Bloomberg: Οι αποδόσεις των ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων κατρακυλούν στα επίπεδα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης

Τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια επέστρεψαν πέρυσι το χαμηλότερο ποσό μετρητών στους επενδυτές τους από την εποχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης πριν από 15 χρόνια, σύμφωνα με την Raymond James Financial Inc., δυσχεραίνοντας τις προσπάθειες των εταιρειών εξαγοράς να λανσάρουν νέα επενδυτικά οχήματα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Raymond James Financial, τα οποία επικαλείται το Bloomberg, τα private equity funds έδωσαν στους επενδυτές τους ποσά ίσα με το 11,2% της καθαρής αξίας ενεργητικού τους, δηλαδή τα χαμηλότερα από το 2009. Πρόκειται για αποδόσεις πολύ χαμηλότερες του μέσου όρου του 25% των τελευταίων 25 ετών.

Δύσκολοι καιροί για τα private equity funds – Οι χαμηλότερες αποδόσεις από το 2009-1

Το υψηλότερο κόστος δανεισμού, οι ευμετάβλητες αγορές και η οικονομική αβεβαιότητα δυσκολεύουν τα exits των private equity funds από τις επενδύσεις τους, που γίνονται είτε μέσω πώλησης ή αρχικής δημόσιας προσφοράς (IPO) για την είσοδο στο χρηματιστήριο.

Καθώς οι εταιρείες του κλάδου επιστρέφουν λιγότερα χρήματα στα συνταξιοδοτικά ταμεία, τα κρατικά ταμεία πλούτου και άλλους επενδυτές, βλέπουν ότι οι άλλοτε αξιόπιστοι πελάτες τους δυσκολεύονται να επενδύσουν φρέσκα κεφάλαια, κάτι που δυσχεραίνει τις προσπάθειές τους να δημιουργήσουν νέα funds.

Η μέση περίοδος διακράτησης μιας επένδυσης για τα private equity funds έχει αυξηθεί  στα 5,6 χρόνια, από 4 χρόνια που ήταν το σύνηθες στον κλάδο, σύμφωνα με την Raymond James.

Και οι επιπτώσεις στην ικανότητα των funds να συγκεντρώνουν νέα επενδυτικά κεφάλαια είναι εμφανής: Κατά μέσο όρο, χρειάζονται τώρα 21 μήνες για να χρηματοδοτηθεί ένα νέο fund, από 18 μήνες που ήταν πριν από δύο χρόνια. Ο αριθμός των νέων funds έχει μειωθεί κατά 29%.

Ωστόσο, καθώς τα πιο μεγάλα funds μπόρεσαν να συγκεντρώσουν περισσότερα κεφάλαια, το συνολικό ύψος των αντληθέντων κεφαλαίων για τη βιομηχανία του private equity έφτασε πέρυσι στα επίπεδα-ρεκόρ των 500 δισ. δολαρίων, εμφανίζοντας αύξηση 51% σε σχέση με το 2022.