Ημερίδα της ΤτΕ για την μεγάλη οικονομική κρίση του ΄29

(από αριστερά) Şevket Pamuk, Ανδρέας Κακριδής, Γιάννης Στουρνάρας, Νίκος Χριστοδουλάκης, Παναγιώτης Παναγάκης (διευθυντής Κέντρου Πολιτισμού, Έρευνας και Τεκμηρίωσης της Τράπεζας της Ελλάδος), Σωτήρης Ριζάς

Με αφορμή τη συμπλήρωση 90 χρόνων από το ξέσπασμα της μεγάλης οικονομικής κρίσης του ΄29, το Ιστορικό Αρχείο της Τράπεζας της Ελλάδος (ΙΑΤΕ) και το Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού (ΚΕΙΝΕ) της Ακαδημίας Αθηνών διοργάνωσαν την Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019 ημερίδα με θέμα «Η Κρίση του ΄29 και η Ελλάδα: Οικονομικές, Πολιτικές και Θεσμικές Όψεις». Η ημερίδα πραγματοποιήθηκε στην Ακαδημία Αθηνών.

Την εκδήλωση χαιρέτισαν η Αντιπρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών Άννα Μπενάκη-Ψαρούδα και ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας. Κεντρικός ομιλητής ήταν ο διακεκριμένος οικονομικός ιστορικός και καθηγητής Oικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου Şevket Pamuk, ο οποίος αναφέρθηκε στις επιπτώσεις της κρίσης του ΄29 και στη διαχείρισή της σε χώρες που βρίσκονταν στην περιφέρεια, κάνοντας διάκριση κυρίως μεταξύ των ανεξάρτητων κρατών και των τότε αποικιών. Ειδικότερα σε ανεξάρτητα κράτη, όπως η Ελλάδα, ο κ. Pamuk υποστήριξε ότι η έκταση και το μείγμα της κρατικής παρέμβασης που διαδέχθηκε την κρίση υπήρξαν συνάρτηση της σχετικής πολιτικής ισχύος των αγροτικών έναντι των αστικών πληθυσμών, με τους δεύτερους να τάσσονται υπέρ της μεγαλύτερης παρέμβασης και της βιομηχανικής αυτάρκειας.

Εστιάζοντας στην ελληνική εμπειρία, ο καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών Νίκος Χριστοδουλάκης αναφέρθηκε σε μια σειρά «σφαλμάτων πολιτικής» που δυσχέραναν τη διαχείριση της κρίσης, κυρίως κατά την περίοδο 1931-32, όταν η ελληνική οικονομία βίωσε τη μαζική φυγή από τη δραχμή και οδηγήθηκε στην υποτίμηση και την πτώχευση. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η απουσία διεθνούς μηχανισμού στήριξης, που, κατά τον κ. Χριστοδουλάκη, αποτέλεσε την ειδοποιό διαφορά σε σχέση με την πιο πρόσφατη ελληνική εμπειρία.

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης Σωκράτης Πετμεζάς αναφέρθηκε στον αγροτικό τομέα, ο οποίος βίωσε και τις μεγαλύτερες επιπτώσεις της κατάρρευσης των διεθνών τιμών· η κρίση στη γεωργική παραγωγή – γενικότερο φαινόμενο του Mεσοπολέμου – έδωσε αφορμή για την ανάπτυξη του κρατικού παρεμβατισμού στον πρωτογενή τομέα. Σε συνδυασμό με την πολιτική των εμπορικών συμψηφισμών, η οποία ανέλαβε την απορρόφηση των ελληνικών εξαγωγών (κυρίως του καπνού), τη δεκαετία του 1930 διαμορφώθηκε ένα αρκετά διαφορετικό πλαίσιο λειτουργίας της αγροτικής οικονομίας.

Ο επιστημονικός υπεύθυνος του Ιστορικού Αρχείου της Τράπεζας της Ελλάδος Ανδρέας Κακριδής αναφέρθηκε στην πολιτική της Τράπεζας στη διάρκεια της κρίσης. Αμφισβητώντας την κρατούσα πεποίθηση ότι η Τράπεζα υπήρξε άστοχη ή ανίσχυρη, ο κ. Κακριδής επιχειρηματολόγησε πως – υπό αυστηρή ξένη εποπτεία και αντιμέτωπο με έντονη εσωτερική αμφισβήτηση – το κεντρικό τραπεζικό ίδρυμα της χώρας επεδίωξε να παρατείνει την παραμονή της στη ζώνη του χρυσού, χωρίς όμως να ασκήσει αυστηρή νομισματική πολιτική. Έτσι, θυσίασε τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας για να εξασφαλίσει χρόνο στην κυβέρνηση Βενιζέλου, που αναζητούσε εναγωνίως ένα νέο εξωτερικό δάνειο. Μόλις οι προσπάθειες αυτές απέτυχαν, η Ελλάδα οδηγήθηκε στην υποτίμηση, από την οποία η Τράπεζα ενίσχυσε τη θέση της στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα.

Η ερευνήτρια της Ακαδημίας Αθηνών Κατερίνα Μπρέγιαννη αναφέρθηκε στα ευρήματα της μελέτης των αρχείων της Τράπεζας της Γαλλίας, η οποία – την εποχή της κρίσης – παρακολουθούσε στενά τις εξελίξεις και στην Ελλάδα. Μετά το 1932, το πλαίσιο άσκησης της νομισματικής πολιτικής μεταβλήθηκε ριζικά, με τις κεντρικές τράπεζες να αποκτούν μεγαλύτερα περιθώρια ευελιξίας. Η ισορροπία μεταξύ των διεθνών κανόνων και στόχων και των προτεραιοτήτων της εθνικής οικονομικής πολιτικής αποτέλεσε μία από τις βασικότερες προκλήσεις της περιόδου.

Στην ανακοίνωσή της σχετικά με τις επιπτώσεις της κρίσης στην ελληνική εξωτερική πολιτική, η αναπληρώτρια καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου Κωνσταντίνα Μπότσιου έδειξε ότι, παρά την ενίσχυση των εμπορικών δεσμών της χώρας με τη Γερμανία και στο πλαίσιο της ευρύτερης επέκτασης της οικονομικής επιρροής του Βερολίνου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ο βασικός προσανατολισμός της Αθήνας παρέμεινε αμετάβλητος προς τη μεγάλη δύναμη που διατηρούσε τη ναυτική κυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο, δηλαδή τη Μεγάλη Βρετανία.

Ο ιστορικός Μανόλης Κούμας, από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, αναφέρθηκε στις επιπτώσεις της κρίσης στις δύο ίσως σημαντικότερες χώρες της Ηπειρωτικής Ευρώπης εκείνη την περίοδο, τη Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση. Η οικονομική κρίση, που σήμαινε πολιτική αποσταθεροποίηση και άνοδο του Εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία, υποστηρίχθηκε από ευρεία μερίδα, αλλά όχι από την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος και τις ελίτ, οι οποίες τελούσαν υπό τον φόβο της κοινωνικής ανατροπής. Αντίθετα, ο πολιτικός έλεγχος εκ μέρους του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν απειλήθηκε στη Σοβιετική Ένωση, η οποία στη διάρκεια της κρίσης προώθησε, στη βάση μιας κεντρικά διευθυνόμενης οικονομίας, το ευρύτατο πρόγραμμα εκβιομηχάνισης, που μετέτρεψε, με μεγάλο κοινωνικό κόστος, μία κατά βάση αγροτική οικονομία σε βιομηχανική.

Στο πλαίσιο της εξέτασης των συνταγματικών όψεων της κρίσης, ο καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Σπυρίδων Βλαχόπουλος έδωσε έμφαση στη συζήτηση για την ανάγκη ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας εν όψει της διεύρυνσης του πεδίου της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία. Η ενίσχυση αυτής της εκτελεστικής εξουσίας δεν πραγματοποιήθηκε εν τούτοις στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της κρίσης, αλλά σε αυτό της κατά μέτωπο πολιτικής σύγκρουσης, λόγω της όξυνσης του Εθνικού Διχασμού, με συνέπεια την καταπάτηση των ατομικών και των πολιτικών ελευθεριών.

Τον αυξανόμενο πολιτικό προβληματισμό σχετικά με το κοινωνικό ζήτημα που οξυνόταν εξαιτίας της οικονομικής κρίσης ανέδειξε στην ανακοίνωσή της η επίκουρη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών Ζηνοβία Λιαλιούτη, η οποία μελέτησε τα σχετικά θέματα στο πλαίσιο δύο ειδικών περιπτώσεων, του Δήμου Αθηναίων, του μεγαλύτερου αστικού κέντρου της χώρας, και του Δήμου Λαυρεωτικής, ο οποίος χαρακτηριζόταν από τον υψηλό βαθμό συγκέντρωσης βιομηχανικής εργατικής τάξης.

Ο διευθυντής του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών Σωτήρης Ριζάς εξέτασε τις πολιτικές πλευρές της κρίσης και την πορεία προς τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936, αναδεικνύοντας την παράλληλη ύπαρξη δύο πολιτικών θεματολογιών: η πρώτη αφορούσε διακυβεύματα του Εθνικού Διχασμού, ιδίως τον έλεγχο του κράτους και του στρατού, και η δεύτερη τις σχέσεις κεφαλαίου και εργασίας και γενικότερα την κοινωνική ένταση στα αστικά κέντρα. Η δεύτερη θεματολογία ενίσχυσε τις τάσεις μερίδας των ελίτ για την επιβολή αυταρχικού καθεστώτος, αλλά η δικτατορία επιβλήθηκε τότε κυρίως λόγω της αδυναμίας του αστικού κόσμου να επιλύσει έγκαιρα τα ζητήματα που άπτονταν του Διχασμού.

Την ημερίδα έκλεισε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Κώστας Κωστής, ο οποίος προσέφερε μια ανασκόπηση των διαφορετικών τρόπων με τους οποίους η κρίση του ΄29 έχει αντιμετωπιστεί στην ελληνική ιστοριογραφία. Αναφερόμενος ειδικότερα στις συγκρίσεις που έγιναν στη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης τόνισε τις διαφορές που χωρίζουν τα δύο ιστορικά περιστατικά, κυρίως ως προς τη φύση των δύο οικονομιών αλλά και τη διεθνή συγκυρία.

Print Friendly, PDF & Email