ESM για Ελλάδα: Συστάσεις για δημοσιονομική σύνεση και υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων – Προβλέπει ανάπτυξη 2,3% φέτος

Αυστηρή προσήλωση στη δημοσιονομική σύνεση και στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, με επίκεντρο αυτές του Προγράμματος Ελλάδα 2.0, του Ταμείου Ανάκαμψης, συνιστά ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) στην Ελλάδα, στην ετήσια έκθεσή του που εγκρίθηκε χθες.

Ως μεγαλύτερος δανειστής της Ελλάδας, ο ESM αξιολόγησε τη βιωσιμότητα του χρέους της και τη δυνατότητα εξόφλησης των υποχρεώσεών της και αποφάνθηκε ότι ενώ τους επόμενους 12 μήνες δεν υπάρχει κίνδυνος, μακροπρόθεσμα η χώρα αντιμετωπίζει προκλήσεις, καταγράφοντας τις εξής τέσσερις: Μεγάλο δημόσιο χρέος, έλλειμμα ισοζυγίου πληρωμών, ασθενής αύξηση της παραγωγικότητας, ευάλωτος τραπεζικός τομέας. Για τον τελευταίο αναφέρει ότι είναι πιθανή η αύξηση του κόστους χρηματοδότησής του και η μείωση της κερδοφορίας του.

Ο ESM επισημαίνει τον ισχυρό ρυθμό ανάπτυξης της χώρας και προβλέπει συνέχισή του φέτος με 2,3%, μεταξύ της πρόβλεψης της κυβέρνησης για 2,5% και της Κομισιόν για 2,2%. Είναι πιο απαισιόδοξος, όμως, ως προς τον πληθωρισμό που τον βλέπει να κλείνει στο 2,7%, κοντά στο 2,8% της Κομισιόν, έναντι πρόβλεψης της κυβέρνησης για 2,3% κατά μέσον όρο φέτος. Επισημαίνει, επίσης, την πτώση της ανεργίας, την αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος και τη μείωση του δημοσίου χρέους, ενώ αναδεικνύει την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας από όλους τους μεγάλους οίκους αξιολόγησης, πλην ενός. «Η Ελλάδα άφησε πίσω της μια μακρά κληρονομιά από την κρίση χρέους», αναφέρει η έκθεση.

Σημειώνει ότι οι αγορές ανταποκρίθηκαν σε αυτές τις θετικές εξελίξεις μειώνοντας τα επιτόκια δανεισμού σε επίπεδα άλλων χωρών με υψηλότερη πιστοληπτική βαθμίδα. Η χώρα προστατεύθηκε, επισημαίνεται, από τη δομή του χρέους της, μεγάλο μέρος του οποίου κατέχουν οι επίσημοι πιστωτές, ενώ η διάρκεια είναι μεγάλη και τα επιτόκια σταθερά. Επίσης, το «μαξιλάρι» διαθεσίμων της χώρας παρέμεινε μεγάλο.

Για το έλλειμμα του ισοζυγίου σημειώνει ότι παρά την υποχώρησή του το 2023 διαμορφώθηκε στο 6,3% του ΑΕΠ, σημαντικά πάνω από τα προ πανδημιας επιπεδά του.

Επισημαίνει, επίσης, τις ελλείψεις που διαπιστώθηκαν στην αγορά εργασίας και την ανάγκη να αυξηθεί η συμμετοχή στην αγορά εργασίας, ιδίως των γυναικών και των νέων.

Για τις τράπεζες αναφέρει ότι ενώ βελτίωσαν την κερδοφορία και τη ρευστότητά τους και μείωσαν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, παραμένουν ευάλωτες. Επίσης, ενας μεγάλος όγκος μη εξυπηρετούμενων δανείων παραμένουν αρύθμιστα στα χέρια των servicers. Η πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα -2,1% το Σεπέμβριο- αφορούσε κυρίως τις πιστώσεις προς επιχειρήσεις, ενώ οι καθαρές πιστώσεις προς ιδιώτες μειώθηκαν κατά 2,3%.