EY: Οι επιδόσεις των επιχειρήσεων σε θέματα περιβάλλοντος, κοινωνίας και διακυβέρνησης, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των επενδυτών

εσωτερικού ελέγχου

Οι θεσμικοί επενδυτές δίνουν ολοένα και αυξανόμενη έμφαση στην αξιολόγηση των εταιρειών με κριτήριο τις επιδόσεις τους σε θέματα περιβάλλοντος, κοινωνίας και διακυβέρνησης (Environmental, Social and Governance – ESG), σύμφωνα με την πέμπτη έρευνα του τμήματος Υπηρεσιών Κλιματικής Αλλαγής και Βιώσιμης Ανάπτυξης της ΕΥ, η οποία διεξήχθη μεταξύ 298 θεσμικών επενδυτών παγκοσμίως.

Η συντριπτική πλειονότητα των επενδυτών (98%) αξιολογεί τη μη χρηματοοικονομική επίδοση βάσει εταιρικών δημοσιοποιήσεων, με το 72% να δηλώνουν ότι διενεργούν μία δομημένη, μεθοδική αξιολόγηση. Αυτό αποτελεί ένα σημαντικό βήμα, καθώς στην τέταρτη έκδοση της έρευνας, που διεξήχθη το 2018, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 32%.

Ταυτόχρονα, σύμφωνα με την έρευνα, οι μη χρηματοοικονομικές επιδόσεις σε θέματα ESG κατείχαν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση των αποφάσεων των επενδυτών, κατά τους τελευταίους 12 μήνες (91%) – είτε συχνά, είτε περιστασιακά – με το ποσοστό των επενδυτών που αναφέρουν ότι λαμβάνουν υπόψη συχνά μη χρηματοοικονομικά κριτήρια, να αυξάνεται στο 43% από 34% το 2018.

Ειδικότερα, η κλιματική αλλαγή φαίνεται να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, με το 73% των επενδυτών να απαντούν ότι θα αφιερώσουν σημαντικό χρόνο και προσοχή στην αξιολόγηση των επιδράσεων από φυσικούς κινδύνους που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, κατά τη διαδικασία επιλογής και κατανομής κεφαλαίων.

Αυξανόμενη έλλειψη επαρκούς μη χρηματοοικονομικής πληροφόρησης για θέματα ESG

Η έρευνα εντοπίζει, επίσης, ένα αυξανόμενο χάσμα μεταξύ της αυξανόμενης έμφασης που δίνουν οι επενδυτές στην αξιολόγηση της επίδοσης των επιχειρήσεων βάσει κριτηρίων ESG, και της διαθεσιμότητας τυποποιημένων και έγκυρων μη χρηματοοικονομικών δεδομένων από την πλευρά των επιχειρήσεων.

Ο αριθμός των επενδυτών που δηλώνουν ότι δεν είναι ικανοποιημένοι με τις δημοσιοποιήσεις περιβαλλοντικών κινδύνων, αυξήθηκε στο 34%, από 20% το 2018. Ταυτόχρονα, το ποσοστό των ερωτηθέντων που δηλώνουν ότι οι επιχειρήσεις δε γνωστοποιούν επαρκώς τους κοινωνικούς κινδύνους και τους κινδύνους διακυβέρνησης που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα, αυξήθηκε σε 41% (από 21% το 2018) και 42% (από 16%), αντίστοιχα.

Σε ερώτηση σχετικά με τις προκλήσεις ως προς τη χρησιμότητα και την αποτελεσματικότητα των πρόσφατων αναφορών ESG, το 46% των επενδυτών ανέφεραν ως την κορυφαία πρόκληση, τη μη συσχέτιση των πληροφοριών ESG και των βασικών χρηματοοικονομικών πληροφοριών. Ακολουθούν η έλλειψη πληροφόρησης σε πραγματικό χρόνο (41%) ή πληροφοριών σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η εταιρεία δημιουργεί μακροπρόθεσμη αξία (41%), η έλλειψη δημοσιοποιήσεων για τις μελλοντικές προοπτικές (37%), καθώς και η ανεπαρκής έμφαση στα ουσιαστικά θέματα (37%).

Οι επενδυτές ζητούν ανεξάρτητη αξιολόγηση των επιδόσεων ESG

Η έρευνα της EY διαπίστωσε σημαντικό ενδιαφέρον μεταξύ των επενδυτών για ανεξάρτητη αξιολόγηση των επιδόσεων ESG, με τρεις στους τέσσερις ερωτώμενους (75%) να θεωρούν σημαντική τη διασφάλιση της αξιοπιστίας των εταιρικών σχεδίων για κίνδυνους που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή. Οι επενδυτές εντοπίζουν, επίσης, μία έντονη ανάγκη για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης, όσον αφορά τις δημοσιοποιήσεις πράσινων επενδύσεων, με το 82% να αναφέρουν ότι θα ήταν χρήσιμο να υπάρχει ανεξάρτητη διασφάλιση της επίδρασης των πράσινων επενδύσεων.

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας, η κα Κιάρα Κόντη, Director στο τμήμα Υπηρεσιών Κλιματικής Αλλαγής και Βιώσιμης Ανάπτυξης της ΕΥ Ελλάδος, ανέφερε: “Η παγκόσμια επενδυτική κοινότητα αναθεωρεί τους κανόνες και τα κριτήρια βάσει των οποίων κατανέμει τα κεφάλαιά της, αποδίδοντας πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα στους μη χρηματοοικονομικούς δείκτες, δηλαδή στις επιδόσεις των επιχειρήσεων σε θέματα που αφορούν στο περιβάλλον, την κοινωνία και τη διακυβέρνηση (ESG). Ωστόσο, οι δημοσιευμένες μη χρηματοοικονομικές αναφορές δεν ανταποκρίνονται πάντα στις απαιτήσεις των επενδυτών. Οι επιχειρήσεις που θα μπορέσουν να ανταποκριθούν σε αυτή την πρόκληση, εστιάζοντας σε ζητήματα βιώσιμης ανάπτυξης τα οποία σχετίζονται με τη χρηματοοικονομική τους επίδοση, είναι εκείνες που θα εξασφαλίσουν τα απαραίτητα κεφάλαια για την οικονομική ανάκαμψη στη μετά-COVID-19 εποχή”.