Η καταστροφολογία οδηγεί στις «κοινότητες επιβίωσης»

Μια καταπράσινη πεδιάδα εκτείνεται προς κάθε πιθανή κατεύθυνση, με έναν μακρύ ιδιωτικό δρόμο να την τέμνει σε μικρότερα τετράγωνα. Κατά μήκος του ορίζοντα ξεπετάγονται μικρά λοφάκια με βαριές χαλύβδινες πόρτες. Το τοπίο θυμίζει κάτι μεταξύ σουρεαλιστικού αγροκτήματος και εγκαταλελειμμένης στρατιωτικής βάσης.

  • Στην πραγματικότητα πρόκειται για το xPoint, τη μεγαλύτερη κοινότητα καταφυγίων επιβίωσης στη Γη, η οποία ανταγωνίζεται σε έκταση τη νήσο του Μανχάταν, και περιέχει πάνω από 570 μπούνκερ.
  • Για τον Μάικλ και τη σύζυγό του, οι οποίοι μετακόμισαν εκεί τον Μάρτιο λίγο μετά το ξέσπασμα της πανδημίας, πρόκειται για τη νέα τους γειτονιά. «Είναι ακριβώς όπως το φανταζόμασταν», δηλώνουν με ευτυχία.

Το xPoint είναι μόλις μία από τις τρεις γιγάντιες «κοινότητες επιβίωσης» της Vivos, μιας εταιρείας που εδώ και πάνω από μία δεκαετία προσφέρει υπόγεια καταφύγια σε όσους θέλουν να κρυφτούν για να αποφύγουν κάποια μελλοντική βιβλική καταστροφή.

Για την τιμή των περίπου 35.000 δολαρίων, η Vivos περηφανεύεται πως προσφέρει άνετα καταφύγια σε μία από τις ασφαλέστερες περιοχές της Βόρειας Αμερικής, διαφημίζοντας το xPoint ως μια περιοχή «εξαιρετικά μακριά από όλα τα μεγάλα υδάτινα σώματα και τους πλησιέστερους γνωστούς πυρηνικούς και στρατιωτικούς στόχους, μα ταυτόχρονα μόλις ένα 24ωρο οδήγησης μακριά από τους κυριότερους αστικούς προορισμούς της χώρας».

Η ιδέα της κοινότητας που αυτοαποκαλείται «το εφεδρικό σχέδιο της ανθρωπότητας» ανήκει στον επιχειρηματία Ρόμπερτ Βισίνο, διευθύνοντα σύμβουλο της Vivos, ο οποίος αγόρασε την κοιλάδα που φιλοξενεί το xPoint έναντι εξευτελιστικά χαμηλής τιμής.

  • Τα πρώτα χρόνια, ο Βισίνο παραδέχεται πως τα μπούνκερ του δεν απολάμβαναν αρκετή δημοφιλία, και οι ελάχιστοι ενδιαφερόμενοι δίσταζαν να μετακομίσουν εκεί λόγω του φόβου της απομόνωσης και του κοινωνικού στίγματος.
  • Σήμερα, ωστόσο, οι πωλήσεις της Vivos έχουν παρατηρήσει μια αστρονομική αύξηση της τάξεως του 400%, ενώ ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας αναφέρει πως πλέον πουλάει κατά μέσον όρο ένα μπούνκερ την ημέρα. Καταλύτης, φυσικά, υπήρξε η πανδημία του κορωνοϊού.

Ανετο, σύγχρονο και… υπόγειο. Η καταστροφολογία που συνοδεύει την έξαρση του κορωνοϊού οδήγησε σε κατακόρυφη αύξηση της ζήτησης για υπόγεια καταφύγια. Η μεγαλύτερη κοινότητα καταφυγίων επιβίωσης βρίσκεται στην Αμερική και περιλαμβάνει 570 μπούνκερ σε μια έκταση περίπου όσο το Μανχάταν.

«Την πρώτη εβδομάδα της πανδημίας, οι εικόνες στην πόλη μας αντανακλούσαν ακριβώς αυτά που έχουν προβλέψει οι μεγάλοι συγγραφείς της επιστημονικής φαντασίας», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μάικλ, περιγράφοντας με τρόμο τους συνωστισμούς στα σούπερ μάρκετ και την απόγνωση που συναντούσε στους δρόμους του Χιούστον όπου κατοικούσε με τη σύζυγό του.

  • Εξηγεί πως εδώ και μερικά χρόνια εξέταζε το ενδεχόμενο μετακόμισης σε κάποια «κοινότητα επιβίωσης», και πως ο κορωνοϊός λειτούργησε ως απόδειξη για τους χειρότερούς του φόβους.
  • «Σήμερα, νιώθω μια ασύλληπτη γαλήνη και μια υπέροχη αίσθηση ασφάλειας», συμπληρώνει, προτού προσθέσει πως η πανδημία δεν τον απασχολεί πλέον καθώς, ακόμα και αν κάποιος φορέας κατέφτανε στο xPoint, τα ανεπτυγμένα φίλτρα εξαερισμού των μπούνκερ «θα σκότωναν κάθε μικρόβιο». Δηλώνει πλέον πανέτοιμος «για τα γεγονότα της Ημέρας της Κρίσεως και όλες τις απαισιόδοξες προβλέψεις των προφητών».

Η πρόσφατη δημοφιλία της κοινότητας xPoint δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο – αντιθέτως  ανταγωνιστές στον χώρο των «κοινοτήτων επιβίωσης» παρατηρούν τις πωλήσεις τους να τριπλασιάζονται. «Η αξιοπιστία των υπόγειων κοινοτήτων έχει, παραδόξως, ανέβει στα ύψη», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Λάρι Χολ, ιδιοκτήτης της εταιρείας Survival Condo Projects, η οποία συντηρεί γιγάντιες υπόγειες κατασκευές ικανές να φιλοξενήσουν δεκάδες χιλιάδες κατοίκους.

  • Οσο για τη Vivos, λόγω της αυξημένης ζήτησης, ετοιμάζει πλέον αύξηση των μπούνκερ της σε νέες κοινότητες στη Γερμανία και την Ασία. Μαζί με το επαυξημένο ενδιαφέρον, ωστόσο, έρχονται και οι αστρονομικές τιμές: τα νέα καταφύγια θα παρέχουν προστασία από κάθε πιθανή καταστροφή, έναντι του ποσού των 2 εκατομμυρίων δολαρίων.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.