Η ψηφιακή κάρτα έρχεται, η εργασία φεύγει… Του Γιώργου Κράλογλου @www.capital.gr

Του Γιώργου Κράλογλου

Οργανώνουμε την εργασία και καλά κάνουμε. Αλλά για ποια αγορά; Τη μισή που θα μείνει περιμένοντας την ανάπτυξη…, ή την άλλη, που μεταναστεύει…

Είμαστε υπερβολικοί; Αυτά λένε όμως τα ακούσματά μας από την αγορά, όταν έχεις διάθεση να ψάξεις και αν δεν περιορίζεσαι στα αναποδογυρίσματα που κάνουν οι κομματικοί εργατοπατέρες και η ανεκδιήγητη πολιτική μας σκηνή.

Σύμφωνα λοιπόν με τα δικά μας ακούσματα, το ερώτημα είναι αμείλικτο. Τι θα κάνουν, από εδώ και πέρα και μέσα στο 2021-22, η μικρομεσαία και πολύ μικρή βιοτεχνική Ελλάδα με τους 2-15 εργαζόμενους, οι νέοι επιχειρηματίες (30-35 ετών), με τους 2-5, που δοκίμασαν την τύχη τους (παρασυρόμενοι ίσως και από τα πολύμορφα επιδόματα της 10ετίας 2010-2021) ή οι επαγγελματίες με τους 1-2 (συγγενείς τους κατά βάση);

Θα περιμένουν ποιος από την Κομισιόν, τον ΟΟΣΑ ή το ΔΝΤ θα κερδίσει το “στοίχημα” της ανάπτυξης στην Ελλάδα με 3,5% ή 3,8% ή 3,3% ή θα κοιτάνε το άδειο ταμείο τους,  όπως συμβαίνει στις 70 και πλέον, σε κάθε 100,  βιοτεχνικές, εμπορικές και μεσαίες τουριστικές επιχειρήσεις της ελληνικής αγορά οι οποίες ξοδεύουν τα τελευταία κρατικά επιχειρηματικά χαρτζιλίκια…

Ειδικά οι ηλικίας 30-35 ετών νέοι επιχειρηματίες με ιστορία κάτω της 10ετίας, για τους οποίους το λουκέτο συνοδεύεται από προβληματισμό αν η επόμενη κίνησή τους θα είναι επιχειρηματική μετανάστευση στις βαλκανικές χώρες (η Βόρεια Ελλάδα είναι γεμάτη από τέτοιας μορφής προβληματισμούς) ή ατομική μετανάστευση στην Ε.Ε.

Συνεπώς ό,τι έχουμε να πούμε για την επιβαλλόμενη εργασιακή μεταρρύθμιση (το επαναλαμβάνουμε αυτό) αφορά 40 βιοτεχνίες σε κάθε 100 (με το ζόρι…) και ενδεχομένως 50 επαγγελματίες στους 100 που ίσως παραμείνουν έστω και με υποτονική δράση στην αγορά.

Από εκεί και πέρα η κάθε συζήτηση για την οργάνωση της αγοράς εργασίας όπως και οι ανοησίες των αντιπολιτευτικών αντιδράσεων (με τους κομματικούς εργατοπατέρες στην πρώτη σειρά) γίνεται σενάριο βλακώδους θεατρικής επιθεωρήσεως,  για τρεις σοβαρότατους λόγους.

Πρώτον η μη βιοτεχνική Ελλάδα που δεν έχει ανάγκη εργασιακές προδιαγραφές και οικοδόμηση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των εργαζομένων και των εργοδοτών δεν ξεπερνάει τις 250 επιχειρήσεις (μαζί και με Τράπεζες) στις οποίες οι εργασιακοί κανόνες όχι μόνο δεν θέλουν διόρθωση αλλά ίσως είναι και για αντιγραφή,  στις διατάξεις της εργασιακής νομοθεσίας. Το ερώτημα όμως εδώ είναι για πόσα χρόνια ή καλύτερα, για πόσο χρόνο θα μιλάμε ακόμη για το 1,5% δευτερογενούς παραγωγής και βιομηχανίας τουρισμού, που καλύπτουν οι 250 αυτοί μεγάλοι όμιλοι (με υπολογίσιμο αριθμό εργαζομένων και ορθές εργασιακές σχέσεις) όταν τα πάντα πωλούνται στην Ελλάδα και τα κενά δεν συμπληρώνονται από νέες επενδύσεις, εδώ και 30 χρόνια!!

Δεύτερον οι καταμετρημένες,  (από τη μικρομεσαία, μικρή και πολύ μικρή επιχειρηματική τάξη), επιχειρήσεις που θα ενταχθούν και θα γνωρίσουν (για πρώτη φορά) σύγχρονους και συγκεκριμένους κανόνες εργασιακού περιβάλλοντος (όπως και η ψηφιακή κάρτα) προσεγγίζουν τις 700.000. Από αυτές ξεπερνούν τις 100.000 όσες είναι ήδη με το λουκέτο σε ορατή θέση στην πόρτα τους… Και για να μη μιλήσουμε ξανά για τις 180-200.000 (που εμείς ως στήλη, εκτιμούμε πως είναι για κλείσιμο) θα αναφέρουμε ότι περισσότερες από 500.000 είναι ζήτημα αν θα καταφέρουν και αυτή τη χρονιά να πληρώσουν την εφορία τους και τις εισφορές τους (όπως, δυστυχώς, αδυνατούν να το πράξουν,  εδώ και πάνω από 7 χρόνια).

Τρίτον το λουκέτο, στις όποιες, τέλος πάντων, επιχειρήσεις είναι για κλείσιμο γίνεται ιδιαίτερα αισθητό αν όχι ορατό αν το δούμε από το πρίσμα της εφαρμοσμένης φοροεισπρακτικής τακτικής και της σημερινής κυβέρνησης και λόγω του ψηφιακού μετασχηματισμού στον χώρο. Στα απλά ελληνικά αυτό σημαίνει ότι η φοροδιαφυγή μπορεί να μην εξαφανίζεται (όπως και παγκοσμίως…) αλλά από εδώ και πέρα γίνεται άθλος. Δύσκολος άθλος για τον μεσαίο, τον μικρό και πολύ μικρό επιχειρηματία, αλλά άθλος…

Αποτέλεσμα όλων αυτών, κατά τη γνώμη μου, είναι να έχουμε την “προσφορά”, από κυβέρνηση, αντιπολίτευση και κομματικό εργατοπατερισμό, μιας νέας (παλαιομοδίτικου τύπου) πολιτικής “επιθεώρησης”, ασταμάτητου γέλιου (μέχρι να πέσει “αυλαία”), αφενός γιατί στη βιοτεχνική Ελλάδα (με απούσα ανάπτυξη και πανταχού παρούσα την αποεπένδυση) η μεταρρύθμιση εργασίας δεν φέρνει ούτε κρύο, ούτε ζέστη… Και αφετέρου γιατί οι νόμοι στην Ελλάδα (κατ’ επέκταση και οι μεταρρυθμίσεις…) κρατάνε και θα κρατάνε,  όσο και οι κυβερνήσεις.

george.kraloglou@capital.gr