Γιατί χάνεις; Γιατί κερδίζεις; Τα συνηθέστερα λάθη των επενδυτών (08/11)

Γιατί χάνεις; Γιατί κερδίζεις;

Γιάννης Σιάτρας

  • Τα συνηθέστερα λάθη των επενδυτών

Έχουν περάσει είκοσι χρόνια -και μία μεγάλη κρίση- από εκείνο το απίστευτο καλοκαίρι, όταν το Χρηματιστήριο κάλπαζε με φρενήρεις ρυθμούς και ο δείκτης ανέβαινε καθημερινά κατά εκατοντάδες μονάδες. Από εκείνο το καλοκαίρι όπου οι χρηματιστηριακοί κωδικοί άνοιγαν κατά χιλιάδες κάθε μέρα, όπου σε κάθε γειτονιά ξεφύτρωνε μία ΕΛΔΕ με πολυτελείς αίθουσες συναλλαγών όπου κάθε μέρα μαζεύονταν οι νεόκοποι επενδυτές για να “παίξουν” τις μετοχές τους και να τζογάρουν τα λεφτά τους -άλλα βγαλμένα με ιδρώτα, άλλα δανεισμένα- και για να ζήσουν το “όνειρο”. Ένα όνειρο που τόσο απλόχερα, αλλά και απερίσκεπτα, φαινόταν να τους προσφέρει η σπάνια συγκυρία και ο μοναδικός συνδυασμός μίας μεγάλης χρηματιστηριακής ανόδου σε μία κοινωνία που, αμέριμνα και με πλήρη άγνοια του κινδύνου, μπλέχτηκε σε ένα παιχνίδι που δε γνώριζε και το οποίο θα μπορούσε να την καταστρέψει. Ώσπου τελικά την κατέστρεψε.

Μία τεράστια ποσότητα πλούτου, είτε άλλαξε χέρια, είτε -στο μεγαλύτερο μέρος της- εξαϋλώθηκε. Ο πλούτος αυτός έλειψε πάρα πολύ από τη χώρα. Έλειψε από την κατανάλωση, από τις επενδύσεις και την παραγωγή. Και σε αντικατάστασή της, άνοιξαν οι κρουνοί των δανείων, για να χρηματοδοτηθεί η “ωραία ζωή” και η άλλη μεγάλη φούσκα, των ακινήτων, που θέριεψε στη δεκαετία του 2000 και που συνέβαλε στο να οδηγηθεί η χώρα, λίγα χρόνια αργότερα, στην τραγική της κατάληξη.

Έχουν περάσει είκοσι χρόνια, έχω παρακολουθήσει εκπομπές, έχω διαβάσει άρθρα και βιβλία, έχω κάνει αναρίθμητες συζητήσεις και ακόμη δεν έχω καταλάβει αν, ο μέσος “χαμένος επενδυτής του ‘99” κατανόησε τελικά τί έφταιξε και έχασε, πέραν από “τα λαμόγια”, “τα παιχνίδια”, “τον Σημίτη” ή κάθε άλλο που απερίσκεπτα και ασύνδετα παπαγαλίζει.

Ο κόσμος που έχασε το 1999 ή στα χρόνια που ακολούθησαν, δεν έχασε επειδή κάποιοι αποφάσισαν να στήσουν σε βάρος του κάποιο “μεγάλο κόλπο”. Η άνοδος των ετών εκείνων δεν οφείλεται σε κάποιους “βρόμικους μηχανισμούς”, αλλά σε μία σπάνια εσωτερική και διεθνή συγκυρία που, όταν -για διάφορους λόγους- συμβαίνει, διασκορπά στις κοινωνίες ενθουσιασμό και αισιοδοξία. Μία αντανάκλαση της θετικής αυτής κατάστασης είναι και η -συνήθως ταυτόχρονη- άνοδος των τιμών και των δεικτών σε όλες τις χρηματιστηριακές αγορές, οι οποίες άλλωστε “συγκοινωνούν” και συσχετίζονται μεταξύ τους.

Βεβαίως, η τότε Κυβέρνηση, ανοήτως, προσπάθησε να εμπλακεί στην άνοδο και να την εκμεταλλευθεί πολιτικά, αλλά και ο διοικητικός μηχανισμός φάνηκε αδύναμος και θεσμικά ανεπαρκής για να διαχειριστεί τους ρυθμούς των εξελίξεων. Όμως, το ότι ένα μεγάλο μέρος όσων ασχολήθηκαν τότε έχασαν, δεν οφείλεται στη διοικητική αδυναμία ή στη θεσμική ανεπάρκεια. Οφείλεται στη δική τους λανθασμένη συμπεριφορά. Όπως και όσοι κέρδισαν -επειδή πολλοί κέρδισαν- το πέτυχαν όχι τόσο από τύχη ή επειδή ήταν μυημένοι στο “μεγάλο κόλπο”, αλλά λόγω των σωστών αποφάσεων που πήραν. Αυτή τη συμπεριφορά θέλουμε να ξαναδούμε και να την αναλύσουμε, προσαρμόζοντάς την στο σήμερα.

Στην περίοδο που διανύουμε, έχει ήδη ξεκινήσει ένας νέος μακροχρόνιος κύκλος για την ελληνική οικονομία και το Χρηματιστήριο της Αθήνας. Καθώς -σταδιακά και μέσα από διακυμάνσεις- οι τιμές των μετοχών θα κινούνται ανοδικά, κάποιοι από το παρελθόν, αλλά και ένα νέο κοινό, θα ενδιαφερθούν και πάλι για τη χρηματιστηριακή αγορά. Είναι χρήσιμο να ξαναδούμε και να επισημάνουμε ποιά είναι τα λάθη που μπορούν, σ’ αυτή τη φάση, να οδηγήσουν κάποιον σε ζημιές, ή και ποιά είναι η συμπεριφορά που μπορεί να οδηγήσει κάποιον σε κέρδη. Ή και γενικότερα, τί πρέπει να κάνει κάποιος και τί πρέπει να αποφεύγει, ώστε να δει το Χρηματιστήριο σα μία μοναδική, ευχάριστη και κερδοφόρα εμπειρία.

Το θέμα “γιατί χάνεις – γιατί κερδίζεις” το είχαμε παρουσιάσει σε ειδικά σεμινάρια την περίοδο 2006 – 2008, αλλά και διάφορες εκδηλώσεις στα πλαίσια των χρηματοοικονομικών εκθέσεων “Money Show”. Τότε όμως ίσως να ήταν πολύ νωρίς, επειδή -όπως αποδείχθηκε- ο χρηματιστηριακός “χειμώνας” για τη χώρα μας ήταν μακρύς και βαρύς.

Σήμερα, η αγορά δείχνει να αλλάζει ρότα. Και ενδεχομένως -έτσι τουλάχιστον υποστηρίζουμε επί περισσότερο από ένα χρόνο- να εισέρχεται ή να έχει εισέλθει σε μία νέα ιστορική φάση και ένα νέο μακροχρόνιο κύκλο (δείτε σχετικά το τεύχος 199). Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να το ξαναδούμε το θέμα της επενδυτικής συμπεριφοράς και των πράξεων που οδηγούν σε ζημιές.

Τί είναι “κέρδος” στο χρηματιστήριο;

Η απάντηση στην ερώτηση “τί είναι κέρδος”, είναι απλοϊκή και εύκολη. Στο χρηματιστήριο, η απάντηση στο “τί είναι κέρδος” είναι ακόμη πιο εύκολη: είναι η αποφυγή της ζημιάς!

Στο χρηματιστήριο το δύσκολο είναι να αποφεύγεις τις ζημιές. Και σ’ αυτό θα πρέπει κάποιος να εκπαιδεύεται. Όταν κατορθώνει να μην έχει ζημιές, τότε είναι ας είναι βέβαιος ότι θα κερδίσει -ίσως να κερδίσει και πάρα πολλά- αφού, κάποια στιγμή, η “χρηματιστηριακή παλίρροια” θα ανεβάσει την αξία του χαρτοφυλακίου του.

Για το λόγο αυτό, στον παρόν άρθρο, δίνουμε μεγαλύτερη σημασία και αναφερόμαστε περισσότερο στα “λάθη” και στην αποφυγή των ζημιών, παρά στα “σωστά”, επειδή τελικά, το “σωστό” επιτυγχάνεται αυτόματα, όταν κάποιος δεν κάνει το “λανθασμένο”.

Οι παράγοντες που προκαλούν τις ζημιές ή τα κέρδη

Η επί πολλά χρόνια μελέτη και έρευνα του χρηματιστηριακού χώρου και κυρίως η προσωπική εμπειρία δεκαετιών, έχουν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι, οι βασικοί παράγοντες που θα πρέπει να χειριστεί κατάλληλα ένας επενδυτής ή συναλλασσόμενος  (*), κατά σειρά σπουδαιότητας, είναι:

α) η σωστή επιλογή του χρόνου (timing)

β) η σωστή τακτική

γ) η σωστή επιλογή μετοχών

Δε γνωρίζω εάν θα μπορούσαμε να βάλουμε κάποιο συγκεκριμένο “συντελεστή σπουδαιότητας” δίπλα σε κάθε παράγοντα, ή και αν βάζαμε, θα το κάναμε αυθαίρετα. Όμως, είναι βέβαιο ότι, η σωστή επιλογή του χρόνου για την πραγματοποίηση της πράξης ή της “εισόδου” και της “εξόδου” στην αγορά, είναι το πιο σημαντικό στοιχείο που οδηγεί στην επιτυχία ή στην αποτυχία. Αυτό ισχύει περισσότερο σε μία αγορά “νευρική” και με μεγάλες διακυμάνσεις, όπως η ελληνική. Θα μπορούσαμε να εκτιμήσουμε ότι ο παράγοντας του σωστού χρόνου (timing) θα μπορούσε να έχει συντελεστή που φθάνει μέχρι και το 50%. Το ποσοστό αυτό μπορεί να διαφέρει από χρηματιστήριο σε χρηματιστήριο (είναι υψηλότερο σε αγορές με μεγάλες διακυμάνσεις και μικρότερο σε αγορές με μικρές και χρονικά σύντομες διακυμάνσεις), όμως είναι γενικά παραδεκτό ότι είναι σημαντικός και για πάρα πολλούς, ο πιο σημαντικός.

Η τακτική έχει να κάνει με τη συγκεκριμένη μέθοδο (σειρά ενεργειών) που ακολουθεί κάποιος για την επίτευξη του επενδυτικού του σκοπού: ποιό είναι το ύψος του κεφαλαίου που κάποιος δεσμεύει για την επενδυτική ή τη συναλλακτική του δραστηριότητα, ο τρόπος που κινείται και η συχνότητα των συναλλαγών, η οικονομική και -κυρίως- η ψυχολογική- διαχείριση των ζημιών ή των κερδών, η χρήση ή όχι παραγώγων και γενικότερα το επίπεδο του αναλαμβανόμενου κινδύνου κλπ. Αρκετά αυθαίρετα, αλλά σίγουρα όχι λανθασμένα, στον παράγοντα τακτική, θα  μπορούσαμε να προσδιορίσουμε ένα συντελεστή γύρω στο 30% ως υπεύθυνου για την επιτυχία ή την αποτυχία του συναλλασσόμενου.

Τέλος, η επιλογή των μετοχών, είναι επίσης πολύ σημαντική και έχει να κάνει με τα κριτήρια που κάποιος επιλέγει μετοχές για το χαρτοφυλάκιό του. Στον παράγοντα αυτόν κατατάσσονται θέματα όπως, τα θεμελιώδη στοιχεία των εταιριών, η εμπορευσιμότητα των μετοχών, η “επιθετικότητα” κλπ. Όσο και εάν φαίνεται παράξενο, θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε ότι ο παράγοντας αυτός ευθύνεται σε ποσοστό 20% έως 25% για το επιτυχές ή όχι αποτέλεσμα σε μία περίοδο συναλλαγών.

Θα πρέπει βεβαίως να επισημάνουμε ότι, ο βαθμός της σπουδαιότητας του κάθε παράγοντα, εξαρτάται από τη χώρα και τη χρηματιστηριακή αγορά στην οποία κάποιος δραστηριοποιείται επενδυτικά. Για παράδειγμα, σε μία χώρα όπου η οικονομική ανάπτυξη είναι σταθερά υψηλή και χωρίς ιδιαίτερες διακυμάνσεις (π.χ. οι ΗΠΑ) ο παράγοντας της “επιλογής των μετοχών” είναι πιο σημαντικός απ’ ότι στην Ελλάδα, μία χώρα με έντονες οικονομικές διακυμάνσεις, της οποίας και η χρηματιστηριακή αγορά είναι “νευρική” με συχνές και έντονες διακυμάνσεις. Έτσι, στις ΗΠΑ, ο παράγοντας του “σωστού χρόνου” για την τοποθέτηση ή την έξοδο από την αγορά (“market timing”) είναι λιγότερο σημαντικός απ’ ότι είναι στην Ελλάδα. Στο παρόν άρθρο, αναφερόμαστε κυρίως, στη συμπεριφορά επενδυτών στην ελληνική χρηματιστηριακή αγορά.

Τα μεγάλα και τα μικρά λάθη των χαμένων

Εκτιμούμε ότι, για να φθάσει κάποιος να διαβάζει το παρόν περιοδικό, στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο -της πλήρους απαξίωσης- γνωρίζει τα βασικά για τις χρηματιστηριακές αγορές και τα στοιχεία που τις συνοδεύουν και ότι, διαθέτει ένα -έστω βασικό- επίπεδο “χρηματιστηριακής κουλτούρας”. Συνεπώς, θα αποφύγουμε να αναφερθούμε σε βασικά στοιχεία και θα θεωρήσουμε ότι απευθυνόμαστε σε άτομα “χρηματιστηριακά συνειδητοποιημένα” τα οποία γνωρίζουν με τί ασχολούνται, γνωρίζουν τους κινδύνους που συνοδεύουν την ενασχόλησή τους και έχουν ξεκαθαρίσει πλέον το τί ζητούν από την ενασχόληση αυτή. Αν και πιστεύουμε ότι, ακόμη και άτομα με χρηματιστηριακή εμπειρία, συχνά πιστεύουν σε μερικές “χρηματιστηριακές αυταπάτες”.

Δε γνωρίζουν το αντικείμενο

Στο διαδίκτυο μπορεί κάποιος να δει πολλές διαφημίσεις για το “Πώς να κερδίζετε στο Forex” ή “Πώς να γίνετε ένας πετυχημένος trader” και άλλα παρόμοια. Μπορεί επίσης να δηλώσει συμμετοχή και να παρακολουθήσει (δωρεάν στις περισσότερες περιπτώσεις) εκπαιδευτικές εκδηλώσεις για να γίνει trader και να εμπορεύεται παράγωγα, νομίσματα, εμπορεύματα και μάλιστα να το κάνει αυτό με μόχλευση (leverage), δηλαδή να διαθέτει 1000 ευρώ και να “παίζει” με 10.000 ή με 25.000. Σε πολλές περιπτώσεις, το πράγμα γίνεται ακόμη πιο εξωτικό. Κάποιος σε καλεί στο τηλέφωνο και σου προσφέρει τα εισιτήρια και τα έξοδα διαμονής για ένα Σαββατοκύριακο στο Λονδίνο, όπου θα εκπαιδευθείς στις “χρηματοοικονομικές συναλλαγές”.

Πρόκειται για περιπτώσεις σίγουρου “οικονομικού θανάτου” (ο οποίος μπορεί να οδηγήσει και στον βιολογικό). Κάποιος έχει περισσότερες πιθανότητες να διασωθεί αν παίξει ρώσικη ρουλέτα με μία θαλάμη άδεια στο περίστροφο, παρά να μπλέξει με τέτοιες καταστάσεις. Δηλαδή, σε καλούν να μπεις στον “μαγικό κόσμο” των αχανών διεθνών χρηματιστηριακών αγορών, όπου, με τις “γνώσεις” ενός τρίωρου ή τετράωρου σεμιναρίου (όπου πάντα τα παραδείγματα είναι πετυχημένα και εξαιρετικά κερδοφόρα) θα κληθείς να αντιμετωπίσεις, με μοχλευμένες θέσεις, έμπειρους traders με απίστευτο ύψος κεφαλαίων και στρατιές αναλυτών και παραγωγών software ή πολύπλοκους αλγόριθμους μηχανών, που αναλύουν σενάρια με απίστευτη ταχύτητα και πραγματοποιούν πράξεις σε κλάσματα δευτερολέπτων.

Το ίδιο περίπου συνέβη -αλλά σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα- συνέβη στην Ελλάδα προ εικοσαετίας, όταν ο “χρηματιστηριακός πυρετός” εξαπλώνονταν στην ελληνική κοινωνία και  εκατοντάδες χιλιάδες συμπολίτες μας θέλησαν να μετατραπούν -μέσα σε μία νύχτα- σε “επενδυτές” του Χρηματιστηρίου. Μπήκαν στην αγορά (και την πλημμύρισαν με κεφάλαια) σαν “ταύροι σε υαλοπωλείο”, μη γνωρίζοντας πού βρίσκονται, πώς λειτουργεί ο χώρος και σε τί ακριβώς στόχευαν και κατέληξαν να σαρώσουν τα πάντα. Και όπως ήταν φυσιολογικό και αναμενόμενο, οι άνθρωποι αυτοί -στην πλειοψηφία τους- έχασαν, ή ακόμη και καταστράφηκαν. Και απομακρύνθηκαν από το χώρο, πιστεύοντας -άδικα- ότι κάποιοι τους κορόιδεψαν και τους έκλεψαν.

Κάποιος που θέλει να επενδύσει, ή να συναλλάσσεται στο χρηματιστήριο, θα πρέπει πρώτα να γνωρίσει το χώρο: τη λειτουργία του, την ιστορία του, τους αριθμούς του και τις εταιρίες του. Θα πρέπει να μάθει για τις ανθρώπινες συμπεριφορές στο περιβάλλον αυτό και θα πρέπει να μάθει να διαχειρίζεται κατάλληλα τα δικά του συναισθήματα, κυρίως τα συναισθήματα του φόβου και της απληστίας.

Δεν αντιλαμβάνονται έγκαιρα τη μακροπρόθεσμη τάση της αγοράς

Συχνά ακούγεται περίεργο, αλλά μία από τις λέξεις που περιγράφουν καλύτερα τη λειτουργία του χρηματιστηριακού χώρου είναι η “παλίρροια”. Παλίρροια είναι το φαινόμενο της περιοδικής ανύψωσης και υποχώρησης της στάθμης της θάλασσας λόγω της βαρυτικής έλξης που ασκούν στην υδρόσφαιρα η Σελήνη και ο Ήλιος. Η άνοδος της στάθμης ονομάζεται “πλημμυρίδα”, ενώ η πτώση ονομάζεται “άμπωτη”. Στη φάση της πλημμυρίδας, όλες οι βάρκες ανυψώνονται. Στη φάση της άμπωτης, τα νερά μαζεύονται και όλες οι βάρκες υποχωρούν, ενώ μερικές, λόγω κακών χειρισμών, εξοκέλλουν.

Με τον ίδιο τρόπο -αλλά βεβαίως για άλλους λόγους και με άλλους μηχανισμούς- οι μετοχές κινούνται μαζικά, προς την ίδια κατεύθυνση. Ανεβαίνουν κατά τη διάρκεια μίας ανοδικής φάσης της αγοράς και υποχωρούν κατά τη διάρκεια μίας πτωτικής αγοράς. Αυτό που διαφέρει είναι το μέγεθος της ανόδου ή της πτώσης κάθε μίας. Η συμπεριφορά αυτή των μετοχών είναι κάτι που βιώσαμε, ιδίως κατά την πρώτη πενταετία της πρόσφατης μεγάλης χρηματιστηριακής κρίσης.

Αυτό σημαίνει ότι, η κατεύθυνση της ευρύτερης χρηματιστηριακής αγοράς, συχνά έχει μεγαλύτερη επίδραση στην τιμή μίας μετοχής απ’ ότι έχουν τα θεμελιώδη στοιχεία της ίδιας της εταιρίας και συνεπώς, η αναγνώριση της τάσης είναι θεμελιώδους σημασίας για την επιτυχία ή την αποτυχία ενός συναλλασσόμενου.

Πολλοί συναλλασσόμενοι αργούν να αντιληφθούν την έναρξη μίας ανοδικής ή καθοδικής φάσης της αγοράς, με αποτέλεσμα να δρουν με καθυστέρηση και να χάνουν το μεγαλύτερο τμήμα της ανόδου, ή να υφίστανται τις ζημιές από το μεγαλύτερο μέρος της πτώσης.

Τα μεγάλα τα κέρδη στο Χρηματιστήριο επιτυγχάνονται όταν κάποιος κατορθώνει να εισέλθει στην αγορά στα πρώτα βήματα της ανοδικής τάσης. Αντίστοιχα, οι μεγάλες απώλειες σημειώνονται όταν ο επενδυτής δεν αντιληφθεί έγκαιρα την πτωτική τάση και καθυστερήσει σημαντικά την έξοδό του.

Υπάρχουν τρόποι για την αναγνώριση των σημείων όπου αρχίζει μία πτωτική ή ανοδική τάση της ευρύτερης αγοράς (αλλά και των κατ’ ιδίαν μετοχών). Ο συναλλασσόμενος θα πρέπει να είναι σε θέση να χειρίζεται τα διάφορα εργαλεία (οικονομικοί, θεμελιώδεις και τεχνικοί δείκτες) που τον βοηθούν να αντιληφθεί έγκαιρα την έναρξη μίας μακροπρόθεσμης τάσης, ή αν δε μπορεί να τα χειριστεί ο ίδιος, θα πρέπει να εντοπίσει έγκυρες πηγές πληροφόρησης για να αντιλαμβάνεται έγκαιρα αυτά τα καίρια σημεία.

Η έγκαιρη αντίληψη της έναρξης μίας μακροπρόθεσμης τάσης (κάτι που συμβαίνει κάθε μερικά χρόνια) αποτελεί έναν από τους βασικότερους παράγοντες για την επίτευξη μεγάλων κερδών ή την αποφυγή δυσάρεστων ζημιών.

Δεν έχουν σύστημα συναλλαγών

“Σύστημα συναλλαγών” είναι ένα σύνολο κανόνων που διέπουν τις συναλλαγές. Η υιοθέτηση ενός συστήματος από έναν συναλλασσόμενο, τον βοηθά να αναγνωρίσει την τάση μίας αγοράς και τον καθοδηγεί στις ενέργειες που θα πρέπει να κάνει.

Η ύπαρξη ενός συστήματος είναι, κατά την άποψή μας, τόσο σημαντική, που μέσα στα χρόνια καταλήξαμε να πιστεύουμε ότι, η χρήση ακόμη και ενός όχι πολύ καλού συστήματος, είναι ασύγκριτα καλύτερη από τη μη χρήση συστήματος.

Και αυτό επειδή, ακόμη και ένα “κακό” σύστημα συναλλαγών, κάποια στιγμή θα παράξει σήμα εισόδου σε μία ανοδική φάση και -κυρίως- ένα σήμα εξόδου στην πτωτική φάση.

Όσο πιο απλό είναι ένα σύστημα, τόσο καλύτερο, επειδή μπορεί να γίνει αντιληπτό, να υιοθετηθεί και να εφαρμοστεί ευκολότερα.

Βέβαια, τα συστήματα συναλλαγών, για να λειτουργήσουν πετυχημένα, απαιτούν “σιδερένια” πειθαρχία. Και η πειθαρχία απαιτεί υψηλό βαθμό ωριμότητας και αυτοκυριαρχίας απ’ αυτόν που το παρακολουθεί.

Δεν ακολουθούν την τάση

Στο χρηματιστήριο, δεν πάμε ποτέ κόντρα στην τάση! Πάμε πάντα με τους πολλούς. Οι πολλοί είναι που δημιουργούν το θετικό ή το αρνητικό κλίμα και οι κινήσεις των πολλών προκαλούν τις μεταβολές στις τιμές. Στο χρηματιστήριο ακολουθούμε πάντα την τάση. Η οποία, στο χρηματιστηριακό χώρο, είναι η καλύτερη φίλη μας!

Θα πρέπει να μάθουμε να την αναγνωρίζουμε. Και αφού την αναγνωρίσουμε, θα πρέπει να την ακολουθούμε έως τον τερματισμό και την αντιστροφή της. (Προσοχή! Ποτέ δεν πουλάμε στον τερματισμό μίας τάσης, επειδή ποτέ δεν ξέρουμε πότε σημειώνεται ο τερματισμός. Πουλάμε όταν βεβαιωθούμε ότι ξεκίνησε η αντιστροφή της). Δεν είναι απλά ένας τρόπος για να κερδίσουμε στο Χρηματιστήριο. Ίσως είναι ο μόνος τρόπος για σταθερά μεγάλα κέρδη και την αποφυγή ζημιών.

Δε χρησιμοποιούν την πρακτική του “stop loss”

Ως επίπεδο “stop loss” ορίζεται το επίπεδο της τιμής, το οποίο ενεργοποιεί (ή πρέπει να ενεργοποιεί) αυτόματη πώληση του συνόλου, ή ενός μέρους από τη μετοχή (ή τις μετοχές) που κατέχουμε. Θα μπορούσαν να υπαρξουν και άλλοι ορισμοί: Το επίπεδο των ζημιών που αντέχουμε χωρίς να μας προκληθεί σοβαρή ή ανήκεστος βλάβη. Το όριο στο οποίο βεβαιωνόμαστε για το λάθος μας και το διακόπτουμε. Το όριο μέχρι το οποίο αντέχουμε να παραμένουμε σε μία μετοχή.

Η έννοια του “stop loss” έχει εφαρμογή στην ίδια τη ζωή. Μέχρι πιο σημείο επιμένουμε σε μία κατάσταση; Σε ποιό σημείο βεβαιωνόμαστε για ένα λάθος μας; Σε ποιό σημείο τα παρατάμε και γυρνάμε πίσω;

Στο χρηματιστήριο, το stop loss είναι ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο στην τακτική ενός επενδυτή -και κυρίως ενός συναλλασσόμενου. Κανείς, στο χρηματιστήριο, δεν καταστράφηκε επειδή δεν αγόρασε μετοχές. Πολλοί όμως, πάρα πολλοί, καταστράφηκαν επειδή δεν πούλησαν έγκαιρα ή δεν πούλησαν ποτέ, περιμένοντας την αγορά ή τη μετοχή να ανακάμψουν. Ασχολούμενοι με τις επενδύσεις ή τις συναλλαγές στις χρηματιστηριακές αγορές, θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι, η ζημιά σε μία τοποθέτηση ή σε κάποια πράξη, είναι κάτι απόλυτα φυσιολογικό και κάτι που συμβαίνει πολύ συχνά. Και δε θα πρέπει να μας αποσυντονίζει ή να μας απογοητεύει. Κάναμε μία λάθος επιλογή; Όταν βεβαιωθούμε για το λάθος, “κόβουμε” το λάθος και τις ζημιές, προσπαθούμε να αναλύσουμε το λάθος και να διδαχθούμε απ’ αυτό και συνεχίζουμε.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να προσδιοριστεί ένα επίπεδο stop loss: μέσω του καθορισμού ενός επιπέδου υποχώρησης της τιμής, μέσω της μεθόδου της τεχνικής ανάλυσης (π.χ. διάσπαση επιπέδων στήριξης) ή μέσω του προσδιορισμού ενός επιπέδου στον χρηματιστηριακό δείκτη κλπ. Το πώς και πού θα τεθεί το όριο του stop loss είναι υποκειμενικό για το κάθε άτομο, το οποίο θα πρέπει μόνο του να το θέσει, ή με τη βοήθεια έμπειρων. Το βασικό όμως είναι να τεθεί. Και παράλληλα, να υπάρχει η πειθαρχία ώστε να εφαρμοστεί. (Σημείωση: Το ζήτημα του stop loss, είναι ένα από τα στοιχεία που κάνουν πολύτιμη την ύπαρξη ενός “συστήματος συναλλαγών”, αφού το κάθε σύστημα προσδιορίζει ξεκάθαρα το πότε θα πουληθεί μία μετοχή ή το πότε θα υπάρξει γενικότερη έξοδος από την αγορά).

Πιστεύουν στον “εγκλωβισμό” τον οποίον και τελικά αποδέχονται

Όταν μετά από την κορύφωση της αγορά το 1999 ξεκίνησε η πτώση, την παρακάτω φράση, την ακούγαμε συχνά: “Δε μπορώ να πουλήσω τώρα, επειδή χάνω!” Πρόκειται για το πιο σοβαρό -και συχνά τραγικό- λάθος που μπορεί κάποιος να κάνει. Επειδή ουδείς γνωρίζει τα όρια της πτώσης μίας μετοχής. Η πρακτική αυτή έχει αποβεί καταστροφική για ένα πολύ μεγάλο μέρος όσων απερίσκεπτα και χωρίς να ξέρουν -αλλά και χωρίς να έχουν διάθεση να μάθουν- ασχολήθηκαν με το χρηματιστήριο. Οι ζημιές, είναι “εγγενές” στοιχείο της χρηματιστηριακής δραστηριότητας. Θα πρέπει να μάθουμε να τις αποδεχόμαστε και να τις διαχειριζόμαστε. Και θα πρέπει να προσπαθούμε να μη μεγαλώνουν.

Δεν κάνουν λίστα “παρακολουθούμενων μετοχών”

Στο Χρηματιστήριο της Αθήνας, σήμερα διαπραγματεύονται οι μετοχές 178 εταιριών. Παλαιότερα, ο αριθμός των εισηγμένων εταιριών έφθανε και τις 350. Δεν είναι ανθρωπίνως δυνατό να μπορεί κάποιος να παρακολουθεί τόσες εταιρίες και παράλληλα να παρακολουθεί και τις εξελίξεις στην οικονομία και τον κόσμο. Δεν έχει ούτε το χρόνο, ούτε τις ικανότητες, αλλά ούτε και την πρακτική δυνατότητα για κάτι τέτοιο.

Ο επενδυτής, ή ο συναλλασσόμενος, ή ο κερδοσκόπος, θα πρέπει να έχει προσδιορίσει το τί ακριβώς ζητάει από το χρηματιστήριο και το πώς θα το πετύχει και με τη χρήση διαφόρων κριτηρίων (θεμελιωδών μεγεθών, εμπορευσιμότητας ή άλλων τεχνικών χαρακτηριστικών) να επισημάνει τις μετοχές που καλύπτουν τα κριτήρια αυτά και να φτιάξει τη λίστα του. Πολλοί υποστηρίζουν ότι μία λίστα μετοχών δεν πρέπει να ξεπερνά τις 50 μετοχές. Ο αριθμός αυτός θα μπορούσε να είναι και μικρότερος (κάπου ανάμεσα στις 30 ή τις 40) και να επανεξετάζεται και -αν χρειάζεται- να αναθεωρείται σε τακτικά διαστήματα.

Κάνουν πολύ συχνές συναλλαγές

Οι συχνές συναλλαγές στο χρηματιστήριο δείχνουν την έλλειψη συστήματος, στόχων και πειθαρχίας. Και συνήθως οδηγούν σε μειωμένα κέρδη, ή σε ζημιές. Οι μετοχές πρέπει να αγοράζονται στον κατάλληλο χρόνο, δηλαδή αφού εκδηλωθεί η ανοδική τάση και να ρευστοποιούνται αφού έχει διαπιστωθεί ο τερματισμός και η αντιστροφή της. Και αν τυχόν κάποιος πιστεύει ότι η μετοχή που κατέχει “έχει μείνει πίσω”, ας είναι βέβαιος ότι, κάποιοι θα επέμβουν (το κερδοσκοπικό κεφάλαιο) για να διορθώσουν την ανισορροπία, εάν υπάρχει.

Αγοράζουν μετοχές με περιορισμένη εμπορευσιμότητα

Ως εμπορευσιμότητα ορίζεται ο αριθμός των μετοχών μίας εταιρίας που κινούνται στη χρηματιστηριακή αγορά, σε σχέση με το συνολικό αριθμό των μετοχών που έχει εκδώσει η εταιρία. Πρακτικά, έχει να κάνει με την ευκολία που κάποιος μπορεί να αγοράσει ή να πουλήσει μετοχές της εταιρίας. Έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία στις συναλλαγές αφού, η υψηλή εμπορευσιμότητα διασφαλίζει ότι η υφιστάμενη τιμή είναι αντικειμενική (συχνά υπάρχουν μετοχές που εμφανίζουν μεγάλη άνοδο -ή και πτώση- με πολύ μικρό αριθμό συναλλαχθέντων μετοχών), ενώ τις περισσότερες φορές, η διαφορά μεταξύ της τιμής που ζητούν οι πωλητές και της τιμής που προσφέρουν οι αγοραστές, στις μετοχές χαμηλής εμπορευσιμότητας είναι μεγάλη. Οι μετοχές χαμηλής εμπορευσιμότητας θα πρέπει να αποφεύγονται, ή να αγοράζονται μετά από αρκετή σκέψη και μόνον για μακροχρόνια διακράτηση. (Δείτε τον καθημερινό υπολογισμό της εμπορευσιμότητας των μετοχών)

Επιμένουν να ασχολούνται με “τραυματισμένες” μετοχές και να αγνοούν τις καλές

Κάποιοι, σε ανοδικές φάσεις της αγοράς, επιμένουν να αγοράζουν και να διακρατούν μετοχές που σημειώνουν σημαντική πτώση στην τιμή τους. Και αυτό το κάνουν επειδή πιστεύουν ότι οι μετοχές αυτές, κάποια στιγμή, θα ανέβουν. Την ίδια στιγμή, αγνοούν και αποφεύγουν να αγοράσουν μετοχές που σημειώνουν άνοδο, επειδή πιστεύουν ότι, με την άνοδο που προηγήθηκε, εξάντλησαν τα περιθώρια ανόδου που είχαν.

Αν το καλοσκεφτούμε, αυτό είναι εντελώς παράλογο. Πάντα, κάποιος λόγος υπάρχει που κάποιοι πούλησαν τη μετοχή και που συνεχίζουν να την πουλούν σε διαρκώς νέες κατώτερες τιμές. Είναι πολύ πιθανό να μη γνωρίζει αυτό το λόγο. Τότε, γιατί να μπλέξει με αυτή τη μετοχή, για την οποία δε ξέρει πότε θα σταματήσει η πτώση της, ή και εάν και πότε θα ανέβει; Πρόκειται είναι ένα συχνό λάθος άπειρων ή αφελών συναλλασσόμενων. Μία μετοχή που πέφτει αναλογικά περισσότερο από τις άλλες μετοχές ή το χρηματιστηριακό δείκτη, θεωρείται “τραυματισμένη” μετοχή.

Από την άλλη πλευρά, μία μετοχή που ανεβαίνει, πάντα έχει περιθώριο να ανέβει ακόμη περισσότερο, αφού η άνοδός της σημαίνει “υγεία” και δύναμη.

Κυνηγούν τις “φθηνές” μετοχές

Η περίπτωση αυτή μοιάζει με την προηγούμενη. Για να φθάσει μία μετοχή να είναι “φθηνή” (δηλαδή, χαμηλής τιμής – penny stock) πάντα κάποιος λόγος υπάρχει και έχει προηγηθεί μία πτώση. Η ελπίδα ότι η μετοχή αυτή θα ανακάμψει, δεν επιβεβαιώνεται πάντα.

Εξαίρεση στην αποφυγή αγοράς φθηνών μετοχών, μπορεί να υπάρξει σε δύο περιπτώσεις: α) Στον “πάτο” μίας πτωτικής πορείας και εφ’ όσον βεβαιωθούμε ότι η πτωτική πορεία εξαντλήθηκε. Μία τέτοια περίπτωση είναι και η περίοδος που διανύουμε, αν και σε κάποια στιγμή και αυτή θα τελειωσει. Στο προηγούμενο τεύχος είχαμε δημοσιεύσει μία μελέτη (δείτε εδώ) όπου αναφέραμε ότι, το 2016 (έτος που επιτεύχθηκαν οι χαμηλότερες τιμές στην αγορά), ο αριθός των μετοχών με τιμή μικρότερη των πενήντα λεπτών (€ 0,50)  είχε αυξηθεί σε 135. β) Όταν έχουμε βεβαιότητα για τη δημιουργία “φούσκας” στην αγορά. Τότε είναι βέβαιο ότι οι φθηνές μετοχές (penny stocks) θα κινηθούν και αυτές ανοδικά. Όμως, προσοχή! Η δημιουργία “φούσκας” είναι ένα πολύ σπάνιο φαινόμενο και συμβαίνει κάθε μερικές δεκαετίες. Για, για να δημιουργηθεί μία “φούσκα” απαραίτητη προϋπόθεση είναι η μαζική είσοδος των μεγάλων επενδυτικών μαζών, δηλαδή αυτών που –λόγω άγνοιας κινδύνου- προτιμούν να αγοράζουν “φθηνές μετοχές”.

Εφαρμόζουν τη μέθοδο του “moyen”

“Moyen” αποκαλείται η πρακτική συνέχισης αγορών μίας μετοχής που υποχωρεί, με σκοπό τη μείωση του “μέσου κόστους κτήσης”. Δηλαδή, αφού πέφτει η μετοχή, τότε αγοράζουμε περισσότερες για να έχουμε χαμηλότερο μέσο κόστος. Η εφαρμογή αυτής της πρακτικής, στις περισσότερες περιπτώσεις έχει αρνητικά –έως καταστροφικά- αποτελέσματα, αφού στην ουσία σημαίνει ότι, όχι απλά δεν απαλλάσσομαι από το λάθος (πουλώντας τη μετοχή), αλλά το μεγαλώνω, συνεχίζοντας να αγοράζω μία μετοχή που η αγορά θεωρεί ως “αποτυχημένη”.

Θα  μπορούσε βέβαια να δικαιολογήσει κάποιος τη στάση του αυτή λέγοντας ότι αγοράζει μία “καλή” μετοχή και ενισχύει τη θέση του σε μία στιγμή που η αγορά υποχωρεί. Υπάρχει μία λογική στο επιχείρημα αυτό, αλλά κατά την άποψή μας και πάλι δεν ευσταθεί. Εάν η αγορά είναι πτωτική, τότε το καλύτερο που θα έχουμε να κάνουμε είναι να ρευστοποιήσουμε το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος του Χαρτοφυλακίου μας. Άλλωστε, κανείς δε γνωρίζει έως που θα φθάσει η πτώση της αγοράς και πόσο χρονικό διάστημα θα διαρκέσει η πτώση.

Πουλούν μία μετοχή μόλις αυτή σημειώσει κάποια κέρδη

Ακούγεται παράδοξο, αλλά συμβαίνει πολύ συχνά, ιδίως στους νέους επενδυτές: Διατηρούν μία μετοχή που υποχωρεί, έως ότου η πτώση τους γονατίσει οικονομικά, ενώ από την άλλη πλευρά, πουλούν μία μετοχή μόλις αυτή σημειώσει κάποια κέρδη!

Γιατί την πουλούν; Καθώς είναι μαθημένοι και φοβισμένοι από τις μετοχές που σημειώνουν ζημιές (και συνήθως τέτοιες μετοχές διατηρούν στο Χαρτοφυλάκιό τους), φοβούνται ότι η μετοχή που μόλις έφθασε να κερδίζει, μπορεί γρήγορα να ξαναγυρίσει σε πτώση! Και φοβούμενοι μήπως χάσουν έστω και αυτά τα μικρά κέρδη, σπεύδουν να ρευστοποιήσουν. Και συχνά χάνουν ένα μεγάλο μέρος της ανόδου, που συνήθως συνεχίζεται!

Ο κανόνας είναι απλός: Αφήνουμε μία μετοχή να εξαντλήσει τα περιθώρια ανόδου της, τα οποία ουδείς γνωρίζει ποιά μπορεί να είναι. Και την πουλάμε όταν αρχίζει να πέφτει από την κορυφή της.

Συμπερασματικά: Δεν πουλάμε ποτέ μία μετοχή που κερδίζει! Δεν προσπαθούμε να μαντέψουμε την “κορυφή” της, όπως δεν προσπαθούμε να μαντέψουμε τον  “πάτο” της.

Οι ζημιές ενός επενδυτή, ή τα κέρδη κάποιου άλλου, ποτέ δεν προκαλούνται τυχαία. Προκαλούνται ως αποτέλεσμα μίας συγκεκριμένης συμπεριφοράς. Και μάλιστα, δεν αρκεί ένα λάθος για να εμφανιστούν ζημιές. Πρέπει να υπάρξει μία αλληλουχία λαθών που στο τέλος συνδυάζονται και συναθροίζονται.

Στις παραπάνω σελίδες παραθέσαμε μερικά μόνον -ίσως τα κυριότερα ή τα συχνότερα επαναλαμβανόμενα- λάθη που διαπιστώσαμε σ’ αυτές τις, σχεδόν τρεις, δεκαετίες επαγγελματικής ενασχόλησης με το χώρο και καθημερινής επικοινωνίας με ιδιώτες επενδυτές. Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε με πολλές ακόμη σελίδες. Όμως, δε χρειάζεται. Ο κάθε ένας μας που, μέσα στην παραπάνω περιγραφή των πιο σοβαρών λαθών του χρηματιστηριακού χώρου, “βλέπει” τον  εαυτό του, αντιλαμβάνεται το “μήνυμα” του άρθρου αυτού και γνωρίζει το πώς και σε τί βαθμό τα λάθη αυτά έχουν επιδράσει στην οικονομική του θέση. Και προβληματίζεται. Και όταν κάποιος προβληματίζεται, συνήθως κάτι διορθώνει στη συμπεριφορά του. Και αυτό είναι το ζητούμενο.

(*) Δείτε πώς, σε προηγούμενο τεύχος (202) προσδιορίζουμε το διαχωρισμό μεταξύ “επενδυτή” και “συναλλασσόμενου”. (Δείτε εδώ). Στη συγκεκριμένη περίοδο, στο ελληνικό Χρηματιστήριο, σ’ αυτού του είδους εκπαιδευτικά άρθρα, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι αναφερόμαστε περισσότερο σε έναν συναλλασσόμενο και όχι σε έναν μακροχρόνιο επενδυτή.

Γιάννης Σιάτρας

ΧΡΗΜΑ & ΑΓΟΡΑ
Τεύχος 204 – 4/3/2019
Περιεχόμενα τεύχους 204

Print Friendly, PDF & Email