Η ρωσική οπτική για την εισβολή στη Συρία δεν ευνοεί ούτε Τούρκους ούτε Κούρδους…

Η στρατιωτική επιχείρηση της Τουρκίας στη συριακή Ροτζάβα ανέδειξε μια σειρά στρατιωτικο-πολιτικών προβλημάτων. Η φυγή των ΗΠΑ από την περιοχή διέλυσε πάραυτα το σύστημα ασφαλείας και τις παρασκηνιακές διπλωματικές συμφωνίες – και κατέστρεψε τις τελευταίες ελπίδες των Κούρδων της Συρίας για πολιτική ανεξαρτησία. Αλλά χαμένη βρέθηκε και η Τουρκία. Πώς έγινε αυτό;

Ανάλυση του Alexey Anpilogov
ΠΗΓΗ: https://vz.ru/

Το σημερινό κουβάρι των αντιφάσεων γύρω από την Ροτζάβα δεν μπορεί να γίνει κατανοητό, αν δεν βυθιστούμε στην ιστορία του πρόσφατου αιώνα, την Ιστορία της Συρίας.

Το κουρδικό ζήτημα

Η αντιπαράθεση της αραβικής με την κουρδική κοινότητα στη Συρία έχει μακροχρόνιες ρίζες. Ξεκινά ήδη την περίοδο της Γαλλικής Εντολής, όταν το Παρίσι διεξήγαγε στη χώρα την πρακτική της αφαίμαξης των τοπικών εθνικών κοινοτήτων σύμφωνα με την αποικιοκρατική πολιτική «διαίρει και βασίλευε».

Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής στο έδαφος των σημερινών κρατών της Συρίας και του Λιβάνου δημιουργήθηκαν πέντε κράτη: δύο σουνιτικά με κέντρα το Χαλέπι και την Δαμασκό, το κράτος των Δρούζων, το κράτος των Αλαουιτών και ο «Μεγάλος Λίβανος». Εκτός αυτών, όμως, από την πλευρά των Κούρδων ήδη από την δεκαετία του 1930 εκδηλώθηκε ισχυρό αυτονομιστικό κίνημα, το οποίο διακήρυξε ως στόχο του την απόσχιση των «κουρδικών εδαφών» από το τότε Χαλέπι μόλις δοθεί η ευκαιρία γι’ αυτό.

Μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Συρίας το 1943 η Δαμασκός επεδίωξε να μεταφέρει τις σχέσεις με τους Κούρδους σε πολιτική βάση. Ωστόσο οι Κούρδοι επέλεξαν να συνεχίσουν να ποντάρουν στις «γαλλικές ξιφολόγχες», επιδιώκοντας πάση θυσία να παραμείνουν τα γαλλικά στρατεύματα στην επαρχία Αλ Τζαζίρα, ώστε να αποκοπεί από τη Συρία.

Αλλά η αδύναμη και εξαρτημένη από τον Χίτλερ εξουσία του Βισύ αρνήθηκε να εξετάσει οποιοδήποτε νέο καθεστώς της υπάρχουσας κουρδικής αυτονομίας στην Εντολή της Συρίας. Στην πραγματικότητα έκανε τα στραβά μάτια στην ένωση της Δαμασκού με το Χαλέπι – χωρίς να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα της κουρδικής αυτονομίας και με προσάρτηση των εδαφών των Δρούζων και των Αλαουιτών στο πλαίσιο της ενωμένης ανεξάρτητης Συρίας.

Μια επισφαλής ισορροπία μεταξύ Αράβων και Κούρδων παρέμεινε μεταξύ του 1943 και 1961, όταν οι Κούρδοι κατόρθωσαν μάλιστα να επικυρώσουν την πολιτική τους οργάνωση –«Δημοκρατικό Κόμμα του Συριακού Κουρδιστάν» (KPDS, 1957). Ωστόσο, οι ηγέτες του, ιδιαιτέρως ο Ντάχαμ Μίρο (Daham Miro), στην πράξη επέστρεψαν στην αποσχιστική πολιτική, αποκαθιστώντας στενές σχέσεις με τους Κούρδους του Ιράκ, συμπεριλαμβανομένου του Μουσταφά Μπαρζανί. Ο τελευταίος το 1958 οργάνωσε εξέγερση στο «Ιρακινό Κουρδιστάν» και κέρδισε την de facto ανεξαρτησία του από την Βαγδάτη.

Τα «Δημοκρατικά κόμματα του Κουρδιστάν», οργανωμένα στη Συρία, τον Λίβανο, την Τουρκία και το Ιράν, στην ουσία μετατράπηκαν σε «ξένους πράκτορες», που ως μοναδικό τους στόχο είχαν την παροχή βοήθειας στο κίνημα του Μπαρζανί. Σύμφωνα με την ιδεολογία τους, το «Ιρακινό Κουρδιστάν» πρέπει να γίνει το κέντρο του ανεξάρτητου κουρδικού κράτους.

Ως εκ τούτου, η επιτυχία στα υπόλοιπα τμήματα του εικονικού «Μεγάλου Κουρδιστάν» αδιάσπαστα σχετιζόταν με την επιτυχία ή την αποτυχία της φάρας Μπαρζανί στο Ιράκ. Ως συνέπεια αυτής της κοντόφθαλμης πολιτικής των Κούρδων της Μέσης Ανατολής αποτέλεσαν οι εθνικές εκκαθαρίσεις στη Συρία και σε άλλες αραβικές χώρες.

Στις 23 Αυγούστου 1962 η συριακή κυβέρνηση διενήργησε ειδική απογραφή του πληθυσμού στην επαρχία Αλ-Τζαζίρα, που κατοικείται κατά πλειοψηφία από Κούρδους. Το αποτέλεσμά της ήταν περίπου 120 χιλιάδες Κούρδοι (περίπου το ένα πέμπτο από τότε συνολικό πληθυσμό των Κούρδων της Συρίας) έχασαν της συριακή υπηκοότητα και τα πολιτικά τους δικαιώματα.

Το 1965 οι πρακτικές της καταπολέμησης με το κουρδικό αποσχιστικό κίνημα συνεχίστηκαν: η συριακή κυβέρνηση αποφάσισε για τη δημιουργία της λεγόμενης αραβικής ζώνης (Hizam Arabi) στην επαρχία Αλ Τζαζίρα, κατά μήκος όλων των συνόρων με την Τουρκία και το Ιράκ. Η ζώνη είχε 300 χιλιόμετρα μήκος και 10-15 χιλιόμετρα πλάτος, και για την ενίσχυσή του στις συνοριακές περιοχές μεταφέρθηκαν Άραβες βεδουίνοι, την ώρα που 140 χιλιάδες Κούρδοι εκτοπίσθηκαν στα ενδότερα της Συρίας.

Έχοντας υπ’ όψιν αυτό το γεγονός γίνεται αντιληπτή η εντυπωσιακή αφοσίωση στην κυβέρνηση Άσαντ του πληθυσμού που βρίσκεται γύρω από τις πόλεις Χασάκε και Καμισλί – ακριβώς εκεί ήσαν συγκεντρωμένοι οι οικισμοί της «αραβικής ζώνης ασφαλείας», οι οποίοι επί οκτώ χρόνια υπήρχαν σε συνθήκες ουσιαστικής εξάρτησης από την κουρδική κυβέρνηση της Ροτζάβα και παρέμειναν πιστοί στην Δαμασκό.

Παρεμπιπτόντως, συνολικά την κατάσταση με την συριακή κουρδική μειονότητα η Δαμασκός λίγο πολύ μπόρεσε να τη διορθώσει ακριβώς στις αρχές της δεκαετίας του 2010. Παραδόξως, ο ευεργέτης των Κούρδων της Συρίας ήταν ο …Μπασάρ Άσαντ, ο οποίος τον Απρίλιο του 2011 υπέγραψε διάταγμα, που έδινε την συριακή υπηκοότητα και τα δικαιώματα σε όλους τους Κούρδους που ζουν στην επαρχία Χασάκε (Αλ Τζαζίρα).

Ωστόσο, μέχρι την έναρξη του εμφυλίου πολέμου στη Συρία το ζήτημα των «Κούρδων χωρίς πολιτικά δικαιώματα» δεν έγινε δυνατό να κλείσει. Από τους 300 χιλιάδες που δεν είχαν ιθαγένεια συριακό διαβατήριο πήραν μόλις οι 6.000.

Η τρέχουσα ισορροπία ισχύος

Η ευκαιρία για την πραγματοποίηση του «Συριακού Κουρδιστάν» εκ νέου γεννήθηκε μετά την έναρξη του εμφυλίου πολέμου, το 2011. Η Ροτζάβα (όπως ονομάζουν την επαρχία Αλ Τζαζίρα οι ίδιοι οι Κούρδοι) ανακήρυξε την ανεξαρτησία της σχεδόν αμέσως.

Βασικός παράγοντας της κουρδικής οιονεί ανεξαρτησίας στη Ροτζάβα υπήρξε η στήριξη στο εξωτερικό μπλοκ ισχύος, το οποίο αποτελείται από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους στο δυτικό συνασπισμό. Ο διατυπωμένος στόχος του συνασπισμού, που δικαιολογούσε και την παραμονή των δυνάμεών του στη Συρία, ήταν πάντοτε ο πόλεμος κατά του Ισλαμικού Κράτους.

Αλλά μετά την στρατιωτική πανωλεθρία των μαχητών του ΙΚ και τη μετάβαση του αγώνα εναντίον τους στις αστυνομικές επιχειρήσεις στο «διαδίκτυο», η δικαιολογία της παραμονής των αμερικανικών στρατευμάτων και των συμμάχων τους εξέλειπε, αν και από τη δύναμη της αδράνειας οι Αμερικανοί παρείχαν στους Κούρδους «ομπρέλα ασφαλείας» για ακόμη δύο ολόκληρα χρόνια.

Οι τακτικές μονάδες του Πενταγώνου στο έδαφος της Συρίας παρέμειναν, καλυπτόμενες υπό το καθεστώς του «κουρδικού κράτους» και άνετα εξόπλισαν στρατιωτικές βάσεις στην αριστερή (ανατολική) όχθη του Ευφράτη. Επιπλέον, κατέκτησαν δύο ευνοϊκά προγεφυρώματα στην άλλη (δυτική) όχθη στις περιοχές του Μάνμπιτζ και Τάμπκα.

Συγκροτήθηκαν και κουρδικές στρατιωτικές μονάδες, που ήταν κάτι μεταξύ αστυνομίας και «ελαφρού» πεζικού. Η πρώτη από αυτές ήταν το SDF (Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις), επισήμως υποστηρίζονταν από το Πεντάγωνο, την ίδια ώρα η ανταγωνιστική του YPG (Μονάδες Λαϊκής Αυτοπροστασίας) πολύ ενεργά, αν και ημιεπίσημα, στηρίζονταν και από την CIA.

Το καλοκαίρι του 2016, τελευταίο χρόνο της προεδρίας του Μπαράκ Ομπάμα, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις τότε προθέσεις του Πενταγώνου για «κεραυνοβόλα κατάληψη της Ράκκα» από πλευράς του συριακού Κουρδιστάν, ο Λευκός Οίκος προχώρησε στη δημιουργία κάποιας ενιαίας κουρδικής στρατιωτικής διοίκησης, στο πλαίσιο της οποίας τους υπαγόμενους στην CIA μαχητές του YPG απλώς τους διέταξαν να υπαχθούν στις δομές του υπό το Πεντάγωνο ελεγχόμενο SDF.

Ωστόσο, οι αποτυχίες και οι αργοί ρυθμοί της πραγματοποίησης της γενικής κουρδικής επίθεσης στην Ράκκα ταχέως έστρεψαν την κατάσταση στην αρχική της μορφή: σήμερα οι SDF και οι YPG εκ νέου δρουν εν πολλοίς αυτόνομα, και έχουν περάσει εκ νέου στην τακτική του αντάρτικου.

Σύμφωνα με τις τουρκικές εκτιμήσεις, ο αριθμός των μαχητών των Κούρδων «ανταρτο-τρομοκρατικών» YPG, που εκπαιδεύτηκαν από την CIA, ξεπερνά τους 8.000, ενώ ο συνολικός αριθμός της «κουρδικής πολιτοφυλακής» αριθμεί τους 15 χιλιάδες.

Στην ουσία, λόγος γίνεται για το ότι, υπό την εικόνα της προετοιμασίας της «αντιάσαντ» αντιπολίτευσης οι ειδικοί της CIA προετοίμασαν εργατικό δυναμικό για την δημιουργία του «Ελεύθερου Κουρδιστάν», το οποίο συνιστά κοινός πονοκέφαλος για το Ιράκ, τη Συρία και την Τουρκία.

Βεβαίως, στο πλαίσιο της κοινή στρατιωτικής επιχείρησης, που πραγματοποιεί σήμερα η Τουρκία στην Ροτζάβα, η αξία αυτού του υλικού είναι πολύ σχετική: οι μαχητές των YPG είναι κατάλληλοι για ανταρτοπόλεμο ή για πραγματοποίηση σαμποτάζ, αλλά στα χαρακώματα και στις αστικές μάχες η αξία τους είναι σχετική.

https://www.defence-point.gr/

Στην πραγματικότητα η δημιουργία «ενός στρατού χωρίς κράτος», με τον οποίο ασχολήθηκαν το Πεντάγωνο και η CIA στα εδάφη των κουρδικών περιοχών της Συρίας, οδήγησε στο γνωστό αποτέλεσμα, πολλές από τις εξοπλισμένες με αμερικανικά όπλα κουρδικές ομάδες έκαναν όχι μόνον απαλλοτριώσεις ιδιοκτησιών αλλά ασκούσαν και καθαρή τρομοκρατία. Δηλαδή μετατράπηκαν σε συνηθισμένες συμμορίες μαχητών, οι οποίες αδιαφορούσαν για τα ιδανικά του «λαϊκού απελευθερωτικού αγώνα» και όλο και περισσότερο θύμιζαν κακοποιούς από το διαβόητο «ισλαμικό κράτος».

Ωστόσο η διαμορφωθείσα σήμερα πολεμική κατάσταση στις κουρδικές περιοχές της Συρίας ήταν εξ αρχής προβλέψιμη. Δυστυχώς, για τους ίδιους τους Κούρδους η επιθυμία τους για ανεξαρτησία δεν είχε στερεωθεί με καμία πραγματική επιτυχία στην υπόθεση οικοδόμησης φυσιολογικού κράτους. Ακόμη και τα έσοδα από τις πετρελαιοπηγές στην επαρχία Ντέιρ ελ Ζορ, που είχαν κατακτηθεί από τους Κούρδους μετά την αποχώρηση του ΙΚ, δεν εντάχθηκαν στην υποδομή του διακηρυγμένου κράτους, αλλά πήγαιναν στις τσέπες των αρχηγών των κουρδικών φυλών.

Η de facto ανεξάρτητη από την Δαμασκό κυβέρνηση της Ροτζάβα απλά δεν ήξερε τι να κάνει με την «ξένη καλοσύνη» και ως αποτέλεσμα η θλιβερή κατάσταση της δεκαετίας του 1940, όταν οι Κούρδοι της Συρίας για πρώτη φορά έχασαν την ανεξαρτησία τους, επαναλήφθηκε σήμερα. Μετά την αποχώρηση των αμερικανικών όπλων η κουρδική Ροτζάβα βρέθηκε εναντίον ενός πολύ πιο δυνατού εχθρού, έχοντας μόνον μια -πρακτικά χωρίς χρησιμότητα- πολιτοφυλακή.

Πιθανότατα, η επιλογή των Κούρδων για ανταρτοπόλεμο εναντίον της Τουρκίας (σαν κάποιο «σχέδιο Β» έπειτα από πιθανή αποχώρηση των Αμερικανών) ήταν χαμένη από την αρχή. Το όλο πράγμα έγκειται στο ότι, με τους πιο μετριοπαθείς υπολογισμούς ο συνολικός αριθμός των εκτοπισμένων στην Ροτζάβα, κυρίως από τις αραβικές περιοχές, είναι όχι λιγότερος από 2,3 εκατομμύρια ανθρώπους, σε συνολικό πληθυσμό του «Συριακού Κουρδιστάν» λίγο περισσότερο από 4,6 εκατομμύρια. Αυτοί οι άνθρωποι ή ελάχιστα συμφωνούν με την ιδέα της ανεξάρτητης Ροτζάβα ή, ακόμη χειρότερα είναι ευθέως αντίθετοι.

Ως αποτέλεσμα, σήμερα η Τουρκία μπορεί να δρα στην Ροτζάβα με πολύ περιορισμένες δυνάμεις, στην πραγματικότητα επαναλαμβάνοντας το πρότυπο της προηγούμενης επιτυχημένης επιχείρησης στο Αφρίν και να μην διακινδυνεύσει από έναν ανταρτοπόλεμο. Στην πράξη εναντίον των Κούρδων πολεμούν και αυτοί οι Σύριοι – κυρίως από τις πολυάριθμες τρομοκρατικές ομάδες που προέρχονται από το Ιντλίμπ ή έχουν έλθει εκεί από όλη την Συρία με τα περίφημα «πράσινα λεωφορεία».

Η Τουρκία δεν υπολογίζει σε έναν παρατεταμένο πόλεμο και εσκεμμένα δρα μόνον σε μια στενή ζώνη κατά μήκος των συνόρων. Μεγάλο μέρος της «βρόμικης δουλειάς» πρέπει να την κάνουν οι Σύριοι πληρεξούσιοι, την ώρα που ο τουρκικός στρατός θα τους στηρίζει με το πυροβολικό και την αεροπορία.

Ωστόσο, στέλνονται και άλλες προμήθειες από την τουρκική πλευρά: για παράδειγμα, κοντά στην Μανμπίτζ βρέθηκαν παλαιά τουρκικά τεθωρακισμένα Μ60 (χρονολογούνται από την δεκαετία του 1960), τα οποία γενναιόδωρα παρέδωσαν στους Σύριους πληρεξούσιους για τον πόλεμο με τους Κούρδους. Είναι βέβαιο ότι χρησιμοποιούνται και όπλα από τις συριακές αποθήκες – το εκτός ελέγχου από την Δαμασκό, Ιντλίμπ δίνει πολλές ευκαιρίες στην Τουρκία και προς αυτήν την κατεύθυνση.

Ως αποτέλεσμα, το τουρκικό Blitzkrieg σε αυτές τις συνθήκες έχει όλες τις πιθανότητες να πετύχει – οι Κούρδοι έχουν χαμηλό ηθικό, στα μετόπισθεν ωριμάζει το αραβικό μέτωπο, και οι ελπίδες για αμερικανική στρατιωτική βοήθεια αποδείχθηκαν πάλι φρούδες. Αλλά και οι όποιες κυρώσεις της Ε.Ε. ή και των ΗΠΑ με στόχο την τιθάσευση του επιτιθέμενου, στην περίπτωση αυτής της γρήγορης σύγκρουσης πρακτικά είναι άχρηστες – η Τουρκία θα πιέζει τους Κούρδους τόσο όσο έχει όπλα στις αποθήκες της.

Όπως φαίνεται, αντιλαμβανόμενη το αδύνατον της αντίστασης στην τουρκική επίθεση, η κουρδική ηγεσία της Ροτζάβας προχώρησε στις πολυαναμενόμενες από καιρό συνομιλίες με την Δαμασκό, που θυμίζουν την χωρίς όρους παραίτηση κάθε «ανεξαρτησίας» και ακόμη και μεγάλου μέρους της de facto αυτονομίας.

Έτσι για παράδειγμα, ήδη SDF και YPG ήδη παραδίδουν τον βαρύ οπλισμό τους και κρατούν μόνον τις λειτουργίες της τοπικής αστυνομίας (που στην πραγματικότητα ήταν και οι μόνες που κατείχαν όλο αυτό το διάστημα), και η πορεία των κυβερνητικών στρατευμάτων στον βορρά θυμίζει εκστρατεία χωρίς στάσεις.

Όπως έχει η κατάσταση στις 18.10, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η τουρκική επιθετική επιχείρηση, αφενός επέφερε επιτυχίες στο τακτικό πεδίο. Αφετέρου, η Τουρκία δεν μπόρεσε να κερδίσει τον έλεγχο των σημαντικότερων συνοριακών κουρδικών πόλεων -του Μανμπίτζ, του Σιντζάρ, του Κομπάνι και του Καμισλί. Βεβαίως, για την Τουρκία θα ήταν χρήσιμο να τα είχε πίσω της, αλλά το πιθανότερο η Δαμασκός θα καταλάβει όλες τις προσπάθειες ώστε οι Κούρδοι να παραδώσουν όλα αυτά τα πληθυσμιακά κέντρα στον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας και του κυβερνητικού στρατού.

Για την ώρα το τουρκικό Blitzkrieg σταμάτησε από τη συμφωνία με τις ΗΠΑ. Τις επόμενες 5 ημέρες θα είναι αναγκασμένη να ικανοποιηθεί μόνον με το βασικό, αλλά όχι καθοριστικό τμήμα των συνόρων μεταξύ των μικρών πόλεων Ταλ Αμπιάντ και Ρας αλ Αΐν, μεταξύ των οποίων οι πληρεξούσιοι της Τουρκίας αναπτύχθηκαν στα επιθυμητά 30 χιλιόμετρα. Ωστόσο, μόνον το Αλ Αμπιάντ ελέγχεται πλήρως από τις τουρκικές δυνάμεις, ενώ το Ρας αλ Αΐν μόνον μερικώς.

Στην πραγματικότητα, όσο κι αν είναι παράδοξο, η πενθήμερη εκεχειρία, που επιτεύχθηκε από τον Πενς στη συνάντησή του με τον Ερντογάν, δουλεύει για την Δαμασκό. Στη διάρκεια των επόμενων ημερών οι κυβερνητικές δυνάμεις μπορούν άνετα να πάρουν υπό τον έλεγχό τους όλα τα σημαντικά αστικά κέντρα στην κουρδική Ροτζάβα, έπειτα από την τουρκική επιχείρηση, παρά την ταχεία έναρξή της, τελικώς θα χάσει το οποιοδήποτε νόημα.

Κι αυτό γιατί σε αυτήν την περίπτωση οι πληρεξούσιοι της Τουρκίας δεν θα βρεθούν σε σύγκρουση με τους Κούρδους αλλά με τον τακτικό συριακό στρατό, κάτι που αλλάζει τελείως την εικόνα των γεγονότων – και μάλιστα όχι προς όφελος της τουρκικής πλευράς.

Σύμφωνα με την εμπειρία της κατάληψης του Αφρίν και της επιχείρησης «Ασπίδα του Ευφράτη» αυτό μπορεί να σημαίνει στην ουσία το τέλος της παρούσας τουρκικής επίθεσης. Ένα μόνον είναι σίγουρο- τους Κούρδους στην νέα κατάσταση που θα διαμορφωθεί κανείς δεν θα ρωτήσει την γνώμη τους.

 

Print Friendly, PDF & Email