ΕΥ: Εξακολουθεί να ενισχύεται η ελκυστικότητα της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού

Σε ένα περιβάλλον παγκόσμιων οικονομικών προκλήσεων, η ελκυστικότητα της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού, εξακολουθεί να ενισχύεται. 40% των επιχειρήσεων που συμμετείχαν σε έρευνα της EY Ελλάδος, σχεδιάζουν να επενδύσουν, ή να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους στη χώρα μας, στη διάρκεια του επόμενου χρόνου, ενώ 67% εκτιμούν ότι η ελκυστικότητα της Ελλάδας θα βελτιωθεί περαιτέρω στα επόμενα τρία χρόνια – το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των υπό σύγκριση ευρωπαϊκών χωρών, όπου πραγματοποιήθηκε η έρευνα φέτος. Αυτά είναι μερικά από τα ευρήματα της μεγάλης έρευνας, EY Attractiveness Survey Ελλάδα 2023, της πέμπτης έκδοσης με θέμα την ελκυστικότητα της χώρας ως επενδυτικού προορισμού, η οποία διενεργήθηκε από την FT Longitude για λογαριασμό της EY Ελλάδος, μεταξύ 3 και 26 Ιουλίου 2023.

Τα ευρήματα παρουσίασε ο Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΥ Ελλάδος, κ. Γιώργος Παπαδημητρίου, στην εναρκτήρια συνεδρία του 6th InvestGR Forum 2023: Staying the Course.

Ιστορικά καλύτερη επίδοση στο πλαίσιο της έρευνας, ως προς τον αριθμό των άμεσων ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα, ενώ βελτιώνεται η ποιοτική σύνθεσή τους

Σύμφωνα με το ΕΥ European Investment Monitor, μία εκτεταμένη βάση δεδομένων που επεξεργάζεται η ΕΥ, το 2022 πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα 47 άμεσες ξένες επενδύσεις (ΑΞΕ), έναντι 30 το 2021. Ο αριθμός αυτός, κατατάσσει – για πρώτη φορά – την Ελλάδα, στην πρώτη εικοσάδα μεταξύ των 48 χωρών που παρακολουθεί η έρευνα και αποτελεί, με διαφορά, την καλύτερη επίδοση της χώρας από την έναρξη της παγκόσμιας σειράς ερευνών, Attractiveness Survey, το 2000. Αθροιστικά, οι επενδύσεις της τελευταίας τριετίας αντιπροσωπεύουν το 35% του συνόλου των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία 23 χρόνια.

Καταγράφεται, επίσης, μία συνεχιζόμενη βελτίωση της ποιοτικής σύνθεσης των επενδύσεων, με μεγαλύτερη διασπορά σε περισσότερες δραστηριότητες, και σημαντικό ποσοστό να κατευθύνεται σε δραστηριότητες έντασης γνώσης με σχετικά υψηλή προστιθέμενη αξία και κλάδους, όπως του λογισμικού και υπηρεσιών πληροφορικής, που μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Συνεχίζει να αυξάνεται η διάθεση για επενδύσεις

Σύμφωνα με την έρευνα της ΕΥ, που πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή 250 στελεχών ξένων επιχειρήσεων από ολόκληρο τον κόσμο, δύο στις πέντε επιχειρήσεις (40%) σχεδιάζουν να επενδύσουν ή να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους στη χώρα μας, στη διάρκεια του επόμενου χρόνου. Το ποσοστό αυτό αυξάνεται σταθερά τα τελευταία τρία χρόνια, από 28% το 2020, σε 34% το 2021 και 37% το 2022.

Όπως και για την υπόλοιπη Ευρώπη, οι σημαντικότεροι οικονομικοί κίνδυνοι που επηρέασαν περισσότερο τα επενδυτικά σχέδια των επιχειρήσεων για την Ελλάδα το 2023, σύμφωνα με την έρευνα, ήταν ο πληθωρισμός και ο αντίκτυπός του στην καταναλωτική δαπάνη (50%), καθώς και η αύξηση των επιτοκίων και η περιοριστική νομισματική πολιτική (43%).

Σε ερώτηση προς τις επιχειρήσεις που έχουν ήδη παρουσία στη χώρα, σχετικά με τους τομείς όπου αναμένουν να αυξήσουν το τρέχον επενδυτικό τους αποτύπωμα, κατά την επόμενη τριετία, στις πρώτες θέσεις βρέθηκαν οι υπηρεσίες προς επιχειρήσεις (61%) και τα logistics (58%). Αντίθετα, μία στις τρεις επιχειρήσεις σκοπεύει να αυξήσει το αποτύπωμά της στον κρίσιμο τομέα της έρευνας και ανάπτυξης (R&D) στην Ελλάδα (33%), έναντι 64% στο σύνολο της Ευρώπης, ενώ 25%, μάλιστα, δήλωσαν ότι αναμένουν να το μειώσουν.

Ως προς τους σημαντικότερους κινδύνους που θα μπορούσαν να απειλήσουν τη συνολική ελκυστικότητα της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού, οι συμμετέχοντες στην έρευνα ανέφεραν τον εντεινόμενο πληθωρισμό (28%), την ενεργειακή κρίση (23%), την κοινωνική και οικονομική αστάθεια (21%) και το εργατικό κόστος (20%).

Βελτίωση της ελκυστικότητας της χώρας τον τελευταίο χρόνο, ενώ υψηλή παραμένει η αισιοδοξία για την επόμενη τριετία

Το 60% των συμμετεχόντων αναφέρουν ότι η άποψή τους για την Ελλάδα, ως μία χώρα όπου η επιχείρησή τους θα μπορούσε να αναπτύξει ή να επεκτείνει τις δραστηριότητές της, έχει βελτιωθεί, με το 8% να εκτιμούν ότι έχει βελτιωθεί σημαντικά. Το συνολικό ποσοστό όσων διαπιστώνουν βελτίωση, είναι αυξημένο σε σχέση με το 2022 (58%), και το υψηλότερο από την έναρξη διεξαγωγής της έρευνας – με εξαίρεση το 2021, όταν είχε προσεγγίσει το 62%.

Δύο στους τρεις ερωτηθέντες (67%) εκτιμούν ότι η ελκυστικότητα της Ελλάδας θα βελτιωθεί στα επόμενα τρία χρόνια, εκ των οποίων, 5% προσβλέπουν σε σημαντική βελτίωση, ενώ 9% αναμένουν ελαφρά επιδείνωση και μόλις 2%, σημαντική επιδείνωση. Το ποσοστό των θετικών εκτιμήσεων (67%), παρότι μειωμένο έναντι του 2022 (75%), είναι μακράν το υψηλότερο μεταξύ των υπό σύγκριση ευρωπαϊκών χωρών.

Αποτελεσματική η πολιτική ελκυστικότητας της χώρας, με περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης

Τρεις στους τέσσερις συμμετέχοντες στην έρευνα (76%) κρίνουν την πολιτική ελκυστικότητας της χώρας για την προσέλκυση επενδύσεων ως «πολύ» (16%) ή «σχετικά» (60%) αποτελεσματική, υποδηλώνοντας ότι η βελτίωση της ελκυστικότητας της Ελλάδας αποδίδεται από τους επενδυτές στην υλοποίηση συγκεκριμένων πολιτικών, και όχι μόνο στη χρονική συγκυρία και τη λήξη μιας μακράς περιόδου οικονομικής και πολιτικής αβεβαιότητας. Ωστόσο, η υψηλή αναλογία όσων χαρακτηρίζουν την πολιτική ελκυστικότητας της Ελλάδας ως «σχετικά» αποτελεσματική, υποδηλώνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης.

Μεταξύ των επιμέρους πολιτικών ελκυστικότητας, οι ερωτηθέντες προκρίνουν τις πολιτικές για την προσέλκυση επιχειρήσεων (76%), καινοτόμων δραστηριοτήτων (68%) και ανθρώπινου ταλέντου (64%) και, λιγότερο, την προσέλκυση κεντρικών γραφείων επιχειρήσεων (58%) και τη δημιουργία κέντρων ανταγωνιστικότητας και κόμβων παγκόσμιας εμβέλειας (54%).

Βιώσιμη ανάπτυξη, τεχνολογία και ανθρώπινο δυναμικό

Οι συμμετέχοντες στην έρευνα αξιολόγησαν, επίσης, την Ελλάδα, συγκριτικά με άλλες χώρες, με βάση μία σειρά από κριτήρια που συνδέονται με τρεις κρίσιμους παράγοντες που επηρεάζουν σήμερα τις επενδυτικές αποφάσεις: τη βιώσιμη ανάπτυξη, την τεχνολογία και το ανθρώπινο δυναμικό.

Σε όλους τους επιμέρους τομείς, η πλειοψηφία των ερωτώμενων εκτιμούν ότι οι επιδόσεις της Ελλάδας κυμαίνονται στα ίδια επίπεδα με αυτές των άλλων χωρών. Η καλύτερη εικόνα για τη χώρα αναδεικνύεται στη βιώσιμη ανάπτυξη, όπου σε πέντε από τα έξι επιμέρους κριτήρια πλειοψηφούν όσοι αξιολογούν τις επιδόσεις της χώρας ως καλύτερες, έναντι όσων τις θεωρούν χειρότερες σε σχέση με άλλες χώρες. Αντίθετα, στα κριτήρια που συνδέονται με την τεχνολογία και το ανθρώπινο δυναμικό, η εικόνα είναι λιγότερο ενθαρρυντική, με τα ποσοστά όσων θεωρούν τις επιδόσεις της χώρας καλύτερες στα επιμέρους κριτήρια, να βρίσκονται πολύ κοντά σε αυτά που τις κρίνουν χειρότερες, υπογραμμίζοντας κάποιους κρίσιμους τομείς όπου θα χρειαστούν σημαντικές παρεμβάσεις τα επόμενα χρόνια.

Θετικές απόψεις για τη διαχείριση της ενεργειακής κρίσης

Οι ερωτώμενοι φαίνεται να επικροτούν τον τρόπο με τον οποίο η χώρα διαχειρίστηκε την ενεργειακή κρίση του 2022. Σε σχετική ερώτηση, δύο στους πέντε εκφράστηκαν θετικά, με 36% να δηλώνουν ότι η Ελλάδα διαχειρίστηκε την κρίση «ελαφρώς καλύτερα» και 7% «σημαντικά καλύτερα» από τις άλλες χώρες, ενώ 22% θεώρησαν ότι η διαχείριση της κρίσης ήταν συγκριτικά χειρότερη.

Ανθρώπινες δεξιότητες, φορολογία, υψηλή τεχνολογία και καινοτομία, παραμένουν βασικές προτεραιότητες

Ως προς τους τομείς όπου θα πρέπει να εστιάσει η χώρα για να διατηρήσει την ανταγωνιστική της θέση στην παγκόσμια οικονομία, οι ερωτώμενοι εξακολουθούν να τονίζουν τρεις προτεραιότητες: τη βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος και των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού (31%), τη μείωση της φορολογίας (28%) και την υποστήριξη των κλάδων υψηλής τεχνολογίας και καινοτομίας, όπως οι καθαρές τεχνολογίες, κ.ά. (26%).

Οι προτάσεις της ΕΥ

Μέσω της έρευνας, η ΕΥ Ελλάδος, καταθέτει μία δέσμη προτάσεων με στόχο την περαιτέρω βελτίωση της ελκυστικότητας της χώρας, οι οποίες κινούνται σε οκτώ βασικούς άξονες:

  1. Ανάδειξη της Ελλάδας σε βασικό προορισμό για τις επιχειρήσεις της επόμενης γενιάς
  2. Ανάπτυξη της επόμενης γενιάς ανθρώπινου δυναμικού και ευθυγράμμιση των δεξιοτήτων με τις ανάγκες της αγοράς
  3. Εστίαση στη βιώσιμη ανάπτυξη και κεφαλαιοποίηση του συγκριτικού πλεονεκτήματος της χώρας στις ΑΠΕ
  4. Ενίσχυση του τομέα της έρευνας και ανάπτυξης
  5. Ενίσχυση της στήριξης των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων
  6. Οικοδόμηση εμπιστοσύνης μέσω ενός σύγχρονου φορολογικού και ρυθμιστικού πλαισίου
  7. Ενίσχυση των υποδομών
  8. Θωράκιση της χώρας απέναντι στην κλιματική αλλαγή

Ο Πρωθυπουργός, κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, τοποθετείται στην έρευνα, σχετικά με τις σταθερά βελτιούμενες επιδόσεις της χώρας στην προσέλκυση ΑΞΕ, τονίζοντας τα επόμενα βήματα:

«Για να διατηρήσουμε και να βελτιώσουμε αυτήν τη θετική πορεία, καλούμαστε να πετύχουμε νέους, φιλόδοξους στόχους: Επιτάχυνση της απονομής της Δικαιοσύνης με προσέγγιση του ευρωπαϊκού μέσου χρόνου στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων. Εντατική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, που σημαίνει περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη. Επένδυση στην κλιματική προσαρμογή και στον περιορισμό των συνεπειών από φυσικές καταστροφές. Ανασυγκρότηση του κράτους προς όφελος των πολιτών. Προώθηση της πράσινης μετάβασης για φθηνότερη και οικολογική ενέργεια. Και, τέλος, γενίκευση της ψηφιακής μετάβασης σε όλες τις διαδικασίες της Διοίκησης».

Μαζί με τον Πρωθυπουργό, τις απόψεις τους για τη σημασία των ξένων επενδύσεων για την Ελλάδα, εκφράζουν, επίσης, στην έρευνα, οι Υπουργοί κ.κ. Κωστής Χατζηδάκης – Υπουργός Εθνικής Οικονομίας & Οικονομικών, Νίκη Κεραμέως – Υπουργός Εσωτερικών, Κώστας Σκρέκας – Υπουργός Ανάπτυξης, και Δημήτρης Παπαστεργίου – Υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, καθώς και οι κ.κ. Νίκος Βέττας – Γενικός Διευθυντής, Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών – ΙΟΒΕ, Καθηγητής Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Μαρίνος Γιαννόπουλος – Διευθύνων Σύμβουλος, Enterprise Greece, Γιάννος Κοντόπουλος – Διευθύνων Σύμβουλος, Όμιλος Χρηματιστηρίου Αθηνών, και Δημήτρης Παπαλεξόπουλος – Πρόεδρος ΣΕΒ, Πρόεδρος Εκτελεστικής Επιτροπής Ομίλου ΤΙΤΑΝ.

Παρουσιάζοντας την έρευνα, ο κ. Γιώργος Παπαδημητρίου, δήλωσε: «Για μία ακόμη χρονιά, η έρευνά μας επιβεβαιώνει ότι οι επιδόσεις της Ελλάδας βελτιώνονται, και η χώρα μας βρίσκει σταδιακά τη θέση που της αναλογεί στον παγκόσμιο επενδυτικό χάρτη. Η έρευνα αναδεικνύει τους τομείς όπου η χώρα μας συγκεντρώνει συγκριτικά πλεονεκτήματα, αλλά και τομείς όπου εξακολουθούν να απαιτούνται σημαντικές παρεμβάσεις. Σε ένα περιβάλλον όπου μικρές και μεγάλες ανταγωνίστριες προς την Ελλάδα χώρες, αγωνίζονται με την ίδια ένταση για την προσέλκυση επενδύσεων, δεν υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού. Οφείλουμε όλοι να περιφρουρήσουμε τις κατακτήσεις των τελευταίων ετών, να προβάλουμε συστηματικά τα ισχυρά μας χαρτιά και, κυρίως, να συνεχίσουμε με μεγαλύτερη ένταση τις μεταρρυθμίσεις και τις παρεμβάσεις στους τομείς όπου ακόμη υπάρχουν περιθώρια για βελτίωση».

Για την πλήρη έκδοση της έρευνας, πατήστε εδώ.