Δ. Κρούσκα (Εθνική Τράπεζα): Ποια τα οφέλη για μία εταιρεία από την εισαγωγή της στο ΧΑ

Στα οφέλη που έχει να αποκομίσει μία εταιρεία από την εισαγωγή στο στο Χρηματιστήριο, είτε αμέσως είτε εμμέσως, εξαγοράζοντας, δηλαδή, μία εισηγμένη πλην ανενεργή στο ταμπλό, εστίασε η κυρία Δήμητρα Κρούσκα, Director Investment Banking της Εθνικής Τράπεζας μιλώντας στο πλαίσιο του διαδικτυακού συνεδρίου «To Ελληνικό Χρηματιστήριο στην μετά Covid-19 εποχή».

«Είναι κοινή πεποίθηση ότι το Χρηματιστήριο μπορεί και θέλει να παίξει καθοριστικό ρόλο στην επόμενη ημέρα. Τα λοιπά χρηματοδοτικά εργαλεία δεν θα είναι αρκετά από μόνα τους, για να επανέλθει η οικονομία. Τα οφέλη του να είναι μία εταιρεία εισηγμένη στο ΧΑ δεν είναι μόνον οικονομικής φύσεως, αλλά και εμπορικής. Την βοηθάει να ενισχύσει την αναγνωρισημότητά της, το brand name της και σε συνδυασμό με την αυξημένη διαφάνεια και την εφαρμογή των αρχών εταιρικής διακυβέρνησης που πρέπει να εφαρμόζει, αλλά και την εποπτεία της από τις αρχές, την βοηθούν να αυξήσει την αξιοπιστία της έναντι των αντισυμβαλλομένων της είτε αυτοί είναι προμηθευτές είτε πελάτες και πιστωτές. Όλα αυτά, προφανώς, συντελούν στην ανάπτυξή της», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με την ίδια, ένα ακόμη όφελος από την εισαγωγή στο ΧΑ είναι ότι η εταιρεία αποκρυσταλλώνει την αξία της, αποκτά μία τιμή βάσει της ζήτησης των πολλών και όχι ενός private equity ή venture capital που μπορεί για τον οποιοδήποτε λόγο να έχει μία πιο επιθετική προσέγγιση. Παράλληλα, μπορεί να χρησιμοποιήσει τις μετοχές της ως αντάλλαγμα, στο πλαίσιο συγχώνευσής της με άλλη εταιρεία, απόκτησης ενός περιουσιακού στοιχείου, χρηματοδοτώντας με αυτό τον τρόπο μία συναλλαγή και βοηθώντας, ουσιαστικά, την μη οργανική της ανάπτυξη χωρίς να επιβαρύνεται με δανεισμό.

Και, βέβαια, οι μετοχές μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο της επιβράβευσης μιας επιχείρησης ως μέρος ενός bonus. «Το ΧΑ, λειτουργώντας συμπληρωματικά στις υπόλοιπες μορφές χρηματοδότησης, μπορεί να παίξει έναν καθοριστικό ρόλο στη βελτιστοποίηση της κεφαλαιακής δομής μιας εταιρείας και ως εκ τούτου στην περαιτέρω ανάπτυξή της. Προφανώς, το να εξαρτάται μία εταιρεία μόνον από δανειακά κεφάλαια δεν είναι το βέλτιστο, όσο χαμηλό κι αν είναι το κόστος δανεισμού στις μέρες μας. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει τροχοπέδη για την ανάπτυξή της. Ο δείκτης ξένα προς ίδια κεφάλαια πρέπει να διατηρείται κάτω από ένα όριο, για να είναι βιώσιμη μία επιχείρηση, οπότε η αδυναμία ενίσχυσης των ιδίων κεφαλαίων συνεπάγεται αυτόματα και περιορισμένη δυνατότητα χρηματοδότησης», ανέφερε η κυρία Κρούσκα.

Πιο αναλυτικά, οι επιλογές που έχει μία εταιρεία, για να ενισχύσει τα ίδια κεφάλαια, είναι συγκεκριμένες: με κεφάλαια των βασικών μετόχων, από κάποιο private equity ή venture capital ή από το χρηματιστήριο. «Ακόμη και στην περίοδο της βαθιάς κρίσης το χρηματιστήριο έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, αλλά και τώρα εν μέσω αυτής της παγκόσμιας κρίσης τα πλάνα αναδιάρθρωσης πολλών εταιρειών που επλήγησαν περιλαμβάνουν και τις κεφαλαιαγορές», πρόσθεσε.

Τέλος, πέρα από την ενίσχυση των ιδίων κεφαλαίων, μέσω του ΧΑ μπορεί πλέον μία εταιρεία να αντλήσει και δανειακά κεφάλαια με την έκδοση ομολογιακών δανείων. «Από το 2016 και μετά που άνοιξε η επίμαχη αγορά στο ελληνικό χρηματιστήριο έχουν ολοκληρωθεί και διατεθεί με μεγάλη επιτυχία πολλές ομολογιακές εκδόσεις, εισηγμένων και μη εταιρειών. Αυτές οι εκδόσεις βοήθησαν τις εταιρείες να διευρύνουν την βεντάλια των χρηματοδοτικών τους εργαλείων, μειώνοντας την εξάρτησή τους από τις τράπεζες και, μάλιστα, με όρους πιο light σε σχέση με τον τραπεζικό δανεισμό, αλλά και σε ελκυστικές τιμολογήσεις. Έτσι, απέκτησαν μία επενδυτική βάση, στην οποία μπορούν να απευθύνονται, όταν χρειάζονται νέα κεφάλαια. Ακόμη και το 2020 ήταν μία εξαιρετική χρονιά γι’ αυτή την αγορά, με κεφάλαια πάνω από ένα δισ. ευρώ, με μεγαλύτερη έκδοση αυτή της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, άνω των 500 εκατ. ευρώ», κατέληξε.

Διαβάστε ακόμη: