Citi: Ετοιμαστείτε για το comeback των ελληνικών καλυμμένων ομολόγων

Οι αγορές είναι έτοιμες για το comeback των ελληνικών καλυμμένων ομολόγων μετά από πάνω από οκτώ χρόνια απουσίας δημόσιας προσφοράς, όπως σημειώνει η Citi σε νέο της report.

Τα πιο αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά μίας τέτοιας επιστροφής είναι το γεγονός ότι μία πιθανή νέα έκδοση θα οδηγήσει σε μία προσφορά καλυμμένου ομολόγου με το χαμηλότερο rating της πρόσφατης ιστορίας, σε επίπεδα αποδόσεων που τελευταία καταγράφηκαν το 2013 στην ισπανική αγορά καλυμμένων ομολόγων. Οπως εκτιμά η αμερικάνικη τράπεχα, τα ελληνικά καλυμμένα ομόλογα θα αποδώσουν περισσότερες από 150 μονάδες βάσης σε σχέση με τα τουρκικά καλυμμένα ομόλογα.

Κατά συνέπεια, οι επενδυτές θα πρέπει να είναι πολύ διαφορετικοί από τους συνήθεις επενδυτές που συμμετέχουν σε εκδόσεις καλυμμένων ομολόγων.

Η κύρια σταθερά εδώ είναι ίσως η ΕΚΤ, η οποία κατά την άποψη της Citi θα είναι σε θέση να αγοράσει ορισμένα από τα καλυμμένα ελληνικά ομόλογα βάσει του CBPP3 (τρίτο πρόγραμμα αγοράς καλυμμένων ομολόγων της ΕΚΤ). Και αυτός είναι και ο λόγος που το comeback θα πρέπει να αναμένεται στο όχι πολύ μακρινό μέλλον. Με την προοπτική της ανακοίνωσης του tapering της ΕΚΤ κατά τη συνεδρίαση του Οκτωβρίου, εκδόσεις υψηλότερου ρίσκου όπως τα ελληνικά καλυμμένα ομόλογα θα πρέπει να αποφύγουν να γίνουν σε περιόδους αστάθειας των αγορών.

Οι τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες έχουν ήδη σχέδια καλυμμένων ομολόγων και ίσως θελήσουν να ακολουθήσουν το ελληνικό Δημόσιο και να επιστρέψουν στις κεφαλαιαγορές, όπως εκτιμά η Citi.

Η ΕΤΕ άνοιξε την ελληνική αγορά καλυμμένων ομολόγων. Στην κορυφή της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2009, δημιουργήθηκε η ελληνική αγορά καλυμμένων ομολόγων με την πρώτη και μέχρι στιγμής μοναδική δημόσια έκδοση μιας ελληνικής τράπεζας: η Εθνική Τράπεζα προχώρησε στην έκδοση της συναλλαγής ενός 7ετούς καλυμμένου ομολόγου στο Mid Swap +90 μονάδες βάσης. Τον περασμένο Οκτώβριο το ομόλογο ήταν πλήρως αποπληρωμένο, το οποίο είναι ένα success story δεδομένων των βαθιών Haircuts των ελληνικών κρατικών ομολόγων τέσσερα χρόνια πριν. Αυτό μπορεί να επιβεβαιώσει την άποψη πολλών επενδυτών ότι τα καλυμμένα ομόλογα ήταν και εξακολουθούν να είναι η ασφαλέστερη κατηγορία περιουσιακών στοιχείων, ακόμη ασφαλέστερη από τα κρατικά ομόλογα.

Και η ΕΤΕ θα μπορούσε να την ξανανοίξει. Οκτώ χρόνια αργότερα, η ΕΤΕ είναι αυτή που μπορεί να είναι και πάλι έτοιμη να ακολουθήσει μια δεύτερη δημόσια προσφορά όπως εκτιμά η Citi.

Μετά από την τεράστια φυγή καταθέσεων το 2015, οι καταθέσεις έχουν ανακάμψει ελαφρώς τους τελευταίους μήνες μετά και την ολοκλήρωση της β’ αξιολόγησης. Την ίδια στιγμή οι ελληνικές τράπεζες έχουν μειώσει την εξάρτησή τους από τον ELA στα 35 δισ. ευρώ στο τέλος Ιουλίου του 2017 από 87δις. ευρώ στα τέλη Ιουνίου του 2015.

Πιο θετικές προοπτικές, αλλά και κίνδυνοι

Αυτές οι ελαφρώς θετικές εξελίξεις συμβαδίζουν με τη βελτίωση της οικονομικής δραστηριότητας, εν μέρει λόγω ενός καλύτερου διεθνούς περιβάλλοντος αλλά και λόγω της σταθεροποίησης της εμπιστοσύνης μετά και το κλείσιμο της β’ αξιολόγησης και την αύξηση στις ροές των τουριστών.

Οι οικονομολόγοι της Citi αναμένουν ότι η τάση αυτή θα συνεχιστεί στο β’ εξάμηνο κι έτσι αναθεώρησαν τις εκτιμήσεις τους για το ΑΕΠ στο +0,7% το 2017 από 0,3% που προέβλεπαν πριν.

Ωστόσο, η αβεβαιότητα που σχετίζεται με το τέλος του προγράμματος διάσωσης στα μέσα του 2018 θα εμποδίσει πιθανώς το ΑΕΠ να αυξηθεί με πιο έντονο ρυθμό, καθώς η περιορισμένη εγχώρια ρευστότητα και οι έλεγχοι κεφαλαίου θα εξακολουθήσουν να παρακωλύουν την ανάπτυξη. Κατά την άποψη της Citi, οι πιθανότητες για ένα τέταρτο μνημόνιο στα επόμενα ένα ή δύο χρόνια παραμένουν αρκετά υψηλές.
αρκετά ψηλά

Επίσης, οι πολιτικοί κίνδυνοι εξακολουθούν να υφίστανται και να ασκούν πιέσεις στις ελληνικές τράπεζες. Η Citi εκτιμά ότι παρά την τελευταία συμφωνία σε ευρωπαϊκή κλίμακα για την εκταμίευση επιπλέον χρημάτων τον Ιούλιο, η παρατεταμένη αβεβαιότητα σχετικά με το μακροοικονομικό και το πολιτικό μέτωπο θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα. Αυτό συνεπάγεται με μακροπρόθεσμο διαρθρωτικό κίνδυνο για την βάση καταθέσεων καθώς και την ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών.

Ελευθερία Κούρταλη@capital.gr

Print Friendly, PDF & Email