Bloomberg: Η ΕΚΤ εξετάζει την πιθανότητα αύξησης των υποχρεωτικών ελάχιστων αποθεμάτων των τραπεζών

Την επιβολή αύξησης του υποχρεωτικού ελάχιστου ορίου αποθεματικών των τραπεζών στην κεντρική τράπεζα, κάτι το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμα και σε απώλεια εσόδων ύψους 66 δισ. ευρώ για τα ιδιωτικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα βάσει του δυσμενέστερου σεναρίου, επιθυμούν να επιβάλλουν αρκετά μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας(ΕΚΤ), αναφέρει το Bloomberg.

Oι Deutsche Bank και ING θα είναι δύο από τις τράπεζες οι οποίες θα βρεθούν αντιμέτωπες με τη μεγαλύτερη απώλεια κερδοφορίας από μία τέτοια απόφαση, σύμφωνα με εκτιμήσεις της UBS Group AG. 

Η κίνηση αυτή, εφόσον υλοποιηθεί, θα επιδεινώσει περαιτέρω τις σχέσεις μεταξύ της ΕΚΤ και των ευρωπαϊκών τραπεζών, οι οποίες έχουν πολλάκις παραπονεθεί για υπερβολική εποπτεία, τη στιγμή που προσπαθούν να παραμείνουν ανταγωνιστικές σε σχέση με τις αμερικανικές. Παράλληλα, θα γιγαντώσει τα προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζουν, από τους ειδικούς φόρους που επιβάλλονται στις τράπεζες της Ευρωζώνης. Η chief financial officer της Commerzbank AG, Μπετίνα Όρλοπ, αποκάλεσε την πρόταση αυτή «τρελή».

Σύμφωνα με την Αλεξάντρα Άννεκε της Union Investment, «η περιορισμένη αξία κεφαλαιοποίησης των ευρωπαϊκών τραπεζών οφείλεται εν μέρει στην αρνητική επίδραση της παρέμβασης των πολιτικών, των ρυθμιστών και των κεντρικών τραπεζών τα τελευταία χρόνια. Οι επενδυτές προτιμούν σταθερές και ήπιες καταστάσεις».

Σημειωτέον πως οι τράπεζες της Ευρωζώνης είναι αναγκασμένες να κρατούν αποθέματα στην ΕΚΤ ισοδύναμα με το 1% των καταθέσεων, αυτή τη στιγμή συνολικού ύψους 165,3 δισ. ευρώ. Τον Ιούλιοη κεντρική τράπεζα αποφάσισε να άρει τον τοκισμό των χρημάτων αυτών, κάτι το οποίο σημαίνει πως οι τράπεζες οι οποίες επηρεάζονται από την απόφαση αυτή χάνουν συνολικά ετήσια έσοδα ύψους 6,6 δισ.

Κάθε αύξηση των υποχρεωτικών ελάχιστων αποθεματικών των τραπεζών θα περιορίσει κατά μέσο όρο τα ετήσια έσοδα των τραπεζών κατά 2%, σύμφωνα με αναλυτές της UBS.

Οι περισσότεροι οικονομολόγοι αναμένουν πως η ΕΚΤ θα αυξήσει το ποσοστό μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες κατά 1%. 

Αυτή είναι και η πρόταση ορισμένων μελών του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, αν και ο κεντρικός τραπεζίτης της Αυστρίας, Ρόμπερτ Χόλτσμανέχει ζητήσει αύξηση μέχρι και 10%.

Στην έρευνά τους, οι αναλυτές της UBS τονίζουν πως δεν καταλαβαίνουν τον λόγο για μία τέτοια απόφαση από την ΕΚΤ, αφού θα επηρεάσει σημαντικά τόσο το επίπεδο ρευστότητας όσο και την κερδοφορία των τραπεζών.

Οι υποστηρικτές της απόφασης ανέφεραν πως μία τέτοια κίνηση θα συσφίξει τη νομισματική πολιτική μέσω της μείωσης της ρευστότητας στον τραπεζικό τομέα, ενώ θα περιορίσει και τις απώλειες της ίδιας της ΕΚΤ η οποία πληρώνει τόκους στις καταθέσεις των τραπεζών.

Οι τραπεζίτες βέβαια έχουν τεθεί εναντίον της ιδέας, αποκαλώντας τη «φόρο καταθέσεων», με την δριμύτερη κριτική να προέρχεται από τη Γερμανία η οποία έχει και το μεγαλύτερο ποσοστό καταθέσεων στην Ευρωζώνη. Η Deutsche Bank έχει πολλάκις αναφέρει πως ενδέχεται να χάσει 200 εκατ. ευρώ σε εισόδημα από την απώλεια των επιτοκίων των υποχρεωτικών ελάχιστων καταθέσεών της στην κεντρική τράπεζα.

Σημειωτέον πως εάν η ΕΚΤ προχωρήσει με το πλάνο αυτό, οι απώλειες στα έσοδα των τραπεζών θα είναι μικρότερες από τα κέρδη τα οποία κατέγραψαν λόγω της αύξησης των επιτοκίων της κεντρικής τράπεζας πέρυσι και φέτος.

Βάσει της ανάλυσης του Bloomberg, τα καθαρά έσοδα από τόκους των μεγαλύτερων τραπεζών της Ευρώπης θα καταγράψουν αύξηση της τάξης του 19% σύμφωνα με τα αναμενόμενα εταιρικά δεδομένα του γ’ τριμήνου, στα 163 δισ. ευρώ.

Το μόνο ξεκάθαρο είναι πως οι κεντρικοί τραπεζίτες παραμένουν διχασμένοι στο εάν θα πρέπει να αυξήσουν το ποσοστό των υποχρεωτικών ελάχιστων αποθεμάτων των τραπεζών στην ΕΚΤ αλλά και κατά πόσο.

Παρ’ όλα αυτά, όπως ανέφερε και ο αναλυτής της Allianz Global Investors, Σάιμον Ούτιν, «ακόμα και το γεγονός πως υπάρχει τέτοια πιθανότητα είναι αρκετό για να ασκήσει πιέσεις στα μερίσματα και τις επαναγορές των τραπεζών».