.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι μία τέτοια ρητή αναφορά σε συγκεκριμένη χώρα είναι κάτι σπάνιο για την ΕΚΤ.

«Η Ελλάδα έχει βελτιώσει την αξιολόγησή της αλλά δεν έχει το αξιόχρεο που να την κάνει επιλέξιμη υπό το APP και για αυτό τον λόγο, αποφασίσαμε να έχουμε μία συγκεκριμένη αναφορά στην Ελλάδα», εξήγησε η Λαγκάρντ στη συνέντευξη τύπου.

«Αυτό είναι ένα πολύ ισχυρό σήμα και είναι σπάνιο να έχουμε όρο συγκεκριμένα για μία χώρα. Αυτός ο συγκεκριμένος όρος είχε πολύ ισχυρή στήριξη μέσα στο διοικητικό συμβούλιο», πρόσθεσε.