Γιατί -ξανά- έκλεισε το «Έθνος»; Γιατί και πότε ξανάνοιξε;

Γιατί -ξανά- έκλεισε το «Έθνος»; Γιατί και πότε ξανάνοιξε

Toυ Γ. Λακόπουλου

«Πάρτε το Έθνος στα χέρια σας». Με αυτό το σλόγκαν λανσάρισε  το 1981 η οικογένεια Μπόμπολα την επανέκδοση της ιστορικής εφημερίδας «Έθνος» που εξέδιδαν προδικτατορικά οι οικογένειες Κυριαζή και  Νικολόπουλου και υπήρξε  φυτώριο ανάδειξης σπουδαίων δημοσιογράφων. Πάντα στο πλαίσιο της δημοκρατικής παράταξης και στην Αποστασία υπέρ του Γέρου και κατά του Μητσοτάκη.

Ήταν το πρώτο μεγάλο  μιντιακό «πρότζεκτ» της Μεταπολίτευσης καθώς εισήγαγε το  άγνωστο ως τότε «ταμπλόιντ»,  υπό τη διεύθυνση του πολύπειρου  Αλ. Φιλιππόπουλου.

Η εφημερίδα επιχειρούσε να ανταγωνιστεί την τηλεόραση που απειλούσε, κατά την κρατούσα γνώμη της εποχής, τον Τύπο δια της εικόνας.  Προσπάθησε να την ανταγωνιστεί  με τα ίδια της τα όπλα: την εικόνα.  Μεγάλες φωτογραφίες και μικρά κείμενα, συχνά απλώς κειμενολεζάντες.

Στην ουσία ήταν η πρώτη πισώπλατη μαχαιριά στη δημοσιογραφία, αφού υποβάθμισε την αξία του γραπτού κείμενου στην ενημέρωση και μετακίνησε το κέντρο βάρους  από την εγκυρότητα στον εντυπωσιασμό.

Για να υπηρετηθεί το μοντέλο αναζητήθηκαν άνθρωποι από το δρόμο και έγιναν δημοσιογράφοι για να εξελιχθούν αργότερα σε στελέχη των εφημερίδων και να τις επιχρωματίσουν αρνητικά.

Για την ακρίβεια ήταν η δεύτερη καθώς είχε προηγηθεί η ιδέα των «μικροπολιτικών», που νομιμοποίησε στον ελληνικό τύπο την ανωνυμογραφία.

Εκδοτικά το εγχείρημα καβάλησε το ρεύμα της Αλλαγής και θριάμβευσε, παρά τις προσπάθειες των άλλων εκδοτών να το ανακόψουν  πριν το υιοθετήσουν.

Επιχειρηματικά έπαιξε ρόλο σε μια περίοδο μεταβάσεων, που χαρακτηρίσθηκε από τις «προσφορές» και κλονίσθηκε από το φαινόμενο Κοσκωτά που μετέφερε  -με κλεμμένα λεφτά- την αμερικάνικη έκδοση της δημοσιογραφίας.

Το Έθνος ανέλαβε την εμπροσθοφυλακή της επίθεσης των παραδοσιακών εκδοτών κατά του Ανδρέα Παπανδρέου που ξεκίνησε ο Κίτσος Τεγόπουλος, ξετρυπώνοντας  την απάτη από τους ίδιους τους ισολογισμούς του Κοσκωτά.

Υπό τη διεύθυνση του Φιλιππόπουλου -πάντα μεγάλου μάνατζερ του ελληνικού τύπου πριν καν μεταφερθεί ο όρος στα καθ’ ημάς-  προκειμένου να πολεμήσει τον «απατεώνα» Ανδρέα Παπανδρέου κατέλυσε κάθε έννοια δεοντολογίας.

Αργότερα  οι γωνίες στρογγύλεψαν και το  Έθνος έγινε πλάι εφημερίδα φιλική στο ΠΑΣΟΚ,  υπερασπιζόμενη τον Σημίτη και τον επόμενο Παπανδρέου.

Παρέμεινε όμως αυτό που ήταν εξ αρχής: μοχλός πίεσης και χειραγώγησης  των πολιτικών υπέρ των εργολαβιών της οικογένειας, ξιφουλκώντας εναντίον όσων είχαν αντίρρηση- έχοντας ήδη ενισχυθεί με τη συμμετοχή στο τηλεοπτικό πάρτι της αυθαιρεσίας.

Όταν ο Κώστας Καραμανλής  προσπάθησε να βγάλει την οικογένεια από την τηλεόρασή με τον «βασικό μέτοχο»- 0 Μπόμπολας  τρόμαξε και έσπευσε να πουλήσει στους Αγγελόπουλους, αλλά στη πορεία επέστρεψε και ο τότε Πρωθυπουργός κατάλαβε τι εστί βερίκοκο για όποιον εναντιώνεται στη διαπλοκή. Το δόγμα του Γερο-Μπόμπολα ήταν«δεν μας νοιάζει ποιος είναι Πρωθυπουργός, αρκεί να κάνει ό,τι του λέμε». 

Στη συνέχεια -και καθώς οι εργολαβίες μειώνονταν, ειδικά με το τέλος της Ολυμπιάδας- το Έθνος έπαθε ότι το Μέγκα: κρίση αξιοπιστίας,  προσπαθώντας να ανοίξει το δρόμο των Μπομπολαίων σε άλλες δραστηριότητες. Τελικά κατέρρευσε παρά την απόπειρα σύμπραξης με τον ΔΟΛ του Σταύρου Ψυχάρη.

Για να παρατείνει τον βίο του ακολουθούσε, όπως και άλλοι εκδότες-τη μέθοδο να παίρνει δάνεια που δεν  αποπλήρωνε. Τελικά η  ιδιοκτησία προτίμησε να αφήσει την εφημερίδα να κλείσει παρά να  διαθέσει από τα κερδισμένα για να τη σώσει. Όπως συνέβη και στο Μέγκα.

Για να μην τα πολυλογούμε το  «Έθνος» -και ο «Πήγασος» συνολικά- θάφτηκε κάτω από τα ερείπια της αποδυνάμωσης των ιδιοκτητών της  που για να μην βάλουν το χέρι στην τσέπη αποχώρησαν από τα ΜΜΕ. Μέχρι που βρέθηκε στα χέρια του Σαββίδη, ύστερα από την αποτυχία του να αποκτήσει τον ΔΟΛ.

Σ’ αυτό το σημείο υπάρχουν σκιές. Ποιος ακριβώς απέκτησε την εφημερίδα, για λογαριασμό τίνος και για ποιο σκοπό  δεν υπήρξε ποτέ διαυγές. Έμεινε η αίσθηση ότι ήταν «κίνηση» του ΣΥΡΙΖΑ-  την οποία ανέλαβε να υλοποιήσει, ως εφημερίδα, ο δραστήριος  Δημ. Μάρης, δίκην υπεργολάβου.

Κάποια  φιλότιμα στελέχη της δημοσιογραφίας, όπως ο έμπειρος Τραϊανός Χατζηδημητρίου και ο νεότερος Μάνος Χωριανόπουλος, ανέλαβαν να  στήσουν την εφημερίδα στο ιστορικό της βάθρο. Δεν συνέβη ποτέ γιατί υπήρχε ένα θεμελιώδες πρόβλημα: το ιδιοκτησιακό.

Κάποια στιγμή ο Μάρης επιχείρησε να την αποκτήσει καθ’ ολοκληρία για να απαλλαγεί από τους περιορισμούς του  Σαββίδη. Δεν βρήκε ανταπόκριση και αποχώρησε, ενώ ο Σαββίδης ανέλαβε να κάνει μια δουλειά που δεν ήξερε: να γίνει εκδότης.

Αλλά χωρίς γραμμή, χωρίς  πολιτική ταυτότητα και χωρίς ψυχή, η εφημερίδα -παρότι είχε αξιόλογους δημοσιογράφους-καταδικάσθηκε  να μείνει στο περιθώριο.  Στην τελευταία φάση της παράπαιε πολιτικά και δημοσιογραφικά αναδεικνύοντας καθημερινά  τις …120 δόσεις σε  χρυσόμαλλο δέρας της  δημοσιογραφίας.

Στη συνείδηση της δημοκρατικής παράταξης δεν πήρε ποτέ τη θέση των «Νέων», όταν μετακινήθηκαν στο απέναντι μπαλκόνι. Μια εφημερίδα που δεν ξέρει γιατί υπάρχει και τι πρέπει να κάνει για να το  υπηρετήσει είναι σαν να μην εκδόθηκε ποτέ.

Το Έθνος που κρεμάστηκε στα περίπτερα ως τίτλος το 1913, το έκλεισαν μια φορά οι  Γερμανοί το 1941  και άλλη μια φορά η Χούντα το 1970. Έγινε πρωταγωνιστής  στον εκδοτικό χώρο με την επανέκδοση του το 1981, αλλά  κατέρρευσε  τριάντα χρόνια αργότερα  γιατί δεν είχε να προσφέρει άλλες υπηρεσίες στους ιδιοκτήτες του.

Τώρα πέθανε οριστικά γιατί το τελευταίο αφεντικό δεν ήξερε καν τι υπηρεσίες προσδοκούσε και ποια κατεύθυνση να πάρει. Και πεθαίνοντας αποκάλυψε και την παταγώδη αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ στο χώρο των ΜΜΕ.