Γ. Κωνσταντόπουλος (ΣΕΒΕ): Το 2020 θα είναι καλή χρονιά για την εξωστρέφεια των ελληνικών επιχειρήσεων

Την πεποίθηση ότι το 2020 θα είναι τελικά καλή χρονιά για την εξωστρέφεια των ελληνικών επιχειρήσεων εκφράζει, σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων (ΣΕΒΕ), δρ Γιώργος Κωνσταντόπουλος, ενώ παράλληλα διατυπώνει την εκτίμηση ότι στην απευκταία περίπτωση νέων lockdown διεθνώς, στη διάρκεια του φθινοπώρου και του χειμώνα, οι Έλληνες εξαγωγείς έχουν πλέον την ετοιμότητα και την εμπειρία ν’ αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε απειλή. Ερωτηθείς αν εκτιμά πως το διμερές εμπόριο Ελλάδας-Τουρκίας έχει με κάποιο τρόπο επηρεαστεί, λόγω της έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο, ο δρ Κωνσταντόπουλος απαντά ότι, φέτος, με σημαντικές εξελίξεις να διαδραματίζονται στις σχέσεις των δύο χωρών, οι μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές μειώθηκαν (κατά 23,6% οι εξαγωγές και κατά 24,5% οι εισαγωγές).

Όσον αφορά το τι πρέπει να πράξει η χώρα το 2021 στο επίπεδο της ενίσχυσης της οικονομίας μέσω των εξαγωγών, σημειώνει ότι αν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ αξιοποιηθούν σωστά, «τότε θα μιλάμε για μια τελείως διαφορετική Ελλάδα σε πέντε χρόνια. Αν, αντίθετα οι πόροι πάνε στις εισαγωγές καταναλωτικών αγαθών και σε μη αναπτυξιακές δράσεις, σε πέντε χρόνια θα είμαστε πάλι στο σημείο μηδέν. Είναι η τελευταία ευκαιρία της Ελλάδας να γίνει μια ανοιχτή, σύγχρονη και ανταγωνιστική οικονομία».

Σύμφωνα με τον δρα Κωνσταντόπουλο, τους τελευταίους μήνες, στη διάρκεια της πανδημικής κρίσης, οι Έλληνες εξαγωγείς πέρασαν επιτυχώς ένα δύσκολο τεστ, με αποτέλεσμα το ελληνικό brand να γίνεται διεθνώς πιο αναγνωρίσιμο και πιο έγκυρο, κάτι που μπορεί να κεφαλαιοποιηθεί προς όφελος του «made in Greece». «Η κεφαλαιοποίηση απαιτεί χρόνο, αλλά είμαστε σίγουροι ότι θα έρθει, και αυτό θα γίνει με περισσότερες εξαγωγές στις χώρες που ήδη εξάγουμε, αλλά και σε νέες αγορές, με καινούργιες συνεργασίες, με υψηλότερες τιμές για τα ελληνικά προϊόντα, με περισσότερη εμπιστοσύνη και με καλύτερους όρους για τα ελληνικά προϊόντα και τις υπηρεσίες μας» εκτιμά.

 Για το ενδεχόμενο νέων lockdown: «Έχουμε πια την ετοιμότητα και την εμπειρία ν’ αντιμετωπίσουμε οποιαδήποτε απειλή»

Σχετικά με τις αλλαγές που επέφερε η πανδημική κρίση στα αποθέματα και τα Logistics των εξαγωγών, σημειώνει ότι «η πρόβλεψη ζήτησης και η διαχείριση αποθεμάτων στη διάρκεια του lockdown ήταν ένα δύσκολο έργο για τους εξαγωγείς. Πολλές παραγγελίες ακυρώνονταν, τα υγειονομικά πρωτόκολλα κάθε χώρας διέφεραν, όπως και οι προϋποθέσεις για τη διέλευση από τις χώρες, δημιουργώντας σημαντικά προβλήματα για τα logistics. Παρόλα αυτά βρήκαμε τις λύσεις, κάναμε σωστή διαχείριση των αποθεμάτων και η δραστηριότητά μας συνέχισε απρόσκοπτα. Σε ένα ενδεχόμενο δεύτερο lockdown, το οποίο φυσικά απευχόμαστε, έχουμε την ετοιμότητα και την εμπειρία πλέον, να αντιμετωπίσουμε οποιαδήποτε απειλή. Η αβεβαιότητα άλλωστε είναι ο κανόνας».

Είμαστε ήδη στον Σεπτέμβριο και οι ελληνικές εξαγωγές δίνουν μικτή εικόνα, υπό την έννοια ότι ορισμένα προϊόντα έχουν αυξημένη ζήτηση και οι διεθνείς πωλήσεις άλλων μειώνονται. Με βάση τα σημερινά δεδομένα, πώς αναμένεται να κυλήσει το τελευταίο τρίμηνο του έτους και ποια εκτιμάται ότι θα είναι η συνολική εικόνα των ελληνικών εξαγωγών 2020; «Η πανδημία άλλαξε τις ισορροπίες των αγορών και όπως ήταν αναμενόμενο κάποια προϊόντα είχαν μεγάλη ζήτηση διεθνώς και αυξήθηκαν οι εξαγωγές τους, όπως τα τρόφιμα και τα χημικά, ενώ άλλα προϊόντα όπως τα βιομηχανικά, οι εξαγωγές μειώθηκαν. Συνολικά και αν εξαιρέσουμε τα πετρελαιοειδή από το σύνολο των εξαγωγών, στο α’ εξάμηνο 2020 είμαστε στα ίδια επίπεδα με το 2019. Πιστεύω ότι σταδιακά θα ισορροπήσουν και οι υπόλοιποι κλάδοι και το 2020 θα είναι καλή χρονιά για την εξωστρέφεια των επιχειρήσεων» τονίζει.

Ως προς το αν η πανδημική κρίση επηρεάζει τον στόχο για τη συνεισφορά των εξαγωγών στο ΑΕΠ ως το 2025, ο πρόεδρος του ΣΕΒΕ επισημαίνει ότι η αναμενόμενη ύφεση του 2020, λόγω της πανδημίας, θα βοηθήσει στην επίτευξη του στόχου, όσον αφορά τους αριθμούς, λόγω της μείωσης του ΑΕΠ: «Υπάρχει στρατηγικός στόχος για τις εξαγωγές της χώρας και έχουμε καταθέσει στοχευμένες προτάσεις στην κυβέρνηση για να τον πετύχουμε. Αυτή τη στιγμή οι εξαγωγές αγαθών ως προς το ΑΕΠ ανέρχονται 18,1% και σε βάθος τριετίας θέλουμε να φτάσουν το 25,0%, ενώ αν υπολογίσουμε και τις υπηρεσίες θέλουμε από 39,5% που είναι σήμερα, να φτάσουμε το 50%. Η αναμενόμενη ύφεση το 2020 λόγω της πανδημίας θα βοηθήσει να πετύχουμε το στόχο όσον αφορά στους αριθμούς, εφόσον ο παρονομαστής προβλέπεται να μειωθεί, ωστόσο η πρότασή μας αφορά στην ευρύτερη ενίσχυση της εξωστρέφειας ως δομικό στοιχείο του αναπτυξιακού μας μοντέλου» λέει.

Μειωμένο το διμερές εμπόριο Ελλάδας- Τουρκίας. Από πού προήλθε η μείωση

Ερωτηθείς αν έχει διαπιστώσει επίδραση στο διμερές εμπόριο Ελλάδας-Τουρκίας λόγω της έντασης στην ανατολική Μεσόγειο, ο δρ Κωνσταντόπουλος αρχικά υπενθυμίζει ότι η γειτονική χώρα αποτελεί τον τέταρτο σημαντικότερο εξαγωγικό προορισμό των ελληνικών προϊόντων και το δέκατο σημαντικότερο προμηθευτή μας. «Φέτος, με σημαντικές εξελίξεις να διαδραματίζονται στις σχέσεις των δύο χωρών, οι εμπορικές μας συναλλαγές μειώθηκαν και συγκεκριμένα κατά 23,6% οι εξαγωγές και κατά 24,5% οι εισαγωγές. Η μεν μείωση των εξαγωγών οφείλεται στη μείωση των πετρελαιοειδών κατά 40,2% και στη μείωση εξαγωγών βαμβακιού κατά 25,5%, ενώ η μείωση των εισαγωγών οφείλεται, επίσης, στα πετρελαιοειδή (μείωση κατά 65,4%), στις εισαγωγές οχημάτων κατά 34,5%, στις εισαγωγές πλαστικού κατά 10,0% και στις εισαγωγές μηχανών και συσκευών κατά 26,9%» επισημαίνει.

 Τελείως διαφορετική Ελλάδα ή ξανά στο σημείο μηδέν το 2025;

Το 2021 δεν απέχει πλέον πολύ. Τι πρέπει να προσέξουν οι Έλληνες εξαγωγείς; Τι πρέπει να πράξει η Ελλάδα γενικά, στο επίπεδο της ενίσχυσης της οικονομίας μέσω των εξαγωγών; «Ως Ευρωπαίοι έχουμε στα χέρια μας ένα σημαντικό πακέτο ενίσχυσης από το Ταμείο Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτή είναι και η μεγάλη ευκαιρία να αλλάξουμε το παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Αν αυτοί οι πόροι αξιοποιηθούν για να χρηματοδοτηθούν δράσεις ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής και εξωστρέφειας, αν δοθεί έμφαση στον ψηφιακό μετασχηματισμό και στην ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και αν τα χρήματα κατευθυνθούν στη βελτίωση του επιχειρηματικού πλαισίου για την προσέλκυση επενδύσεων, τότε θα μιλάμε για μία τελείως διαφορετική Ελλάδα σε πέντε χρόνια. Αν οι πόροι πάνε στις εισαγωγές καταναλωτικών αγαθών και σε μη αναπτυξιακές δράσεις, σε πέντε χρόνια θα είμαστε πάλι στο σημείο μηδέν. Είναι η τελευταία ευκαιρία της Ελλάδας να γίνει μία ανοιχτή, σύγχρονη και ανταγωνιστική οικονομία» καταλήγει.