DBRS: Οι ελληνικές τράπεζες περνούν το κάβο και γυρίζουν σελίδα

Σε ένα έτος που χαρακτηρίζεται από αβέβαιο μακροοικονομικό περιβάλλον, ευμετάβλητες συνθήκες αγοράς και επιχειρησιακές προκλήσεις, οι τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες Alpha Bank, Eurobank, Εθνική και Πειραιώς σημείωσαν σημαντική πρόοδο στην αντιμετώπιση παλαιών προβλημάτων και έθεσαν τις προϋποθέσεις για τον περαιτέρω μετασχηματισμό τους.

Οι ενισχυμένες κεφαλαιακές βάσεις των ελληνικών τραπεζών θα μπορέσουν να απορροφήσουν τις συνέπειες των πρόσθετων κινήσεων για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, εκτιμά η DBRS, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι ο κλάδος γύρισε σελίδα, καθώς μείωσε σημαντικά τα κόκκινα δάνεια μέσα σε μία χρονιά γεμάτη προκλήσεις και ανακοίνωσε και περαιτέρω κινήσεις μείωσης του ρίσκου.

Αυτό αναφέρει στη σημερινή, 6 Απριλίου 2020, ανάλυσή της για τον ελληνικό τραπεζικό σύστημα, η DBRS, τονίζοντας ότι η αποκατεστημένη πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίων   ενώ τα “μαξιλάρια” για τις ελάχιστες κανονιστικές απαιτήσεις παραμένουν σε μεγάλο βαθμό υγιή.

Ωστόσο, η δημιουργία κεφαλαίου επηρεάστηκε από αυξημένες χρεώσεις απομείωσης ως αποτέλεσμα του επιδεινούμενου μακροοικονομικού περιβάλλοντος λόγω της πανδημίας COVID-19 και της επίδρασης της εκκαθάρισης των NPE μέσω σημαντικών τιτλοποιήσεων.

Οι ελληνικές τράπεζες στοχεύουν στην περαιτέρω αποφυγή κινδύνων

Η DBRS προειδοποιεί επίσης ότι παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί, οι αρνητικοί κίνδυνοι εξακολουθούν να είναι εμφανείς, καθώς η ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων αναμένεται να επιδεινωθεί σε δάνεια που εξακολουθούν να βρίσκονται υπό μορατόριουμ, παρόλο που οι πρώιμοι δείκτες δείχνουν πιθανώς χαμηλότερη επίπτωση από την αρχικά αναμενόμενη.υνοι
Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι ο ρυθμός της οικονομικής ανάκαμψης, σε συνδυασμό με τη συνεχή ζήτηση των επενδυτών, θα είναι κρίσιμος παράγοντας για την επίτευξη των στόχων των τραπεζών.

Η επιτυχής εφαρμογή του Ηρακλή ανοίγει το δρόμο για περαιτέρω αποφυγή κινδύνων

Οι τέσσερις τράπεζες συνολικά μείωσαν το απόθεμα NPE τους κατά 50% σε ένα έτος σε 33,8 δισ. ευρώ, σε pro-forma βάση, στα τέλη Δεκεμβρίου 2020.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι τράπεζες ανακοίνωσαν πρόσθετα σχέδια για τη διάθεση NPE περίπου 20 δισ. ευρώ, προκειμένου να επιτύχουν μονοψήφια ποσοστά NPE εντός των επόμενων 12-18 μηνών και να ενισχύσουν την κερδοφορία τους.

Η αναμενόμενη επέκταση του συστήματος προστασίας του ενεργητικού Ηρακλής, το οποίο βρίσκεται υπό εξέταση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανταγωνισμού (η σχετική απόφαση θα ανακοινωθεί στις αρχές Απριλίου), θα πρέπει να υποστηρίξει τις τράπεζες στους στόχους τους.

Η Alpha Bank, η Eurobank και η Πειραιώς ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να χρησιμοποιήσουν το εκτεταμένο σύστημα τιτλοποίησης NPE με περίπου 2 δισ. ευρώ, 3,3 δισ. ευρώ και 11 δισ. ευρώ, αντίστοιχα.

Οι τράπεζες σκοπεύουν επίσης να προχωρήσουν σε μικρές πωλήσεις NPE, με τα ποσά που ανακοινώθηκαν μέχρι σήμερα να ανέρχονται σε περίπου 1,3 δισ. ευρώ για την Alpha και περίπου 1,5 δισ. ευρώ για την Εθνική Τράπεζα και την Πειραιώς αντίστοιχα.

Η ζήτηση και η κεφαλαιακή επάρκεια

Η ζήτηση των επενδυτών για τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία ήταν μέχρι σήμερα ισχυρή, και λαμβάνοντας υπόψη τις ομαλοποιημένες συνθήκες της αγοράς, η DBRS θεωρεί πιθανό ότι οι τράπεζες θα είναι σε θέση να προβούν σε συναλλαγές με τις πωλήσεις NPE με παρόμοιους όρους όπως ορίζονται στα σχέδιά τους.

Επίσης, τα επίπεδα κεφαλαίου είναι σε θέση να απορροφήσουν τις πρόσθετες διαθέσεις NPE.
Δεδομένου ότι οι τιτλοποιήσεις NPE έχουν σημαντικό αντίκτυπο στους δείκτες P&L και θα μπορούσαν ακόμη και να οδηγήσουν σε διάβρωση του κεφαλαίου, η DBRS θεωρεί ότι οι τράπεζες έχουν λάβει μέτρα για την ενίσχυση της κεφαλαιακής τους βάσης και επί του παρόντος διατηρούν σε μεγάλο βαθμό υγιή μαξιλάρια για τις ελάχιστες κανονιστικές απαιτήσεις.

Συγκεκριμένα, εκτιμά θετικά την αποκατασταθείσα και συνεχιζόμενη πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίων μειωμένης εξασφάλισης, καθώς κατά την περίοδο Ιουνίου 2019 έως Μαρτίου 2021, τρεις από τις τράπεζες έχουν προχωρήσει στην έκδοση πέντε ξεχωριστών τίτλων κατηγορίας 2 για ένα συνολικό ποσό 2,3 ευρώ δισ. (Alpha Bank: δύο εκδόσεις 500 εκατ. ευρώ, Εθνική Τράπεζα: 400 εκατ. ευρώ, Πειραιώς: 400 εκατ. ευρώ και 500 εκατ. ευρώ).