Η Ευρώπη δεν θέλει πλέον να πολεμά για την Αμερική

  • Ωστόσο η ανάπτυξη απο-αμερικανοποιημένων στρατιωτικών δυνάμεων θα είναι δύσκολη.
Πλήθος ανθρώπων συνέρρευσε στις πύλες του αεροδρομίου της Καμπούλ τον προηγούμενο μήνα προκειμένου να φύγει από το Αφγανιστάν (Jim Huylebroek για τους The New York Times) 

 

ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ στο capital.gr

Αν ακούσει κανείς τη συζήτηση στην Ευρώπη για τη χαοτική υποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν, θα εντυπωσιαστεί από την ευρύτητα του λεξιλογίου που έχουν καλλιεργήσει οι Ευρωπαίοι με την πάροδο των αιώνων για να περιγράψουν μια στρατιωτική καταστροφή. Τα πρόσφατα γεγονότα έχουν χαρακτηριστεί ως “πανωλεθρία”, “χαμός”, “διάλυση”, “όλεθρος”, αλλά και ως “συντριβή”, “φιάσκο” και “ταπείνωση”.

Στο επίκεντρο του διαλόγου είναι το ερώτημα αν το μέγεθος της αποτυχίας είναι τέτοιο ώστε να πρέπει να εξεταστούν εκ νέου οι ευρω-αμερικανικές αμυντικές συμφωνίες. Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν ήταν μια επιχείρηση του ΝΑΤΟ, στην οποία συμμετείχε ο πυρήνας της διατλαντικής συμμαχίας όπως τον γνωρίζουμε από τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Η αμερικανική επιπολαιότητα έχει εξοργίσει τους Ευρωπαίους ηγέτες. Στη Γερμανία, ο Άρμιν Λάσετ, ο οποίος διεκδικεί να διαδεχθεί την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ επικρατώντας στις εθνικές εκλογές αυτό τον μήνα, κάνει λόγο για “τη μεγαλύτερη πανωλεθρία που έχει υποστεί το ΝΑΤΟ από την ίδρυσή του”.


Η εκτίμηση του κ. Λάσετ αντικατοπτρίζει κάτι περισσότερο από τα πάθη της προεκλογικής περιόδου. Τη συμμερίζονται και άλλες χώρες. Η ανικανότητα του Μπάιντεν ξεπέρασε την Τραμπική απάθεια τεσσάρων ετών. Όπως παρατήρησε πρόσφατα ο Adrien Jaulmes, Γάλλος πολεμικός ανταποκριτής, οι κ. κ. Τραμπ και Μπάιντεν έστειλαν από κοινού “το μήνυμα στους συμμάχους και αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών ότι οι δεσμεύσεις της Ουάσινγκτον δεν κρατάνε για πάντα”.

Και στο παρελθόν έχουν υπάρξει περίοδοι δυσπιστίας μεταξύ ΗΠΑ και των συμμάχων τους στο ΝΑΤΟ. Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, διαφέρει η αντίδραση των Ευρωπαίων ηγετών όσον αφορά το χάος που επικρατεί στο Αφγανιστάν. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ο κομμουνισμός ήταν που πόλωνε την ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Οι κυβερνητικές ελίτ της Ευρώπης ήταν ως επί το πλείστον αντικομμουνιστικές. Το ένστικτό τους έλεγε να ενισχύσουν τους δεσμούς τους με τις -επίσης- αντικομμουνιστικές Ηνωμένες Πολιτείες, παραβλέποντας τις περιστασιακές επιφυλάξεις τους για την αμερικανική ανικανότητα, υπερβολή ή αλαζονεία. Και αυτό σήμαινε ενίσχυση του ΝΑΤΟ.

Σήμερα το ζήτημα που διχάζει τους Ευρωπαίους είναι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, ένα υπερ-κράτος σε εμβρυική ηλικία στο οποίο ανήκουν σχεδόν όλες οι χώρες της δυτικής Ευρώπης. H παγκοσμιοποίηση της οικονομίας έχει “σκιάσει” το εγχείρημα της ΕΕ και έχει προκαλέσει παρόμοιες συζητήσεις. Ορισμένοι βλέπουν την ΕΕ ως πηγή ευημερίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ άλλοι ως πηγή ανισότητας και αντιδημοκρατικού αυταρχισμού.

Σχεδόν σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα, οι άνθρωποι με προσόντα, οι μορφωμένοι και οι ισχυροί θέλουν “περισσότερη Ευρώπη”. Στον αντίποδα βρίσκονται οι υπερασπιστές του παραδοσιακού έθνους-κράτους, οι οποίοι θέλουν να προστατεύσουν τα δικαιώματα της Βουδαπέστης και της Βαρσοβίας -για παράδειγμα- από τα φιλόδοξα πλάνα των Βρυξελλών, της πρωτεύουσας της ΕΕ. Κοινωνιολογικά, αυτός ο διχασμός μοιάζει με εκείνον μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων στις ΗΠΑ.

Οι φιλόδοξοι φιλοευρωπαϊστές πολιτικοί, που επιδιώκουν να βρεθεί ένας βαθμός στρατιωτικής αυτονομίας για το μπλοκ, από καιρό επιθυμούν να μεταφερθούν όσο το δυνατόν περισσότερες κυβερνητικές αρμοδιότητες στις Βρυξέλλες. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε την επανεξέταση των διαδικασιών λειτουργίας του ΝΑΤΟ και θα χαλάρωνε -σχεδόν αναπόφευκτα- τους δεσμούς με τις ΗΠΑ, παρόλο που οι Ευρωπαίοι ηγέτες διαβεβαιώνουν τους Αμερικανούς αξιωματούχους πως αυτό δεν θα γινόταν.

Εντούτοις, στον απόηχο της πανωλεθρίας στο Αφγανιστάν, οι ηγέτες της ΕΕ έχουν αρχίσει να εξωτερικεύουν τα φιλόδοξα σχέδιά τους. Πριν λίγες ημέρες, ο Μπερνάρ Γκετά, ευρωβουλευτής με το κόμμα του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, κάλεσε τους Ευρωπαίους να βρουν ένα γεωστρατηγικό υποκατάστατο για τις ολοένα και πιο εσωστρεφείς Ηνωμένες Πολιτείες. Ο κ. Μακρόν φαίνεται πως θέλει να εκμεταλλευθεί τις πρόσφατες “γκάφες” ως πρόσχημα για την από-αμερικανοποίηση των ευρωπαϊκών στρατιωτικών μονάδων. Μιλώντας σε συνέδριο στη Βαγδάτη, μετά την κατάληψη της Καμπούλ από τους Ταλιμπάν, ο κ. Μακρόν τόνισε ότι η Γαλλία θα διατηρήσει τις δυνάμεις της στο Ιράκ για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας “ό,τι κι αν κάνουν οι Αμερικανοί”.

Ιταλία και Γερμανία συγκλίνουν πλέον προς την ίδια κατεύθυνση. Στα τέλη Αυγούστου, ο Πάολο Τζεντιλόνι, πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας και νυν Ευρωπαίος Επίτροπος για την οικονομία, δήλωσε: “Είναι πολύ παράδοξο, αλλά αυτή η πανωλεθρία θα μπορούσε να σημάνει μια νέα αρχή για την Ευρώπη”. Η κα Μέρκελ φέρεται να συμμετείχε σε συζητήσεις -εντός κύκλων της ΕΕ- για τη διατήρηση “προσωρινά ισχυρής παρουσίας” στην Καμπούλ.

Οι Ευρωπαίοι ιθύνοντες ανέκαθεν είχαν τέτοια φιλόδοξα σχέδια. (Το 1998, ο πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας Τόνι Μπλερ και ο Γάλλος πρόεδρος Ζακ Σιράκ εξέδωσαν τη δυσοίωνη “Διακήρυξη του Σαιν Μαλό”, με την οποία ζητούσαν τη δημιουργία μιας αυτόνομης ευρωπαϊκής δύναμης κρούσης). Αυτό που δεν είχαν ήταν η ευρεία συναίνεση στα σχέδιά τους. Η δημιουργία ενός στρατού που αρμόζει σε μια υπερδύναμη απαιτεί κολοσσιαίες δαπάνες. Λογικό ήταν να χρησιμοποιείται ο αμερικανικός στρατός εφόσον ήταν διαθέσιμος, αντί να χρεοκοπήσει η Ευρώπη σε μια (μάλλον δονκιχωτική) προσπάθεια να τον αντιγράψει.

Οι ελίτ της ΕΕ αντιμετωπίζουν σήμερα ακόμη μία πρόκληση σε επίπεδο αξιοπιστίας. Οι υπουργοί Εσωτερικών του μπλοκ προσπάθησαν τις πρώτες ημέρες αυτού του μήνα να διαμορφώσουν ένα κοινό σύστημα προκειμένου να διαχειριστούν μια πιθανή μεγάλη μεταναστευτική ροή από το Αφγανιστάν. Το θέμα αποτελεί προτεραιότητα, όπως προτεραιότητα ήταν η μαζική -κατά εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων- μετανάστευση από τη Συρία το 2015, με την ΕΕ ωστόσο να μην βρίσκει βιώσιμη λύση.

Σε μια εποχή που οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Ευρωπαίοι θεωρούν τη μετανάστευση ως τη μεγαλύτερη απειλή για την ασφάλειά τους, η φήμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για νομικισμό και ολιγωρία δεν εμπνέει εμπιστοσύνη ότι μπορεί να υιοθετήσει ακόμη πιο φιλόδοξα σχέδια. Το αντίθετο.

Και αυτό είναι που δυσκολεύει ακόμα περισσότερο τους υπέρμαχους μιας εναλλακτικής αμυντικής πολιτικής για την ΕΕ. Τα τελευταία 20 χρόνια, οι Ευρωπαίοι είδαν τις Ηνωμένες Πολιτείες να παρασύρουν την ΕΕ σε πολέμους όπου το μπλοκ δεν ήθελε να εμπλακεί και στη συνέχεια να ενδίδουν σε μια φανατική πολιτική κατά των ελίτ που κορυφώθηκε με την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Η απογοήτευση είναι αναμενόμενη. Και ασφαλώς η κατάρρευση του Αφγανιστάν θα την οξύνει.

Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Ένωση δύσκολα θα διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στο πλαίσιο των δυτικών αμυντικών συμμαχιών, κυρίως γιατί και η ίδια έχει προκαλέσει στους πολίτες της ένα τόσο έντονο αίσθημα δυσπιστίας για τις ελίτ όσο αυτό που έφερε τις ΗΠΑ στη σημερινή τους πορεία. Από αυτή την άποψη, τουλάχιστον, οι δυτικές χώρες είναι ενωμένες – ίσως πιο ενωμένες από όσο θα ήθελαν.

* Ο Κρίστοφερ Κάλντγουελ είναι αρθρογράφος στους New York Times και συντάκτης στο The Claremont Review of Books. Είναι συγγραφέας των βιβλίων “Reflections on the Revolution in Europe: Immigration, Islam and the West” και “The Age of Entitlement: America Since the Sixties”.

© 2021 Διατίθεται από το “The New York Times Licensing Group”