Γ. Χατζηνικολάου: Οι επιφυλάξεις των τραπεζών για τον νέο Πτωχευτικό Νόμο

Τις επιφυλάξεις των τραπεζών για τον νέο Πτωχευτικό Νόμο ανέλυσε μιλώντας στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών (ΕΕΤ) και της Τράπεζας Πειραιώς, κ. Γιώργος Χατζηνικολάου.
«Τα τελευταία χρόνια είχαμε λόγω της οικονομικής κρίσης και της υπερχρέωσης επιχειρήσεων και νοικοκυριών πολλές νομοθετικές πρωτοβουλίες. Ήταν ξεκάθαρο ότι όλοι αυτοί οι διάσπαρτοι νόμοι που αφορούν την αφερεγγυότητα έπρεπε να ενωθούν σε ένα κοινό πλαίσιο. Από την άποψη αυτή και επί της αρχής συμφωνούμε πλήρως με την ριζική αναμόρφωση του Πτωχευτικού Κώδικα. Με ικανοποίηση διαπιστώνουμε ότι το τελικά κατατεθέν νομοσχέδιο είναι νομοτεχνικά πλήρες και σημαντικά βελτιωμένο. Επίσης, μεταφέρει στο ελληνικό δίκαιο την οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης 1023 για την αφερεγγυότητα, αλλά και την παροχή δεύτερης ευκαιρίας», τόνισε χαρακτηριστικά, για να προσθέσει: «Στα θετικά στοιχεία περιλαμβάνονται η εισαγωγή φορολογικών και άλλων διοικητικών ελαφρύνσεων για μεταβιβάσεις ακινήτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων και η πρόνοια για την προστασία της κατοικίας των ευάλωτων μέσω του Φορέα Απόκτησης Ακινήτων».

Όσον αφορά στα κριτήρια βάσει των οποίων οι τράπεζες διατύπωσαν τις επιφυλάξεις τους, ο κ. Χατζηνικολάου ανέφερε τα εξής:

«Η υπερχρέωση μιας επιχείρησης ή ενός ιδιώτη μπορεί να οφείλεται σε οφειλές προς το Δημόσιο, τους ασφαλιστικούς φορείς, αλλά και τράπεζες. Το ζητούμενο είναι μία ενιαία ρύθμιση απέναντι σε όλους. Δεν έχει νόημα να ρυθμίσεις τη μία οφειλή σου και να κρατάς σε εκκρεμότητα την άλλη. Άρα, ο στόχος του νομοσχεδίου για καθολική ρύθμιση των οφειλών μας βρίσκει απολύτως σύμφωνους. Ζητήσαμε, όμως, εάν το χρέος υπάρχει μόνο εναντίον της τράπεζας να υπάρχει διμερής συνεννόηση και να μην είναι σύνθετη και περίπλοκη. Το νομοσχέδιο προβλέπει τη δυνατότητα εξωδικαστικής ρύθμισης σε όλους, χωρίς διακρίσεις, χωρίς, δηλαδή, να εξετάζει εάν υπάρχουν σημαντικές οφειλές στο Δημόσιο. Έτσι, αντικαθιστά σε περιπτώσεις την ενδεδειγμένη διμερή συνεργασία και ρύθμιση με έναν χρονοβόρο μηχανισμό.

»Όσο και εάν είναι προσφιλής η κριτική προς τις τράπεζες έχω να σας πως ότι τους τελευταίους 18 μήνες έχουν κάνει διμερείς ρυθμίσεις σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά που ξεπερνούν τα 18 δισ. ευρώ. Επίσης, λόγω κορωνοιού προσφέραμε σε 370.000 δανειολήπτες αναστολές δόσεων, συνολικού ποσού 20 δισ. ευρώ. Είναι, λοιπόν, ξεκάθαρο ότι στο θέμα ρυθμίσεων διαθέτουν μεγάλη τεχνογνωσία και έχουν δείξει έμπρακτα την διάθεσή τους να κάνουν ρυθμίσεις. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια παραμένουν στο 30% του συνολικού χαρτοφυλακίου και σε 61 δισ. ευρώ όταν ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι γύρω στο 3%. Αυτά είναι τροχοπέδη, επηρεάζοντας την ομαλή χρηματοδότηση της οικονομίας.

»Η δεύτερη επιφύλαξη έχει να κάνει με την εφαρμογή του Νόμου. Όσο καλές και εάν είναι οι προθέσεις του νομοθέτη το μεγάλο στοίχημα είναι ακριβώς αυτό. Οι χρόνοι απονομής της δικαιοσύνης, αλλά και η υλοποίηση των εξωδικαστικών διαδικασιών μπορούν να καταστήσουν αναποτελεσματικό και τον καλύτερο Νόμο. Σήμερα, 10 χρόνια μετά, εκκρεμούν στα δικαστήρια υποθέσεις του Νόμου Κατσέλη και χρειάζεται νέος Νόμος για να γίνει η εκκαθάρισή τους. Επίσης, ο εξωδικαστικός μηχανισμός έπρεπε να ολοκληρώνεται σε ταχύτατο χρόνο, αλλά τελικά χρειαζόμασταν μήνες μέχρι να φτάσουμε σε αποτέλεσμα. Δεν ξέρω γιατί περιμένουμε τα δικαστήρια να δικάζουν τις νέες υποθέσεις πτώχευσης σε τέσσερις με έξι μήνες όταν αυτό γνωρίζουμε ότι δεν θα συμβεί. Η καλή πρόθεση δεν αρκεί. Ελπίζουμε, λοιπόν, ότι θα δημιουργηθούν οι κατάλληλες υποδομές με εξειδικευμένα τμήματα στα δικαστήρια που θα περαιώνουν άμεσα τις υποθέσεις αυτές.

»Η τρίτη επιφύλαξή μας αφορά στις ρυθμίσεις των φυσικών προσώπων. Επί της αρχής και τα φυσικά πρόσωπα πρέπει να έχουν μία ευκαιρία εξυπηρέτησης των χρεών τους ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες. Για τα φυσικά πρόσωπα, όμως, που δεν έχουν δημόσια προσβάσιμα περιουσιακά στοιχεία, όπως τα νομικά πρόσωπα και οι έμποροι γενικά θα πρέπει οι προϋποθέσεις δεύτερης ευκαιρίας να είναι αυστηρότερες. Η δική μας προσέγγιση είναι ότι το φυσικό πρόσωπο θα μπορούσε να επιδιώξει την απαλλαγή του από τις οφειλές του μόνον μέσα στην πτώχευση. Ειδικά, καθώς τα φυσικά πρόσωπα χρησιμοποιούν τον Κώδικα Δεοντολογίας και, έτσι, πριν φτάσουμε στην καταγγελία του δανείου και στη ρευστοποίηση της περιουσίας υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για να ρυθμίσουν τα χρέη του σε διμερή συνεργασία. Επί της αρχής δεν συμφωνούμε τα φυσικά πρόσωπα να έχουν έναν εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης εάν δεν αποδεικνύουν ότι έχουν μόνιμη και πραγματική αδυναμία εξυπηρέτησης. Ιδίως, δεν συμφωνούμε να έχουν αυτή τη δυνατότητα οι ενήμεροι οφειλέτες. Πέραν από το κριτήριο μείωσης του 20% πρέπει να υπάρχει ένα ελάχιστο ύψος οφειλής.

»Η τέταρτη επιφύλαξη αφορά στην ευκολία με την οποία απαλλάσσεται από τα χρέη – κατά κανόνα σε τρία χρόνια – αλλά υπό προυποθέσεις μέσα σε ένα β χρόνο.

»Τέλος, άλλες επιφυλάξεις είναι για τα κριτήρια επιδότησης, για τις έτοιμες λύσεις λόγω του αλγορίθμου και εάν από την ημερομηνία ισχύος θα είναι στη θέση τους όλες οι υποδομές.

»Ο νέος Νόμος δημιουργείται για να μείνει για αρκετά χρόνια. Θα ήταν τραγικό εάν σε δύο χρόνια δούμε ότι ευνόησε τη δημιουργία νέων κόκκινων δανείων ή ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη», κατέληξε.