Αυξημένη η παραγωγή και οι εξαγωγές της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας το 2019

Αύξηση της παραγωγής και των εξαγωγών σε ένα περιβάλλον διαρκώς εντεινόμενου ανταγωνισμού είναι το βασικό μήνυμα της 6ης ετήσιας έκθεσης του Συνδέσμου Ελληνικών Θαλασσοκαλλιεργειών.

Μετά από μια μακριά περίοδο προσαρμογής και μια εξαιρετικά περίπλοκη διαδικασία αναδιάρθρωσης του κλάδου, η παραγωγή τσιπούρας και λαβρακιού ανήλθε το 2019 σε 120.500 τόνους αξίας  545,6 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 3% ως προς τον όγκο, αλλά οριακή μείωση 1% ως προς την αξία πωλήσεων λόγω της πίεσης που δέχτηκαν οι τιμές και για τα δύο είδη. Η παραγωγή την επόμενη διετία εκτιμάται πως θα παρουσιάσει μικρές μεταβολές λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας COVID-19.
Όσον αφορά στις εξαγωγές, ο κλάδος διατήρησε τον υψηλό  δείκτη εξωστρέφειας του. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 4% σε σχέση με το προηγούμενο έτος και ανήλθαν στους 88.651 τόνους αξίας 420 εκατ. ευρώ. Το 93% των εξαχθέντων προϊόντων διατέθηκε σε 25 αγορές της ΕΕ και το 7% σε 17 τρίτες χώρες.

Ως προς τον ανταγωνισμό  από τις  τρίτες χώρες, η Τουρκία παραμένει ο κύριος ανταγωνιστής της Ελλάδας αφού η παραγωγή και οι εξαγωγές της αυξήθηκαν για άλλη μια χρονιά δημιουργώντας έντονη πίεση στις τιμές καθ’ όλη την διάρκεια του έτους. Προβληματισμό προκαλεί παράλληλα και η αυξανόμενη εμπορία τουρκικών ψαριών στην ΕΕ μέσω της Ελλάδας, γεγονός που αποδεικνύει την αξιοποίηση του δικτύου διανομής που έχει αναπτυχθεί στην χώρα μας όλα αυτά τα χρόνια. Σημειώνεται πως η ραγδαία ανάπτυξη της ιχθυοκαλλιέργειας στην Τουρκία οφείλεται, μεταξύ άλλων, και στη  διαχρονικά ισχυρή πολιτική βούληση για την στήριξη του κλάδου, η οποία αποδείχθηκε πρόσφατα και από την ταχύτατη ανάληψη δράσεων για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας του COVID-19.

Από τα σημαντικότερα γεγονότα της χρόνιας που πέρασε ήταν η υλοποίηση ενός πολυσύνθετου στρατηγικού πλάνου για την αναδιάρθρωση του κλάδου με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την επίτευξη οικονομιών κλίμακας, αλλά και η δημιουργία του σήματος ποιότητας Fish From Greece που υιοθετείται από όλο και περισσότερους παραγωγούς και αναμένεται να δημιουργήσει προστιθέμενη αξία στα ελληνικά προϊόντα ιχθυοκαλλιέργειας. Ως προς τις στρατηγικές θεσμικές προτεραιότητες για την ανάπτυξη του κλάδου, σε εθνικό επίπεδο, η ολοκλήρωση του χωροταξικού σχεδιασμού των υδατοκαλλιεργειών και η υλοποίηση του Επιχειρησιακού Προγράμματος Αλιείας & Θάλασσας παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί, εξακολουθούν να παρουσιάζουν καθυστερήσεις, γεγονός που υποδεικνύει την ανάγκη για άμεσες παρεμβάσεις. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ανάγκη καθιέρωσης ισότιμων όρων ανταγωνισμού με τα εισαγόμενα προϊόντα γίνεται όλο και πιο επιτακτική ώστε να αντιμετωπιστούν οι στρεβλώσεις στις αγορές.

Με αφορμή την έκδοση της ετήσιας έκθεσης, ο γενικός διευθυντής του ΣΕΘ, Γιάννης Πελεκανάκης, δήλωσε πως «η χρονιά που πέρασε ήταν ιδιαίτερα πιεστική και περίπλοκη λόγω του αυξανόμενου ανταγωνισμού και της εν εξελίξει διαδικασίας αναδιάρθρωσης των μεγαλύτερων εταιριών του κλάδου η οποία ολοκληρώνεται προσεχώς. Παρόλα αυτά ο κλάδος απέδειξε την ανθεκτικότητα του καθώς κατάφερε υπό αυτές τις συνθήκες να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά του και να αναπτύξει περαιτέρω το δίκτυο διανομής των ελληνικών προϊόντων σε περισσότερες χώρες. Σήμερα αντιπροσωπεύει το 59% της παραγόμενης ποσότητας τσιπούρας και λαβρακιού στην ΕΕ και σχεδόν το 23% διεθνώς. Αν και η έκθεση αποτελεί έναν απολογισμό της χρονιάς που πέρασε, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στις πρωτοφανείς «εκπλήξεις» που μας επιφύλαξε η πανδημία του COVID-19. Η μεγαλύτερη πρόκληση που αναδείχθηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι η ανάγκη εξασφάλισης της αυτάρκειας τροφίμων και η μείωση της εξάρτησης από εισαγωγές. Στο πλαίσιο αυτό και με αφορμή την προετοιμασία της νέας προγραμματικής περιόδου 2021-2027, η πολιτεία οφείλει να σταθεί αρωγός στην περαιτέρω ανάπτυξη της ιχθυοκαλλιέργειας στην Ελλάδα, και σε συνεργασία με τον κλάδο να σχεδιάσει μια νέα στρατηγική που θα αντιμετωπίζει όλες τις νέες προκλήσεις και θα αξιοποιεί όλα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας, προς όφελος της ελληνικής κοινωνίας και της εθνικής οικονομίας».