Γιατί τα επιπλέον 648.000 βαρέλια του ΟΠΕΚ δεν θα ρίξουν τις τιμές του πετρελαίου (Μαίρη Βενέτη)

  • Μετά από πολύμηνες διεθνείς πιέσεις ο OPEC+ ενέδωσε επιτέλους!

Κατά τη χθεσινή συνεδρίαση τα μέλη του καρτέλ αποφάσισαν να αυξήσουν τα επίπεδα παραγωγής πετρελαίου, ώστε να αντισταθμιστούν οι ελλείψεις στην αγορά που αναμένονται από τη μείωση της παραγωγής της Ρωσίας ως απόρροια του μερικού εμπάργκο στο ρωσικό αργό που αποφάσισε η ΕΕ και να περιοριστεί το ράλι στις τιμές.

Πιο συγκεκριμένα, το καρτέλ συναίνεσε σε μια αύξηση της παραγωγής κατά 648.000 βαρέλια την ημέρα για τους μήνες του Ιουλίου και του Αυγούστου.

Πρόκειται για μια αύξηση της τάξης του 50% σε σχέση με τον πρότερο μετριοπαθή ρυθμό αυξήσεων της τάξεως των 432.000 βαρελιών την ημέρα, στο πλαίσιο της συμφωνίας για σταδιακή αποκατάσταση των περικοπών που εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια των πρώτων lockdowns, όταν η ζήτηση είχε βυθιστεί.

Τα μέλη του καρτέλ προφανώς και κινητοποιήθηκαν από το έκτο πακέτο κυρώσεων της ΕΕ προς τους ρωσικούς υδρογονάθρακες, αναγνωρίζοντας ότι η ήδη μειωμένη κατά 1 εκατομμύριο βαρέλια/ημέρα παραγωγή της Ρωσίας ενδεχομένως να υποστεί νέα καθίζηση κατά τα τέλη του 2022, όταν θα αρχίσει να εφαρμόζεται το εμπάργκο στο ρωσικό πετρέλαιο.

Γι’αυτό άλλωστε η συνεδρίαση ολοκληρώθηκε στον χρόνο ρεκόρ των 11 λεπτών, με τα μέλη του καρτέλ να αποφασίζουν ότι θα μοιραστούν την αύξηση παραγωγής από κοινού και αναλογικά, ακόμα και τα κράτη που μέχρι τώρα δεν είχαν ανταποκριθεί στις συμφωνηθείσες αυξήσεις, όπως η Ανγκόλα, ή η Νιγηρία.

Γιατί δεν έπεσαν οι τιμές

Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του πετρελαίου κινήθηκαν υψηλότερα μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας, παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι θα περίμεναν αποκλιμάκωση.

Καταρχάς, μια μικρή αποκλιμάκωση των τιμών ενδεχομένως να την δούμε πράγματι τις επόμενες ημέρες. Γιατί όμως μιλάμε για σχετικά μικρή αποκλιμάκωση;

Η αύξηση της παραγωγής του ΟPEC+καλύπτει περίπου το 0,65% της παγκόσμιας ζήτησης, καθώς σύμφωνα με τις προσδοκίες του OPEC η ζήτηση του «μαύρου χρυσού» για όλο το 2022 θα κινηθεί πέριξ στα 100,29 εκατ. βαρέλια την ημέρα, ενώ λίγο χαμηλότερα είναι οι προσδοκίες της ΙΕΑ, πέριξ των 99,4 εκατ. βαρέλιων την ημέρα.

Σε ό,τι αφορά τώρα το κενό από την παραγωγή της Ρωσίας, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΙΕΑ η ρωσική παραγωγή θα μειωθεί κατά περίπου 3 εκατ. βαρέλια την ημέρα λόγω των διεθνών κυρώσεων.

Ποιο είναι το συμπέρασμα λοιπόν; Η αύξηση που μας ανακοίνωσε χθες ο OPEC αν και γενναία, πιθανότατα να μην καλύψει το χάσμα μεταξύ ζήτησης και προσφοράς.

Επιπλέον υπάρχει άλλος ένας κίνδυνος. Μπορεί οι χώρες – μέλη του ΟPEC να ανέλαβαν από κοινού και αναλογικά την αύξηση της παραγωγής πετρελαίου, όμως δεν είναι σίγουρο ότι θα μπορέσουν να ανταπεξέλθουν όλες στο ποσοστό της αύξησης που τους αναλογεί, όπως άλλωστε δεν ανταπεξήλθαν αρκετές από αυτές και στις ποσοστώσεις που τους αναλογούσαν βάση της προηγούμενης αύξησης παραγωγής που είχε αποφασιστεί.

Ουσιαστικά μόνο η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν πρακτικά την δυνατότητα να προχωρήσουν άμεσα σε σημαντικές αυξήσεις της παραγωγής τους.

Η πραγματική αύξηση της ροής του πετρελαίου λοιπόν ενδεχομένως να είναι αρκετά μικρότερη, από αυτή που αποφασίστηκε την Πέμπτη το απόγευμα.

Γιατί όλα τα μέτρα θα αποδειχθούν πρόσκαιρα

Η ελλειμματική προσφορά πετρελαίου δεν είναι ένα φαινόμενο που παρουσιάστηκε τους τελευταίους μήνες.

Πριν τον πόλεμο στην Ουκρανία, η παγκόσμια προσφορά υπολειπόταν ήδη της ζήτησης κατά 900.000 βαρέλια την ημέρα. Ο λόγος; Καθώς ο πλανήτης επιτάχυνε το σχέδιο του προς την πράσινη μετάβαση, μειώθηκαν δραματικά οι επενδύσεις στην εξόρυξη πετρελαίου προκειμένου να κατευθυνθούν στις πράσινες τεχνολογίες.

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία συνέπεσε με αυτή την επιτάχυνση και έτσι βρισκόμαστε πλέον αντιμέτωποι με τον κίνδυνο να ανοίξει επικίνδυνα η ψαλίδα προσφοράς και ζήτησης.

Αρκεί να αναφέρουμε ότι η Ρωσία παρήγαγε καθημερινά σχεδόν 11 εκατ. βαρέλια αργού πετρελαίου.Το ήμισυ αυτής της παραγωγής το χρησιμοποιούσε για εσωτερική κατανάλωση, ενώ εξήγαγε 5 έως 6 εκατ. βαρέλια.

Ο ΙΕΑ όπως αναφέραμε υπολογίζει ότι λόγω των κυρώσεων τα 3 εκατομμύρια εξ’αυτών θα βγουν εκτός παραγωγής το 2022, με το ένα εκατομμύριο να έχει ήδη… «πετάξει».

Ακόμα και αν επιστρατευτεί λοιπόν η παραγωγή του Ιραν ή της Βενεζουέλας ή τα αποθέματα των ΗΠΑ- σημαντικό ποσοστό των οποίων ήδη «επιστρατεύθηκε»- το πρόβλημα της προσφοράς θα παραμείνει στο τραπέζι.

Την απάντηση την έχουν οι χώρες όπως η Σαουδική Αραβία που μπορούν να αυξήσουν άμεσα την προσφορά τους. Όμως από τη δική της την πλευρά, η αύξηση στην παραγωγή θα πρέπει να παραμένει πίσω από τη ζήτηση, προκειμένου οι τιμές να παραμένουν ψηλά και τα έσοδα της Aramco δυνατά. Βλέπετε, η Σαουδική Αραβία πρέπει να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση των επενδύσεων και για τη δική της ενεργειακή μετάβαση.

Οι σχιστολιθικοί παραγωγοί των ΗΠΑ από την άλλη, θα μπορούσαν επίσης να δώσουν μια λύση στο πρόβλημα. Όπως θα δούμε όμως παρακάτω και αυτοί χρειάζονται κάποια επίπεδα τιμών για να τους συμφέρει η παραγωγή.

Υψηλές τιμές ενέργειας για μήνες

Η τρέχουσα ενεργειακή κρίση μας βρήκε με περιορισμένη δυνατότητα να αυξήσουμε άμεσα την προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου λόγω των μειωμένων επενδύσεων τα τελευταία χρόνια.

Κακά τα ψέματα, θα χρειαστεί χρόνος. Και ο χρόνος αυτός μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος ενεργειακών πόρων μέχρι να μπορέσουμε να ανεβάσουμε εκ νέου την παραγωγή.

Μόλις μπορέσει η σχιστολιθική κυρίως παραγωγή να αντικαταστήσει σε διεθνές επίπεδο, τα ρώσικα βαρέλια που φεύγουν από την αγορά, τότε θα αρχίσουν οι τιμές της ενέργειας να προσεγγίζουν τα προ του πολέμου επίπεδα. Προσέξτε όμως, κατά την άποψη της στήλης όχι δραματικά χαμηλότερα από τα ήδη αυξημένα επίπεδα τιμών που είχαμε στο β εξάμηνο του 2021.

Βλέπετε, χρειάζονται συγκεκριμένα επίπεδα τιμών πάνω από τα οποία οι σχιστολιθικοί παραγωγοί να έχουν κίνητρο να παράγουν.

Θα αναρωτιέται κανείς κατά πόσο όλα αυτά μεταφράζονται σαν ένα μεγάλο και ίσως επικίνδυνο πισωγύρισμα στους ενεργειακούς μας στόχους για απανθρακοποίηση προκειμένου να αντιμετωπίσουμε έγκαιρα την κλιματική αλλαγή.

Η απάντηση είναι αρνητική. Η ενεργειακή μετάβαση όχι μόνο θα συνεχίσει αλλά θα επιταχυνθούν όπως είδαμε και στο σχέδιο της Ευρώπης REPowerEU οι επενδύσεις για τις ΑΠΕ, για αποθήκευση ενέργειας, πράσινο υδρογόνο κ.ο.κ.

Ο λόγος θα το ξαναπούμε, δεν είναι μόνο η ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία ή η προστασία του πλανήτη από την κλιματική αλλαγή.

Μπορεί να έχει επικοινωνηθεί ότι οι ρίζες της ανάγκης για αλλαγή στο ενεργειακό μίγμα βρίσκονται στην κλιματική αλλαγή, αυτό όμως είναι ένα κομμάτι της αλήθειας.

Το άλλο εντοπίζεται στο γεγονός ότι το πετρέλαιο αρχίζει να… τελειώνει. Ως εκ τούτου, αναγκαζόμαστε να πηγαίνουμε ολοένα και βαθύτερα για την άντληση του, κάτι που αυξάνει κάθετα το κόστος εξόρυξης.

Το σχιστολιθικό πετρέλαιο από την άλλη πέραν ότι μολύνει το περιβάλλον έχει αυξημένο κόστος διύλισης σε σχέση με το «ελαφρύτερο» πετρέλαιο της Σαουδικής Αραβίας.

Η απομάκρυνση από τον άνθρακα λοιπόν θα ήταν ούτως ή άλλως απαραίτητη ακόμα και αν το κλίμα του πλανήτη είχε αποδειχθεί ανθεκτικότερο ή Ρωσία δεν είχε ποτέ εισβάλλει στην Ουκρανία.

Η πράσινη μετάβαση όμως προϋποθέτει καινοτομία και επενδύσεις που έχουν κόστος.

Ταυτόχρονα, μέχρι να ολοκληρωθεί η πράσινη μετάβαση και επειδή το κλίμα του πλανήτη έχει ήδη αρχίσει να μεταλλάσσεται επικίνδυνα, οι ενεργειακές μας γέφυρες – φυσικό αέριο σε πρώτο πλάνο αλλά και πετρέλαιο και συγκυριακά ο λιγνίτης – θα πρέπει να συνοδεύονται από έργα δέσμευσης άνθρακα από την ατμόσφαιρα, προκειμένου να μην επιβαρυνθεί δραματικά εκ νέου το κλίμα. Τα έργα αυτά επίσης θα αυξήσουν το κόστος.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία λοιπόν ήταν άλλη μια αρνητική συνισταμένη σε ένα πλήθος παραγόντων που θα αύξαναν ούτως ή άλλως το κόστος της ενέργειας.

Από οποια οπτική γωνία και αν το δούμε, θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε με υψηλότερες τιμές ενέργειας για κάποια χρόνια. Είναι όμως μια «θυσία» που θα πρέπει να γίνει μέχρι ο ήλιος και ο άνεμος να αποτελέσουν το κύριο και προπαντός σταθερό ενεργειακό μίγμα του πλανήτη.

Η «θυσία» αυτή βέβαια, όπως ήδη έχουν αρχίσει να ενημερώνουν τους πολίτες τους κάποιοι αρχηγοί κρατών, χρειάζεται τη συμμετοχή όλων μας. Τα πρότυπα κατανάλωσης θα πρέπει θεμελιωδώς να αλλάξουν. Αυτό σημαίνει ότι η ωφέλεια των αγαθών που θα αγοράζουμε θα πρέπει να συναύδει όχι μόνο με τις πραγματικές ανάγκες μας αλλά και με τις ανάγκες του πλανήτη. Ακόμα και αν αυτό σημαίνει λιγότερη – άρα επιλεκτικότερη – κατανάλωση και ενεργειακή αυτάρκεια κάθε νοικοκυριού ξεχωριστά.

Δεν θα αλλάξουν όμως μόνο τα πρότυπα κατανάλωσης. Μαζί τους θα αλλάξει και η βιομηχανία και το μάρκετινγκ.

Οι διεθνείς αγορές θα έχουν και αυτές το δικό τους μερίδιο αλλαγής. Το χρήμα εκ των Κεντρικών Τραπεζών πλέον θα πρέπει να γίνει επένδυση στην καινοτομία και στην παραγωγή και όχι αγορές ιδίων και υψηλά μερίσματα για τους μετόχους. Στην ουσία, ένα μεγάλο μέρος του μερίσματος θα πρέπει εφεξής να έχει κοινωνικό και περιβαλλοντικό πρόσημο.

Άλλοι καιροί, άλλα ήθη και έθιμα…

********

Αποποίηση Ευθύνης

Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, ουδεμία διασφάλιση δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.