Ευάγγελος Μάξιμος Σκοπελίτης (ΕΥ): Σε πολλές περιπτώσεις, η βιώσιμη ανάπτυξη είναι ενσωματωμένη στο DNA των οικογενειακών επιχειρήσεων

Η σημασία του marketing και της επικοινωνίας στις οικογενειακές επιχειρήσεις απασχόλησε τη συζήτηση ανάμεσα στον κ. Ευάγγελο Μάξιμο Α. Σκοπελίτη, Διευθυντή Brand, Marketing και Επικοινωνίας της EY Ελλάδος και τον κ. Γιώργο Λιμπέρη, CEO της Palladian Communications Specialists  στο 4th Family Business Conference, το οποίο διοργανώνεται από την Palladian Conferences για τέταρτη συνεχή χρονιά και ασχολείται με τις οικογενειακές επιχειρήσεις και τα ζητήματα που αφορούν στην οργάνωση και διαχείρισή τους

Στο πλαίσιο της συζήτησης που αναπτύχθηκε, ο κ. Σκοπελίτης σημείωσε: «Η εμπειρία μας στην EY, είτε μέσα από τη σχέση μας με τους πελάτες μας, είτε μέσα από τον διαγωνισμό Έλληνας «Επιχειρηματίας της Χρονιάς», μας έχει δείξει ότι οι οικογενειακές επιχειρήσεις έχουν ένα πλεονέκτημα, στο οποίο πρέπει να επενδύσουν. Εάν δεχθούμε ότι το Marketing είναι “να διηγείσαι καλά ένα story”, τότε τα καλά νέα είναι ότι οι Οικογενειακές Επιχειρήσεις, από τη φύση τους, έχουν ήδη ένα πολύ καλό story να τις υποστηρίξει: την ιστορία της δημιουργίας της επιχείρησης από το μηδέν, και τον μόχθο της οικογένειας πίσω από αυτή. Στόχος των επιχειρήσεων, και δη, των οικογενειακών, θα πρέπει να είναι να δημιουργήσουν ένα brand με το οποίο να μπορεί να ταυτιστεί ο καταναλωτής. Οι καταναλωτές, σήμερα, θέλουν να δημιουργήσουν δεσμούς εμπιστοσύνης με brands που θεωρούν ότι έχουν τις ίδιες προτεραιότητες και «πιστεύω» με εκείνους.»

Σε ερώτηση ως προς τις προκλήσεις που παρουσιάζονται για τις οικογενειακές επιχειρήσεις ως προς την επικοινωνία τους, ο κ. Σκοπελίτης επεσήμανε ότι: «Μια πρώτη τεράστια πρόκληση αποτελούν οι διαρκώς μεταβαλλόμενες απαιτήσεις και προσδοκίες των καταναλωτών»

Στο πλαίσιο αυτό, η συζήτηση του πάνελ εμπλουτίστηκε επίσης με τα χρήσιμα ευρήματα από την πρόσφατη καταναλωτική έρευνα της EY στην Ελλάδα, Future Consumer Index, το 2021, όπου εντοπίστηκαν ενδιαφέροντα στοιχεία για τον Έλληνα καταναλωτή του μέλλοντος, όπως το γεγονός ότι το 23% έχουν αλλάξει μάρκες που αγοράζουν, για να υποστηρίξουν την τοπική οικονομία/τοπικές επιχειρήσεις/καταστήματα της γειτονιάς τους και το 34% είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν περισσότερα για προϊόντα που παράγονται στη χώρα μας.

«Ακολούθως, μια ακόμη πρόκληση αποτελεί η αυξανόμενη έμφαση στη βιώσιμη ανάπτυξη και στα ζητήματα περιβάλλοντος, κοινωνίας και διακυβέρνησης (ESG) που δίνουν οι καταναλωτές σήμερα», σχολίασε συμπληρωματικά ο κ. Σκοπελίτης, μεταφέροντας συνοπτικά ορισμένα ακόμη σημαντικά ευρήματα της ίδιας έρευνας. Σύμφωνα με την έρευνα αυτή, στην Ελλάδα, το 73% των καταναλωτών πιστεύουν ότι τα brands/οι μάρκες πρέπει να συμπεριφέρονται με ηθικό τρόπο και σύμφωνα με τις προσδοκίες της κοινωνίας στην οποία δραστηριοποιούνται, ενώ το 71% θεωρούν ότι η συμπεριφορά μίας επιχείρησης είναι τόσο σημαντική όσο και τα προϊόντα/υπηρεσίες που προσφέρει.

Στη συνέχεια της τοποθέτησής του, ο Διευθυντής Brand, Marketing και Επικοινωνίας της ΕΥ Ελλάδος δήλωσε πως «σε πολλές περιπτώσεις, η βιώσιμη ανάπτυξη είναι ενσωματωμένη στο DNA των οικογενειακών επιχειρήσεων, υπό την έννοια ότι δημιουργούνται για να επιβιώσουν, να αναπτυχθούν και να παραδοθούν στις επόμενες γενιές – έχουν, άρα μια μακροπρόθεσμη βλέψη και δεν στοχεύουν στα οικονομικά αποτελέσματα τριμήνου αλλά στη δημιουργία μακροπρόθεσμης αξίας».

Κατά το τελευταίο μέρος της συζήτησης σχετικά με τα βήματα που θα πρέπει να ακολουθήσουν οι οικογενειακές επιχειρήσεις στον τομέα της επικοινωνίας, ο κ. Σκοπελίτης δήλωσε, μεταξύ άλλων, πως: «Είναι απαραίτητο να επενδύσουν στο marketing. Οι οικογενειακές επιχειρήσεις χρειάζονται σωστές δομές, διαδικασίες, ξεκάθαρους στόχους και στρατηγική και, βεβαίως, τους σωστούς ανθρώπους και καταρτισμένους συμβούλους. Διότι, σημασία δεν έχει μόνο τι λες ότι κάνεις, αλλά τι πραγματικά κάνεις και πώς το επικοινωνείς αποτελεσματικά.»

Από την πλευρά του ο κ. Γιώργος Λιμπέρης σημείωσε ότι υπάρχει η ανάγκη να ταυτιστεί ο καταναλωτής με το brand, και αυτό γίνεται οικοδομώντας συστηματικά μια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ επιχείρησης – καταναλωτή και κοινωνίας γενικότερα. Και εδώ, οι οικογενειακές επιχειρήσεις έχουν, πράγματι, ένα σημαντικό πλεονέκτημα καθώς βρίσκονται, συνήθως, πολύ πιο κοντά στην κοινωνία. Παράλληλα, ο κ. Λιμπέρης τόνισε ότι η διαχείριση κρίσεων δεν είναι μόνο μια διαδικασία περιορισμού της ζημιάς, «αφού έχει γίνει το κακό». Είναι κυρίως μια προληπτική διαδικασία για να θωρακίσεις την επιχείρηση, να εντοπίσεις τα τρωτά σημεία της, να τα περιορίσεις και να βάλεις τις διαδικασίες για να τις αντιμετωπίσεις με τον καλύτερο τρόπο. Δυστυχώς οι περισσότερες επιχειρήσεις και πόσο μάλλον οι οικογενειακές επιχειρήσεις, αμελούν αυτό το σημαντικό κομμάτι, με αποτέλεσμα να αναγκάζονται να πάρουν δύσκολες και επώδυνες αποφάσεις την ώρα της κρίσης. Σκέφτονται με τον τρόπο που σκεφτόμαστε πολλοί από εμάς για τα ασφαλιστικά προϊόντα: Οι περισσότεροι πιστεύουμε ότι αυτό δεν θα συμβεί ποτέ σε μας.