Δημοσιονομικό Συμβούλιο: Πέντε κίνδυνοι για την ανάκαμψη της οικονομίας – Τα 3 σενάρια για το ΑΕΠ

Ξεκινώντας με τη διαπίστωση ότι η κρίση έχει ήδη αφήσει τα σημάδια της στην ελληνική οικονομία, αλλά δεν μπορεί ακόμα να προβλέψει κανείς το βάθος της ύφεσης, το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο εκφράζει ανησυχίες και επιφυλάξεις για την επόμενη ημέρα.

Βασικότερος κίνδυνος για την οικονομία εντός του 2020 αποτελεί η πιθανότητα να επανακάμψει η υγειονομική κρίση με έξαρση του αριθμού των κρουσμάτων και συνέπεια να επιβληθούν διοικητικά νέοι άμεσοι περιορισμοί της οικονομικής δραστηριότητας, είτε ευρεία συρρίκνωσή της από «αυθόρμητες» επιλογές των πολιτών, λόγω της έντασης μιας πιθανώς γενικευμένης ανασφάλειας. Σε αυτή την περίπτωση η προβλεπόμενη ύφεση θα επιβαρυνθεί ακόμη περισσότερο και τα νέα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης που θα πρέπει να ληφθούν θα επιβαρύνουν περαιτέρω τον κρατικό προϋπολογισμό.

Εκτιμά πως “η ελληνική οικονομία φαίνεται ότι θα πληγεί με ιδιαίτερη σφοδρότητα λόγω: α) της μεγάλης, σχετικά, εξάρτησής της από τουρισμό και μεταφορές, β) της διάρθρωσής της, η οποία χαρακτηρίζεται από μικρού μεγέθους επιχειρήσεις με μικρά περιθώρια αντίδρασης σε καταστάσεις περιστολής της οικονομικής δραστηριότητας και γ) την υψηλή, σχετικά, προστιθέμενη αξία κλάδων όπως “διαχείρισης ακίνητης περιουσίας” “χονδρικό, λιανικό εμπόριο…υπηρεσίες εστίασης…”, “τέχνες διασκέδαση και ψυχαγωγία” κλπ οι οποίοι πλήττονται άμεσα και ισχυρά λόγω του κανόνα των αυξημένων κοινωνικών αποστάσεων που επιβάλλουν οι προδιαγραφές προστασίας έναντι της επιμόλυνσης από τον COVID-192

Τη μεγαλύτερη αρνητική επίπτωση εκτιμάται ότι θα την επιφέρει η πτώση της ιδιωτικής κατανάλωσης, λόγω της υψηλής συμμετοχής της στη διαμόρφωση του ΑΕΠ. Η περιστολή της οικονομικής δραστηριότητας και οι παρεπόμενες απώλειες σε εισοδήματα όπως και αυτή καθαυτή , η ανασφάλεια την οποία προκαλεί η φύση της κρίσης στους καταναλωτές είναι επόμενο να πλήξουν ιδιαίτερα την ιδιωτική κατανάλωση. Είναι ενδεικτικό ότι ο δείκτης PMI, ο οποίος στη Ελλάδα παρουσιάζει υψηλή συσχέτιση με την ιδιωτική κατανάλωση, κατέγραψε τον Μάρτιο και τον Απρίλιο μείωση κατά 22,3% και 47,9% σε ετήσια βάση3 . Σε δύο από τα τρία σενάρια, οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα μειωθούν σχετικά λίγο, ενώ στο σενάριο 3 η πρόβλεψη αφορούν σε μεγάλη πτώση. Η κατηγορία επενδύσεων που εκτιμάται ότι θα πληγεί περισσότερο είναι η κατηγορία “μεταφορικός εξοπλισμός”.

Επιπλέον περίπου 2 δισ. ευρώ προβλέπεται να κινητοποιηθούν με τη μορφή εγγυημένων δανείων μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας. Σε σχέση με την αποτελεσματικότητα των μέτρων που έχουν ληφθεί για την ανάσχεση της ύφεσης, κομβικής σημασίας είναι η έγκαιρη και αποτελεσματική εφαρμογή τους, ιδίως όσον αφορά στις εγγυήσεις ύψους 2 δισ. ευρώ που θα δοθούν μέσω του Ταμείου Εγγυοδοσίας της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας. Σύμφωνα με το ΥΠΟΙΚ, οι εγγυήσεις αυτές αναμένεται να κινητοποιήσουν συνολικούς πόρους 7 δισ. ευρώ, πρόβλεψη που κατά το ΕΔΣ ενδεχομένως να αποδειχθεί υπεραισιόδοξη.

Επιπρόσθετα, οι πιστώσεις που θα κατευθυνθούν προς τα εγγυημένα δάνεια πιθανόν να μην αποτελέσουν νέους πρόσθετους χρηματοδοτικούς πόρους που θα αυξάνουν τη συνολική χρηματοδότηση της οικονομίας, αλλά απλή ανακατεύθυνση υφιστάμενων κεφαλαίων που θα είχαν διατεθεί ούτως ή άλλως στην αγορά από τα πιστωτικά ιδρύματα, αλλά σε άλλους δανειολήπτες. Στην περίπτωση αυτή είναι πιθανό η κρατική παρέμβαση να αποκτήσει και μια στρεβλωτική διάσταση, στο μέτρο που μπορεί να μετατοπίσει χρηματοδοτήσεις προς λιγότερο αποδοτικά επενδυτικά σχέδια. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιδείνωση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών και ενδεχομένως σε δημιουργία μιας νέας γενιάς μη εξυπηρετούμενων δανείων, με πιθανές αυξημένες καταπτώσεις και κατ’ ακολουθία πρόσθετο δημοσιονομικό κόστος.

Ένας ακόμα κίνδυνος που δύναται να επιβραδύνει τη μελλοντική ανάκαμψη της οικονομίας αφορά στη μη παροδική μείωση των αμοιβών της εργασίας, και κατά συνέπεια την αδυναμία της ιδιωτικής κατανάλωσης να επανέλθει άμεσα στα προ της κρίσης επίπεδα.

Όσον αφορά στα δημοσιονομικά, όλοι οι στόχοι για το 2020 έχουν ανασταλεί. Ωστόσο, κατά το ΕΔΣ, δεν είναι γνωστό τι θα συμφωνηθεί για τα επόμενα χρόνια με τους ευρωπαίους εταίρους, επί του θέματος. Η πιθανότητα επαναφοράς περιοριστικών δημοσιονομικών μέτρων τα επόμενα χρόνια θα θέσει σε κίνδυνο την ανάκαμψη.