Η συμφωνία Ισραήλ – Σουδάν σφραγίζει την παρακαταθήκη Τραμπ για τη Μέση Ανατολή

Του Zev Chafets

Η μεσανατολική διπλωματία του Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε την πορεία της με ένα πνεύμα αδικαιολόγητης μεγαλομανίας. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ διακήρυξε την πρόθεσή του όχι μόνο να επιτύχει την ειρήνη μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων, αλλά και να επιλύσει την διάρκειας τουλάχιστον ενός αιώνα σύγκρουση μεταξύ των Εβραίων και των Αράβων.


capital.gr


Οι εμπειρογνώμονες επί ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής κάγχαζαν. Μεγαλύτεροι και πιο ικανοί άνδρες από τον Τραμπ είχαν προσπαθήσει και δεν είχαν καταφέρει να επιλύσουν τα ζητήματα αυτά για το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων 100 ετών.

Κι όμως, πέτυχε
Προς έκπληξη όλων, η φόρμουλα Τραμπ – συναλλακτική, χωρίς αξιολογικές κρίσεις και επιχειρηματική στη λογική της – έδωσε μια σειρά επιτυχιών στην ειρηνευτική διαδικασία.

Τελευταίος καρπός της είναι μια συμφωνία ομαλοποίησης σχέσεων μεταξύ του Ισραήλ και του Σουδάν. Δεν αποτελεί βεβαίως τον τελικό “προορισμό”, είναι όμως σημαντικός σταθμός για το “τρένο” της ειρήνης.

Ο Τραμπ ανακοίνωσε τα νέα την περασμένη Παρασκευή σε τηλεδιάσκεψη με τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου και τον πρόεδρο του Συμβουλίου Εθνικής Κυριαρχίας του Σουδάν, στρατηγό Αμπντέλ Φατάχ Αλ-Μπουρχάν.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ως συνήθως ενθουσιασμένος. Ανακοίνωσε ότι ακόμη πέντε αραβικές χώρες ήταν έτοιμες να ενταχθούν στο σύστημα συμφωνιών με το Ισραήλ, αναφέροντας συγκεκριμένα μεταξύ αυτών τη Σαουδική Αραβία. Ο Τραμπ προέβλεψε ότι θα υπάρξει τελικά μια οικογενειακή “επανένωση” όλων των απογόνων του Αβραάμ στον κήπο του Λευκού Οίκου.

Σε αυτή τη μάλλον απίθανη σύναξη, ο Τραμπ δεν θα βρίσκεται κοντά μας για να φιλοξενήσει την τελετή. Είναι πολύ πιθανό να μην ασκεί καν τα καθήκοντά του προέδρου των ΗΠΑ μετά τις 20 Ιανουαρίου 2021.

Ωστόσο, κερδίσει ή χάσει τις εκλογές, άλλαξε τη Μέση Ανατολή, αποκαθιστώντας την αμερικανική οικονομική και διπλωματική αξιοπιστία. Αυτός ήταν ο κύριος παράγοντας στις ειρηνευτικές συμφωνίες για τη σύναψη των οποίων μεσολάβησαν οι ΗΠΑ μεταξύ Ισραήλ και δύο κρατών του Κόλπου, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και του Μπαχρέιν, οι οποίες, με τη σειρά τους, ενθάρρυναν το Σουδάν να ενταχθεί στο ίδιο κλίμα.

Ο Μπίμπι Νετανιάχου ήταν λιγότερο “βιβλικός” στις αναφορές, δεν έδειξε ωστόσο λιγότερη ευφορία. Αποκάλεσε τη συμφωνία ιστορικό σημείο καμπής. “Συνεργαζόμαστε με τον καθένα, χτίζοντας ένα καλύτερο μέλλον για όλους μας”, είπε.

Η σημασία του Σουδάν για το Ισραήλ
Το Σουδάν είναι σημαντικό για το Ισραήλ επειδή είναι το τρίτο μεγαλύτερο αραβικό κράτος. Είναι πρώην σύμμαχος του ιρανικού καθεστώτος. Δίνει στο Ισραήλ στρατηγικό βάθος κατά μήκος των ακτών της Ερυθράς Θάλασσας.

Έχει δε μεγάλη συμβολική αξία – σκεφτείτε τη διάσημη “διακήρυξη των τριών Όχι” του Αραβικού Συνδέσμου, που έγινε από το Χαρτούμ το 1967: Καμία αναγνώριση του Ισραήλ, καμία διαπραγμάτευση με το Ισραήλ, καμία ειρήνη με το Ισραήλ.

Ο Νετανιάχου έκανε λόγο για γενικό ενθουσιασμό από τους “περισσότερους ανθρώπους στον κόσμο για τη νέα προσέγγιση”. Ωστόσο, δεν είναι όλοι ευχαριστημένοι.

Το Εβραϊκό Δημοκρατικό Συμβούλιο της Αμερικής, βραχίονας του Δημοκρατικού Κόμματος, χαρακτήρισε τη συμφωνία με το Σουδάν “ένα ισραηλινό δούναι και λαβείν το οποίο καθοδηγείται από τα βραχυπρόθεσμα πολιτικά συμφέροντα του Τραμπ και όχι από την προοπτική της μακροπρόθεσμης ασφάλειας των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, συμπεριλαμβανομένου του Ισραήλ”.

Καταλαβαίνω αυτό το κομματικό πνεύμα, ωστόσο είναι δύσκολο να δούμε ποιο εκλογικό όφελος αντλεί ο Τραμπ από αυτήν τη συμφωνία.

Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν τον Τζο Μπάιντεν να προηγείται του Τραμπ με διαφορά περίπου 3 προς 1 μεταξύ Αμερικανών εβραίων ψηφοφόρων. Εάν η αναγνώριση της ισραηλινής κυριαρχίας στα Υψίπεδα του Γκολάν και η μετακίνηση της αμερικανικής πρεσβείας στην Ιερουσαλήμ δεν κέρδισε τις καρδιές και τις ψήφους της εβραϊκής κοινότητας, είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πώς θα επιτύγχανε κάτι τέτοιο μια συμφωνία με το Χαρτούμ.

Το Ιράν είχε την πιο έξυπνη ανάγνωση της συμφωνίας. Κατηγόρησε το Σουδάν ότι ξεπούλησε τους Παλαιστινίους ως αντάλλαγμα της αφαίρεσής του από τη λίστα των ΗΠΑ με τις χώρες που υποστηρίζουν την τρομοκρατία και της υπόσχεσης για μεγάλη οικονομική βοήθεια από την Αμερική και τα κράτη του Κόλπου.

Η εξήγηση αυτή εμπεριέχει μεγάλη δόση αλήθειας και δεν συνιστά κάτι το αξιοσημείωτο. Το Σουδάν είναι μια από τις φτωχότερες και λιγότερο ανεπτυγμένες αραβικές χώρες. Χρειάζεται απεγνωσμένα μετρητά και επενδύσεις για να επιβιώσει.

Το Ισραήλ έχει ήδη ανακοινώσει την αποστολή μιας παρτίδας σιταριού στους “νέους φίλους μας”. Πολύ μεγαλύτερη βοήθεια θα έλθει στη χώρα από τη Σαουδική Αραβία και τα κράτη του Κόλπου.

Το Σουδάν, όπως τα περισσότερα αραβικά κράτη, έχει μια φρικτή επίδοση σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αν και αυτό δεν αφορά ούτε τον Τραμπ ούτε τον Νετανιάχου.

Ο Αμερικανός πρόεδρος κατέστησε ξεκάθαρη την πολιτική μη επέμβασης στα εσωτερικά των συμμάχων του κατά την ομιλία του στην ισλαμική συνάντηση που είχε συγκαλέσει η Σαουδική Αραβία τον Μάιο του 2017. Η μόνη ανησυχία του Νετανιάχου είναι ότι οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης στο Σουδάν ενδεχομένως να προσπαθήσουν να καταστρέψουν την ομαλοποίηση, όπως έκαναν στον Λίβανο το 1983.

Τι πρέπει να κάνει ο Μπάιντεν
Οι συμμαχικοί προς το Ισραήλ Άραβες του Κόλπου βλέπουν το εβραϊκό κράτος ως παράγοντα με ιδιαίτερη επιρροή επί της Ουάσιγκτον, καθώς και ως χρήσιμο οικονομικό εταίρο. Οι κοινοπραξίες έχουν ήδη ξεκινήσει. Άλλες αραβικές χώρες θα έχουν άλλα κίνητρα για την επίτευξη της ειρήνης.

Η γενική ώθηση, ωστόσο, προέρχεται από την αναγνώριση ότι οι ΗΠΑ είναι το ισχυρό “άλογο” στην περιοχή, κάτι που δεν ήταν αλήθεια κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Μπαράκ Ομπάμα.

Είναι σαφές ότι η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος και τα περισσότερα από τα υπόλοιπα σουνιτικά κράτη υποστηρίζουν την επανεκλογή του Τραμπ.

Ο Νετανιάχου θα ήθελε επίσης να δει ακόμη τέσσερα χρόνια προεδρίας του Ρεπουμπλικανού πολιτικού, αποφεύγει ωστόσο να το εκφράσει δημόσια. Κατά τη συνομιλία τους στην τελευταία τηλεδιάσκεψη, όταν ο πρόεδρος ζήτησε εμμέσως πολιτική υποστήριξη (“Μπίμπι, νομίζεις ότι ο Νυσταλέος Τζο θα μπορούσε να έχει κάνει αυτή τη συμφωνία;”), ο Νετανιάχου απέφυγε την ερώτηση, σημειώνοντας ότι εκτιμά τη βοήθεια κάθε Αμερικανού ο οποίος εργάζεται για την ειρήνη.

Εάν υπάρξει πολιτική αλλαγή στην Ουάσινγκτον, ο Νετανιάχου θα προσπαθήσει να πείσει τον νέο πρόεδρο ότι οι παλιές βεβαιότητες των χρόνων του Ομπάμα δεν λειτούργησαν και, σε κάθε περίπτωση, δεν ισχύουν πλέον.

Το μήνυμά του προς τον Μπάιντεν θα είναι ότι το τρένο της ειρήνης είναι πραγματικό και κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Αντί να το απορρίψει επειδή ξεκίνησε την πορεί του υπό τον Τραμπ, ο Μπάιντεν θα πρέπει να επιβιβαστεί σε αυτό και να ανακηρυχθεί αρχιμηχανικός του.